Στις περισσότερες ώριμες δημοκρατίες, η παραίτηση ενός πρωθυπουργού μπροστά σε ένα σοβαρό σκάνδαλο λειτουργεί ως θεσμική βαλβίδα εκτόνωσης. Δεν απαιτεί δικαστική ετυμηγορία, αρκεί η διατάραξη της εμπιστοσύνης. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η παραίτηση στην κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας μοιάζει σχεδόν αδιανόητη. Όχι επειδή δεν υπήρξαν σκάνδαλα. Αλλά επειδή το πολιτικό σύστημα έχει διαμορφωθεί έτσι ώστε να τα αντέχει.
Η Μεταπολίτευση οικοδομήθηκε πάνω στην εναλλαγή δύο μεγάλων παρατάξεων, του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας. Παρά τις ιδεολογικές τους διαφορές, αμφότερες διαχειρίστηκαν περιόδους σκανδάλων χωρίς να φτάσουν στην παραίτηση του πρωθυπουργού. Το φαινόμενο δεν είναι κομματικό. Είναι διαρθρωτικό.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, επί πρωθυπουργίας του Ανδρέα Παπανδρέου, το σκάνδαλο Κοσκωτά συγκλόνισε το πολιτικό σύστημα. Ακολούθησαν παραπομπές, δικαστικές διαδικασίες, εκλογικές ανατροπές. Δεν υπήρξε όμως η παραίτηση ως πράξη πολιτικής ευθύνης πριν από την εκλογική κρίση. Το ζήτημα επιλύθηκε μέσω κάλπης και Δικαιοσύνης, όχι μέσω θεσμικής αυτοκάθαρσης.
Ανάλογο μοτίβο εμφανίστηκε και σε περιόδους διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας. Κατά τη θητεία του Κώστα Καραμανλή, υποθέσεις όπως εκείνη του Βατοπεδίου προκάλεσαν έντονη πολιτική φθορά. Η απάντηση ήταν η προσφυγή στις εκλογές, όχι η αποχώρηση του πρωθυπουργού. Πιο πρόσφατα, επί διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, η υπόθεση των παρακολουθήσεων οδήγησε σε παραιτήσεις στενών συνεργατών, αλλά όχι σε πολιτική μεταβολή στην κορυφή.
Τι εξηγεί αυτή τη διαχρονική αντοχή;
Πρώτον, ο πρωθυπουργοκεντρικός χαρακτήρας του ελληνικού συστήματος. Ο αρχηγός της κυβέρνησης ταυτίζεται με την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και τον κομματικό μηχανισμό. Η παραίτησή του δεν εκλαμβάνεται ως διορθωτική κίνηση, αλλά ως αποσταθεροποίηση ολόκληρης της εξουσίας. Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου η ηγεσία μπορεί να αλλάξει εντός της ίδιας θητείας, στην Ελλάδα η αποχώρηση ισοδυναμεί με πολιτική κρίση.
Δεύτερον, η σύγχυση πολιτικής και ποινικής ευθύνης. Στον δημόσιο λόγο κυριαρχεί η αντίληψη ότι χωρίς τελεσίδικη καταδίκη δεν υφίσταται λόγος παραίτησης. Η πολιτική ευθύνη ως αυτόνομη έννοια υποχωρεί. Η παραίτηση αντιμετωπίζεται ως παραδοχή ενοχής, όχι ως προστασία του κύρους των θεσμών.
Τρίτον, η βαθιά κομματικοποίηση. Κάθε σκάνδαλο εντάσσεται άμεσα σε ένα πολωμένο αφήγημα. Η κριτική θεωρείται επίθεση του αντιπάλου, άρα η παραμονή στην εξουσία μετατρέπεται σε πράξη «αντίστασης» και όχι αδιαλλαξίας. Το αποτέλεσμα είναι συσπείρωση, όχι αυτοκριτική.
Τέταρτον, η αργή και συχνά αναποτελεσματική θεσμική λογοδοσία. Οι εξεταστικές επιτροπές αντανακλούν κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, οι δικαστικές διερευνήσεις διαρκούν χρόνια και η κοινωνική πίεση αποδυναμώνεται με την πάροδο του χρόνου. Ο πολιτικός χρόνος λειτουργεί υπέρ της εξουσίας.
Το συμπέρασμα είναι δυσάρεστο αλλά σαφές: τόσο στις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ όσο και σε εκείνες της Νέας Δημοκρατίας, η παραίτηση πρωθυπουργού δεν λειτούργησε ως εργαλείο θεσμικής ευθύνης. Η κρίση μετατέθηκε στις εκλογές. Η πολιτική αντοχή προτιμήθηκε από τη συμβολική κάθαρση.
Το ερώτημα που τίθεται σήμερα δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Αφορά το μέλλον της ελληνικής δημοκρατίας. Θα αλλάξει αυτή η κουλτούρα στο μέλλον ή θα συνεχίσει να χαρακτηρίζει τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική δημοκρατία διαχειρίζεται τα σκάνδαλα στην κορυφή της εξουσίας.
Θα παραμείνει η παραίτηση στην κορυφή της εξουσίας πολιτικό ταμπού ή θα αποκτήσει κάποτε το αυτονόητο νόημά της: πράξη προστασίας του θεσμού και όχι παραδοχή ενοχής;
Η απάντηση δεν εξαρτάται μόνο από τα κόμματα. Εξαρτάται από την κοινωνία που τα κρίνει.
*Γιώργος Αντύπας Πρ. Δ/ντης ΕΣΥ Μέλος ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ