Το έθνος του Διαφωτισμού
[...] Ο Ερνέστ Ρενάν, όταν εννοιολογεί το έθνος, με την περιλάλητη διάλεξή του στη Σορβόνη το 1882, το γαλλικό έθνος είναι μια συντετελεσμένη οντότητα. Κι όχι μόνο το γαλλικό, αλλά και το αμερικανικό, και το αγγλικό, και το ισπανικό, και το γερμανικό, και τα βαλκανικά, μεταξύ των οποίων το ελληνικό, σχεδόν όλα τα ευρωπαϊκά και τα λατινοαμερικανικά έθνη. Η Γαλλική Επανάσταση είναι η κορυφαία του στιγμή, είναι οι nationaux, οι επαναστάτες, που μιλούν στο όνομά του, συχνά μάλιστα ταυτίζοντας τη nation, το έθνος, με τον peuple, τον λαό. Να μια ωραία κουβέντα για το θέμα: στις 19 Νοεμβρίου 1789, 1.200 εθνοφρουροί από τις γαλλικές επαρχίες Λαγκεντόκ, Νταφίν και Προβάνς πήραν έναν όρκο πίστης στο έθνος, στον νόμο και στον βασιλιά (ο βασιλιάς διατηρούσε ακόμη το κεφάλι του πάνω απ' τον λαιμό) και δήλωσαν ότι στο εξής δεν ήταν πλέον Dauphinois, Provencaux ή Languedociens, αλλά μόνον Francais, Γάλλοι. [...]
Στα 1774, στις παρυφές του Sturm und Drang ή του γερμανικού προρομαντισμού, ο Χέρντερ δημοσιεύει το έργο του «Μια άλλη φιλοσοφία της Ιστορίας», απάντηση έμμεση στον Βολταίρο και παθιασμένη πολεμική στον Διαφωτισμό. Τι λέει ο σοφός αυτός; Πολλά και σημαντικά: απορρίπτει τη διαθρυλούμενη βαρβαρότητα του Μεσαίωνα, απορρίπτει τις οικουμενικές αξίες, την αρχαία Ελλάδα ως το άπαν των αξιών, βλέπει την Ιστορία ως το αντιθετικό παιχνίδι ατομικοτήτων, καθεμιά από τις οποίες συγκροτεί έναν Volk, λαό, με σύγχρονό του παράδειγμα τον γερμανικό λαό, φορέα κατεξοχήν της δυτικής χριστιανικής κουλτούρας [...]
Εδώ σταματώ με τον Χερντέριο. Τον συνεχίζει ο Φίχτιος, ακραιφνής οπαδός αυτός της Γαλλικής Επανάστασης, που στους «Λόγους προς τον γερμανικό λαό» πάει ένα βήμα πέρα από τον Χέρντερ: η πρωτοκαθεδρία ανήκει στους Γερμανούς, υποστηρίζει. Διότι κατά τον Φίχτε το έθνος είναι φορέας οικουμενικότητας που πραγματώνεται διά του γερμανικού λαού, καθόσον μόνον εκείνος υπακούει σε έναν ειδικό νόμο, σύμφωνα με τον οποίο το θείο στοιχείο μεταλαμπαδεύεται στον γερμανικό λαό και δι’ αυτού στην οικουμένη. [...]
Να συνοψίσω τις δύο αντιλήψεις, τη γαλλική και τη γερμανική, σύμφωνα με την προσφυέστατη διατύπωση του Λουί Ντιμόν. Από γαλλική σκοπιά είμαι άνθρωπος από τη φύση μου και Γάλλος κατά ιστορικό συμβεβηκός. Από γερμανική σκοπιά είμαι Γερμανός και άνθρωπος χάρη και μέσα από τη γερμανικότητά μου. Είναι περιττό να τονίσω ότι η γερμανική αντίληψη περί έθνους βρίσκεται σήμερα στη βάση όλων των σχετικιστικών αντιλήψεων περί έθνους και γενικότερα κάθε μορφής κοινωνιακότητας, όλων των μεταμοντέρνων θεωρήσεων της Ιστορίας ως αφήγησης, είναι αυτή η ίδια που θεωρεί το έθνος ως κατασκευή του κράτους και του εθνικισμού. Συναντάμε έτσι μια σύγχρονη και εξαιρετικά διαδεδομένη τα τελευταία χρόνια αντίληψη ότι το έθνος είναι προϊόν του εθνικισμού, ότι μια ιδεολογία, όπως ο εθνικισμός, κατασκεύασε τα έθνη. Έτσι και το ελληνικό έθνος, θα λέγαμε, είναι κατασκευή των εθνικιστών Σολωμού, Κάλβου, Καραϊσκάκη, Μαρκομπότσαρη, Κοραή, Φαρμακίδη, όλων αυτών των λογιοστρατιωτικών, απαύγασμα των οποίων ήταν ο Ζαμπέλιος, ο Παπαρρηγόπουλος και τελευταίος στη σειρά ο Σβορώνος. Δεν θα συνεχίσω σ’ αυτό το θέμα του εθνικισμού. Εθνικισμός υπήρξε και υπάρχει και στην Ελλάδα, αλλά δεν είναι συνομήλικος του έθνους. Πρωτοεμφανίζεται στα μέσα του 19ου αιώνα και γίνεται ισχυρότατο ρεύμα στα χρόνια της Action Francaise, μετά το 1870. Στην πραγματικότητα ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος δεν είναι παρά μια τεράστια εθνικιστική έκρηξη, κορυφαία διάσταση των ιμπεριαλισμών που ήρθαν σε ρήξη, μια ρήξη που ολοκληρώθηκε στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Για να τελειώσω, γιατί κάποτε πρέπει να τελειώνουμε, επιλογίζοντας με λίγα λόγια ακόμα. Το έθνος, γέννημα της νεωτερικότητας, συντελείται ουσιαστικά με τη Γαλλική Επανάσταση ή λίγο καιρό πριν. Έκτοτε κάθε εθνότητα -αλλά παρακαλώ να διακρίνουμε τους όρους: έθνος, εθνότητα, εθνικότητα ή εθνοπολιτισμική ομάδα, εθνία δεν είναι το ίδιο πράγμα, όπως δεν είναι το ίδιο πράγμα εθνισμός και εθνικισμός- που προσβλέπει στη νεωτερικότητα και επιδιώκει να αποκτήσει πολιτική - κρατική συγκρότηση υιοθετεί τη μορφή έθνος για να σταθεροποιήσει τη συνοχή της. Και συνηθέστατα για να αποτινάξει μια κατάκτηση ή να αποκρούσει μια εξωτερική απειλή. Είναι αποπροσανατολιστικές οι κατασκευές αναδρομικής συνέχειας από το έθνος προς πρότερους μορφολογικούς τύπους, ώστε με τη βοήθεια διάφορων καταγωγικών μύθων ή επιφανειακών προφανειών το έθνος να αποκτήσει μέγα ιστορικό βάθος. Εκεί αρχίζει ο εθνικισμός. Η προβαλλόμενη μακροτάτου χρόνου νομή μιας δοσμένης περιοχής από έναν λαό -αυτό που λέγεται «η γη των προγόνων μας»- δεν είναι παρά ένα επιχείρημα νομιμοποίησης, ενίοτε και ιεροποίησης, της κατοχής, ένα επιχείρημα νομιμοποίησης κατοχής μιας διαμφισβητούμενης από περισσότερες εθνότητες περιοχής. Για να γίνει όμως δικό μου το χωράφι, που διατείνομαι ότι ήταν χωράφι των προγόνων μου, πρέπει να διώξω όσους παρανόμως και αδίκως το κατέχουν ή το διεκδικούν. Ή να τους αποεθνοποιήσω και ταυτόχρονα να τους εθνοποιήσω, να τους αφομοιώσω στο δικό μου έθνος.
Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται καθώς οι γερόντοι καπνίζουν την πίπα της ειρήνης. Ούτε καθώς οι ποιητές γράφουν εμπρηστικά ποιητικά άσματα. Ούτε καθώς οι ελίτ συντάσσουν ιστορικές πραγματείες. Ούτε καθώς οι διπλωμάτες διαβουλεύονται και παζαρεύουν. Τα έθνη ήρθαν στον κόσμο μέσα από συγκρούσεις, συχνά με πόλεμο ή επαναστάσεις. Τα έφεραν στον κόσμο, εφόσον υπήρχαν οι προϋποθέσεις, όσοι ήθελαν να αποτινάξουν την κυριαρχία ηγεμόνων ή ξένων κατακτητών, όσοι επεδίωκαν την ελευθερία τους και ήθελαν να συγκροτήσουν το δικό τους κράτος, το κράτος των ελευθέρων πολιτών του έθνους τους. Το έθνος στο πεδίο των πολιτιστικών, των πολιτικών και κοινωνικών αγώνων έγινε και παραμένει ο τόπος όπου ο δημοκρατικός έλεγχος είναι δυνατός πάνω στο οποίο είναι δυνατή όχι μόνο η διακήρυξη των ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων αλλά και, κυρίως, είναι δυνατή η άσκησή τους από κάθε πολίτη. Δικαιώματα που δεν ασκούνται αργούν, νεκρώνονται, περιπίπτουν σε αχρησία, καταργούνται. Και μαζί τους κάθε νόημα πολιτοφροσύνης και κάθε νόημα δημοκρατίας.