Την Τετάρτη το πρωί στο αεροδρόμιο «Ελ. Βενιζέλος» ήταν μαζεμένοι μια ντουζίνα πολιτικοί και καμιά τριανταριά δημοσιογράφοι με προορισμό τις Βρυξέλλες και το Παρίσι. Άλλοι πήγαιναν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, άλλοι στην Κομισιόν και άλλοι στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Η ατμόσφαιρα ήταν ήσυχη λόγω ώρας, τα συνήθη πηγαδάκια υποτονικά. Μέχρι που ένας συνάδελφος αναφώνησε «δείτε την πρέσβη που μας στέλνει ο Τραμπ», κραδαίνοντας το κινητό του. Η προσοχή όλων στράφηκε στην Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, στις φωτογραφίες της, στο ενδιαφέρον βιογραφικό της και στις σχέσεις της με τον πρώην και επόμενο Πρόεδρο των ΗΠΑ. Με δυο λόγια, η επιλογή της Γκίλφοϊλ για την πρεσβεία της Αθήνας συνοψίζεται στο «ο Τραμπ στέλνει την πρώην του γιου του στην Ελλάδα», ενδεχομένως για να ησυχάσει το κεφάλι του.
Εκτοτε γίνεται πάρτι στα σόσιαλ μίντια και στις παραπολιτικές σελίδες με την ευειδή Κίμπερλι, γράφονται εξαντλητικές λεπτομέρειες για τις υποτιμητικές δηλώσεις της για την Ελλάδα επί κρίσης και για τη σεξουαλική της ζωή -άλλο που δεν ήθελε η μάτσο ελληνική δημόσια σφαίρα-, καθώς και βαθυστόχαστες αναλύσεις για το τι σημαίνει ότι η νέα πρέσβης θα έχει άμεση πρόσβαση στον Τραμπ λόγω παραλίγο συγγένειας εξ αγχιστείας. Κι έτσι περνάει στα ψιλά το γεγονός ότι ο Τραμπ, ακριβώς όπως και ο προκάτοχός του, αποφάσισε να στείλει στην Αθήνα όχι έναν/μία διπλωμάτη καριέρας, αλλά έναν άνθρωπο που διακρίθηκε για τα χρήματα τα οποία συγκέντρωσε στον προεκλογικό αγώνα του κόμματος που κέρδισε τις εκλογές. Έτσι, μας ήρθε το 2022 ο Τζορτζ Τσούνης, εκλογικός σπόνσορας του Τζο Μπάιντεν, έτσι μας έρχεται το 2025 η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ. Τουλάχιστον μπορούν να προσφέρουν θέαμα -θυμηθείτε πόσες φωτογραφίες του Τσούνης είδαμε από το χωριό του- και είναι η χαρά των μεσημεριανάδικων. Αντιθέτως, δεν μπορεί να είναι η χαρά της ελληνικής κυβέρνησης και διπλωματίας, είναι μάλλον μια ένδειξη -για να το διατυπώσουμε κομψά- ότι οι ΗΠΑ δεν θεωρούν απαραίτητο να στείλουν έναν στιβαρό διπλωμάτη στην Αθήνα για να διαπραγματεύεται με την ελληνική πλευρά, πως για τους Αμερικανούς όλα λειτουργούν ρολόι με την Αθήνα. Γι’ αυτό επαίρεται, άλλωστε, και ο πρωθυπουργός, επαναλαμβάνοντας ότι η Ελλάδα είναι πιστός και προβλέψιμος σύμμαχος για την Ουάσιγκτον, σε αντίθεση με τον απρόβλεπτο γείτονα εξ ανατολών.
Η «ηρεμία» με την Άγκυρα
Για την ώρα ο απρόβλεπτος γείτονας εξ ανατολών, η Τουρκία, νιώθει -και είναι- αναβαθμισμένη μετά τις εξελίξεις στη Συρία, την κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ και την ελευθερία κινήσεων που φαίνεται να της προσφέρεται (και από τις ΗΠΑ) να ελέγχει στρατιωτικά εδάφη στη Βόρεια Συρία και να βάζει φρένο στους Κούρδους της περιοχής. Με αυτή την αναβαθμισμένη Τουρκία -και με τον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη να (προσπαθεί να) αγνοεί αυτή την αναβάθμιση- συνεχίζει σημειωτόν τον διάλογο η Ελλάδα, χωρίς να διαφαίνεται στον ορίζοντα μια προσέγγιση στα δύσκολα, στην οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων στο Αιγαίο. Ωστόσο, σε μεγάλο βαθμό συνεχίζεται η «ηρεμία» στο Αιγαίο, με εξαίρεση τις έρευνες για την πόντιση του καλωδίου σύνδεσης Κρήτης- Κύπρου στην περιοχή της Κάσου. Και συνεχίζεται η διεύρυνση της θετικής ατζέντας. Οπότε κάτι θα έχουν να παρουσιάσουν ως πρόοδο ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην επόμενη συνάντησή τους, ως επικεφαλής του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας: μια αύξηση των αεροπορικών συνδέσεων μεταξύ πόλεων των δύο χωρών ή μια διεύρυνση των νησιών για τα οποία οι Τούρκοι πολίτες θα παίρνουν εύκολα τουριστική βίζα. Τέτοιου τύπου συμφωνίες είναι «καζάν-καζάν» για όλους, που θα έλεγε και ο Ερντογάν.
Η αγωνία για τη Μέση Ανατολή
Αυτό που δεν είναι «καζάν-καζάν», αλλά μάλλον «από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη» είναι η κατάσταση στη Συρία. Το τέλος του βάρβαρου δικτάτορα Άσαντ, το οποίο πανηγύρισαν Σύροι σε όλο τον κόσμο, ήρθε από τους τζιχαντιστές, που φαίνεται ότι θα κάνουν στο εξής κουμάντο σε ό,τι απομείνει από τη Συρία, τα ιμάτια της οποίας προσπαθούν να μοιραστούν, μεταξύ άλλων, η Τουρκία και το Ισραήλ. Σε αυτή τη Συρία σκέφτονται να στείλουν πίσω τους Σύρους πρόσφυγες οι χώρες της Ε.Ε. -και η δική μας- με το δικολαβίστικο σκεπτικό ότι οι άνθρωποι αυτοί είχαν πάρει άσυλο επειδή τους κυνηγούσε το καθεστώς Άσαντ, που δεν υπάρχει πια. Για την ώρα, βέβαια, έχει παγώσει μόνο η διαδικασία εξέτασης των αιτήσεων ασύλου, δεν υπάρχουν ακόμη σχέδια μαζικών απελάσεων Σύρων, παρά τις πιέσεις πολλών ακροδεξιών κομμάτων στην Ε.Ε. Ακόμη και ο σκληρός δεξιός, πλην όμως πρόεδρος του κεντροδεξιού Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, Μάνφρεντ Βέμπερ παραδέχθηκε τις προάλλες ότι σ’ αυτή τη φάση κανείς δεν μπορεί να πάρει την ευθύνη να στείλει ανθρώπους στη Συρία, εάν δεν το θέλουν. Μπορούν, όμως, να δώσουν κίνητρα για την επιστροφή σε μια χώρα η οποία ενδέχεται να γίνει ένα δεύτερο Αφγανιστάν ή μια δεύτερη Λιβύη.
Αυτό το ενδεχόμενο απασχολεί πολύ την Αθήνα, κυρίως επειδή η Συρία δεν κείται μακράν. Ο υπουργός Εξωτερικών υποστηρίζει στις συνεντεύξεις του ότι δεν θέλει να βγάλει βιαστικά συμπεράσματα για το πού οδεύει η Συρία - και σε ρόλο αναλυτή δηλώνει κοινότοπα ότι «οφείλουμε να παρακολουθούμε, να διαβλέπουμε τις εξελίξεις, να είμαστε έτοιμοι να διαχειριστούμε τις καταστάσεις, να έχουμε έναν ενεργό ουσιαστικό ρόλο». Για την ώρα δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα να παίζει η Ελλάδα έναν «ενεργό, ουσιαστικό» ρόλο στη Μέση Ανατολή, παρά την καλή φήμη της στον αραβικό κόσμο και τη στρατηγική σχέση της με το Ισραήλ. Ωστόσο, από την αρχή του 2025 η χώρα μας αναλαμβάνει μία μη μόνιμη θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για μία διετία. Ας ελπίσουμε, λοιπόν, ότι η ελληνική διπλωματία θα ανασκουμπωθεί και θα προσπαθήσει να παίξει έναν εποικοδομητικό ρόλο στη διαμόρφωση της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας στην περιοχή, χωρίς να ακολουθήσει τυφλά τη θέληση των ΗΠΑ. Στις παρεμβάσεις του ο Γ. Γεραπετρίτης επαίρεται πάντοτε ότι η Ελλάδα ασκεί εξωτερική πολιτική βάσει αρχών. Στο τραπέζι του Συμβουλίου Ασφαλείας θα κληθεί να το αποδείξει.