Αν ο επιδεικτικός εφησυχασμός σε συνθήκες αβεβαιότητας είναι κακός σύμβουλος, η δημοσιογραφική αιτιολόγησή του ως ένδειξης δήθεν υπεύθυνης ανησυχίας και ως επιχειρησιακής επιλογής έναντι της ευθραυστότητας του σχολείου στην εποχή της πανδημίας θα έμοιαζε με γελοιογραφική καρικατούρα, αν δεν απειλούσε με παιδαγωγική τραγωδία.
Ακόμη χειρότερα, όταν ο αυτάρεσκος εφησυχασμός επιτίθεται με αυταρχισμό για να διαλύσει τη συνοχή της εκπαιδευτικής κοινότητας. Όταν τα -πρώην πολλά υποσχόμενα- δημοσιογραφικά στελέχη των ΜΜΕ παραπλανούν την κοινωνία με τη συνταγή της κατασκευής τεχνητών διχασμών περί της ορολογίας για να κρύβεται το περιεχόμενο: από τα εμβόλια έως τις παρελάσεις, από τον όρο της γυναικοκτονίας έως την εκπαιδευτική αξιολόγηση.
Μέσα σε αυτό το φθαρμένο και επιθεωρησιακά πολλαπλώς κραγμένο μοτίβο επιδιώκουν να τοποθετούν όλα τα φλέγοντα, ακανθώδη και αυξημένης πολυπλοκότητας ζητήματα, για να αποκρύπτουν την αβεβαιότητα και ανησυχία που θεμελιώνουν σε όλες τις σύγχρονες κοινωνίες.
Ζητήματα που προσδιορίζονται από συνδέσεις και αλληλεπιδράσεις, που οξύνονται από συγκρούσεις και αντιθέσεις, τόσο εντός των κοινωνιών όσο και ανάμεσα στην εκάστοτε κοινωνική οργάνωση και το -φυσικό και ψηφιακό- περιβάλλον της. Που, όσο πιο επιδεικτικά τα αγνοείς, τόσο πιο βίαια δηλώνουν την παρουσία τους. Και τότε ο εφησυχασμός διαλύεται απότομα από την αγανάκτηση και την οργή.
Τα ψηφιακά άλματα
Η περίοδος της πανδημίας, μέσα στην τραγικότητα των πολυάριθμων θανάτων, αλλά και των φαινομένων ψυχικής σκληρότητας και έμφυλης βίας που εκτινάχθηκαν με τον εγκλεισμό και τους περιορισμούς στην κοινωνία και στις οικογένειες, έφερε την εκπαίδευση σε πρωτόγνωρες συνθήκες. Τα τελευταία χρόνια, είχε αρχίσει να διαχειρίζεται με παιδαγωγικό τρόπο όχι μόνο όσα προγραμματίζει για μέσα στο σχολείο αλλά και όσα συμβαίνουν πριν, παράλληλα και μετά από το σχολείο. Τώρα, η εκπαιδευτική κοινότητα έπρεπε να πραγματοποιήσει ψηφιακά άλματα παιδαγωγικής παρέμβασης ανάμεσα στο κλειστό σχολείο και στα σπίτια, σε περιβάλλοντα που δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να γνωρίζει.
Τα συναισθήματα και τα κοινωνικά στερεότυπα για το σχολείο, η σύνδεση της εγκύκλιας εκπαίδευσης με τις επαγγελματικές προσδοκίες και προοπτικές, οι εμπορικές ψηφιακές αναπαραστάσεις των γνωστικών πεδίων και των μαθησιακών διαδρομών, η οικογενειακή πρόσληψη τής εξεταστικής διαδικασίας και της σχολικής αποτυχίας, ορθώθηκαν στην καθημερινή εκπαιδευτική πρακτική. Συμπλέκονται πλέον με την οικοδόμηση της επιστημονικής σκέψης και της αφηγηματικής νοημοσύνης, ενώ μετασχηματίζονται ανάλογα με τα στάδια νοητικής και ψυχολογικής ανάπτυξης από την προσχολική ηλικία έως την εφηβεία και την ενηλικίωση.
Πρόκειται για ζητήματα που τέμνουν τα προγράμματα σπουδών με τις παιδαγωγικές διεργασίες στις σχολικές μονάδες, οδηγούν τις μαθήτριες και τους μαθητές σε δημιουργική επανένταξη στην εκπαίδευση και την κοινωνικοποιητική λειτουργία του σχολείου προς μια συμπεριληπτική παιδαγωγική.
Οι σχολικές μονάδες καλούνται πλέον να αναδεικνύουν την ποικιλία των νοητικών διαδρομών προς τη γνώση και να διαχειρίζονται τις ιδιαίτερες δυσκολίες τής κάθε διαδρομής. Δυσκολίες που δεν είναι εύκολο να λεχθούν από τα παιδιά ούτε να διαγνωστούν από τις οικογένειες και που συχνά ματαιώνουν τη μορφωτική πορεία και τη συναισθηματική ωρίμανση των παιδιών και των εφήβων.
Η μορφωτική διεργασία
Την κρίσιμη αυτή στιγμή, όπου οι σχολικές μονάδες αναπτύσσουν νέες οργανωσιακές ικανότητες και ψηφιακές δεξιότητες, οι κυβερνώντες επιλέγουν τη νομοθετική επαναφορά διατάξεων και την πρακτική των διώξεων που πληγώνουν και προσβάλλουν την εκπαιδευτική κοινότητα.
Αγνοώντας τις διεθνείς αναφορές για τη σημασία της επαγγελματικής ενθάρρυνσης, της επιστημονικής πλαισίωσης και της διοικητικής ενδυνάμωσης του σχολείου, μηχανεύονται τον περιορισμό της συλλογικότητας στη λήψη αποφάσεων, απαξιώνουν το εκπαιδευτικό λειτούργημα και αποδυναμώνουν τις σχολικές μονάδες.
Επιδιώκουν να παρασύρουν τον εκπαιδευτικό κόσμο σε τεχνητές συγκρούσεις τακτικισμού για να συγκαλύψουν, με τον εκκωφαντικό θόρυβο του αδειανού τενεκέ, το ευτελές που καλλιεργούν: τη μετατροπή της μορφωτικής διεργασίας σε καταναλωτικό προϊόν, τα πιστοποιητικά των σπουδών σε εμπορικά σήματα ευκαιρίας και ακραίας επιδειξιομανίας.
Θέλουν να μετατοπίσουν τον δημόσιο διάλογο σε πεδία που δεν έχουν σχέση, ούτε με το γνωστικό περιεχόμενο ούτε με τις παιδαγωγικές προτεραιότητες του σημερινού σχολείου. Όπως την πρώτη περίοδο της πανδημίας, όταν, αντί να εξασφαλίσουν προσβασιμότητα δικτύου και ψηφιακό εξοπλισμό στα παιδιά, ήθελαν να επιβάλουν κάμερες μέσα στις τάξεις των σχολείων.
Η εκπαιδευτική κοινότητα κατάφερε ώς τώρα να διατηρήσει κάποιο είδος μορφωτικής σύνδεσης και συμμετοχής ενός σημαντικού αριθμού μαθητριών και μαθητών σε εξ αποστάσεως πρακτικές του σχολείου. Τώρα, που θα χρειαστεί ιδιαίτερη αναδρομική λειτουργία για να ξανακερδηθεί ο χαμένος εκπαιδευτικός χρόνος και να επανέλθει η αξιοπιστία στις εξεταστικές διαδικασίες όλων των βαθμίδων, η κυβέρνηση επιχειρεί να δυναμιτίσει το ήπιο και σθεναρό παιδαγωγικό κλίμα των σχολικών κοινοτήτων.
Πώς άραγε θα επανενταχθούν όσα παιδιά κρατήθηκαν μακριά από τις εξ αποστάσεως πρακτικές; Πώς θα καλυφθεί το χάσμα στη γνωστική επικοινωνία και στην κοινωνική συμβίωση με ανεκτικότητα και συμπερίληψη; Όσο οι κυβερνώντες επιτίθενται στην πραγματικότητα με τον ανεύθυνο εφησυχασμό τους, τόσο πιο επείγουσα θα γίνεται η ανάγκη για παιδαγωγική εγρήγορση και για ένα συνεκτικό σχέδιο συστημικής επανεκκίνησης του σχολείου.
* Ο Φραγκίσκος Καλαβάσης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου