Οι διασπάσεις του ΣΥΡΙΖΑ του στερούν τη διάθεση να προχωρήσει σε μια γενναία παρουσίαση όσων πέτυχε ως κυβέρνηση, ως η πρώτη αριστερή κυβέρνηση στη χώρα. Κι όμως, ήταν ένα γεγονός που απαιτεί τη βαθύτερη δυνατή διερεύνηση, ιδίως έπειτα από δέκα χρόνια, με μεγαλύτερη ηρεμία και περισσότερη γνώση.
Ούτε όσα συνέβησαν έπειτα από το 2019 ακυρώνουν την ανάγκη να εξετάσει ξανά ο ΣΥΡΙΖΑ τι ακριβώς έκανε μετά την εκλογική νίκη της 25ης Ιανουαρίου του 2015. Ο σπουδαιότερος λόγος όμως είναι η απογοήτευση που ένιωσε μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας από την πορεία των πραγμάτων. Είναι αυτό που επιβάλλει την επανεξέταση της πρώτης αριστερής κυβέρνησης. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να μένει στη δημόσια συζήτηση μόνο η άποψη του αντιΣΥΡΙΖΑ μετώπου. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο Κυριάκος Μητσοτάκης φρόντισε να δηλώσει: «Συμπληρώνονται δέκα χρόνια από την αρχή της ολέθριας περιπέτειας του λαϊκισμού στη χώρα. Αγκαλιά με τους ΑΝ.ΕΛΛ. Φοβάμαι ότι το μόνο που κάνετε είναι να επαναφέρετε αυτόν τον λαϊκισμό με ένα άλλο πρόσωπο».
Το αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο δημιουργήθηκε ακριβώς γιατί ένιωσε την ανάγκη να σταματήσει την πορεία μιας εναλλακτικής πορείας. Αυτό όμως που έπρεπε -και πρέπει- να κοπεί είναι η ελπίδα πως υπάρχουν κι άλλες επιλογές.
Η προσέγγιση της επανεξέτασης
Αυτά που χρειάζεται οπωσδήποτε να εξεταστούν ξανά και να δημοσιοποιηθούν είναι τι παρέλαβε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ κι τι τελικώς παρέδωσε. Έχει όμως τεράστια σημασία η προσέγγιση της επανεξέτασης. Αν αυτή γίνει υπό το πρίσμα όσων είχαν στο πρόγραμμά τους οι αριστερές δυνάμεις, ο ΣΥΡΙΖΑ εν προκειμένω, τότε το συμπέρασμα θα είναι μάλλον αρνητικό αλλά και μη ρεαλιστικό.
Η πραγματικότητα όμως είναι άλλη. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε σε συγκεκριμένες συνθήκες, υπό την πίεση συγκεκριμένων αναγκών, για να επιλύσει πολύ συγκεκριμένα θέματα, και πρωτίστως να βγάλει τη χώρα από τη μέγγενη του πτωχευτικού συμβολαίου που έφερε η χρεοκοπία. Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα δεν ψηφίστηκε για να ανατρέψει γενικώς το σύστημα. Ψηφίστηκε για να τελειώσουν τα Μνημόνια. Αυτό έγινε με μεγάλο κόστος για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Μπορούσε να γίνει κάπως αλλιώς; Η χρεοκοπία ενός κράτους καταστρέφει οικονομία, θεσμούς και κοινωνικές ισορροπίες. Και το πτωχευτικό συμβόλαιο απαιτεί πληρωμές.
Αυτό που έπρεπε να κάνουν οι δυνάμεις που χρεοκόπησαν τη χώρα όχι μόνο δεν το έκαναν, αλλά τη δέσμευσαν σε συγκεκριμένη πορεία, με συγκεκριμένο πτωχευτικό συμβόλαιο. Και μετά ζήτησαν και τα ρέστα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ πλήρωσε ακριβά την ανάγκη εξόδου από τη μέγγενη των Μνημονίων. Πλήρωσε όμως και τη ρητορική του, η οποία ήταν υπεραισιόδοξη πριν αναλάβει τη διακυβέρνηση αλλά και στην πρώτη φάση της διακυβέρνησής του.
Υπήρξε ένα βασικό θέμα: δεν δόθηκε σημασία στη χρεοκοπία, δεν υπήρξε με ένταση η καταγγελία της χρεοκοπίας και των υπευθύνων. Δόθηκε έμφαση στα Μνημόνια. Μόνο που αυτά ήταν το αποτέλεσμα και όχι η αιτία. Έτσι «κρύφτηκαν» οι υπεύθυνοι και η πραγματική αιτία των προβλημάτων. Δόθηκε υπερβάλλουσα εμπιστοσύνη στους Γάλλους και στους Αμερικανούς, σε δυνάμεις που πράγματι ήταν σε μια αντιπαράθεση με τους Γερμανούς, αλλά για δικούς τους λόγους, όχι για να βοηθήσουν την Ελλάδα. Έτσι, στη δυσκολότερη ώρα απέσυραν την αναγκαία στήριξή τους. Εκ των πραγμάτων η Αριστερά δεν είχε δικές της δυνάμεις εντός του κράτους, εντός των θεσμών. Κυβέρνησε με δάνειες δυνάμεις. Ήταν κι αυτό μια αντικειμενική δυσκολία, η οποία φάνηκε σε κρίσιμες στιγμές.
Εχει λοιπόν μεγάλη σημασία να επανεξεταστεί η συγκεκριμένη περίοδος. Όχι όμως έτσι όπως νομίζουμε, αλλά έτσι όπως έγιναν τα πράγματα. Και κυρίως με ποια εντολή έγιναν τα πράγματα!