To ζήτημα του υπερβολικού δημόσιου χρέους κάτω από το οποίο «στριμώχνονται» πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες βρέθηκε στο επίκεντρο ημερίδας που διοργάνωσε χθες στο Ευρωκοινοβούλιο η ευρωομάδα της Ευρωπαϊκής Ενωτικής Αριστεράς. Στην ημερίδα συμμετείχαν ευρωβουλευτές, ακαδημαϊκοί και πρώην υπουργοί Οικονομικών, οι οποίοι συζήτησαν τους όρους και τις προϋποθέσεις που επιβάλλονται σε υπερχρεωμένες χώρες, όπως η Ελλάδα, από τους πιστωτές, τους τρόπους με τους οποίους αντιμετωπίστηκε διεθνώς το εν λόγω θέμα αλλά και πιθανές πολιτικές για τη διαχείριση του προβλήματος που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προσκόμματα στην ανάπτυξη.
«Το δημόσιο χρέος δεν είναι ένα αμιγώς ελληνικό πρόβλημα. Είναι ένα πρόβλημα ευρωπαϊκό και παγκόσμιο. Το παγκόσμιο χρέος το 2007 βρισκόταν στα 27 τρισ. και το 2012 άγγιξε τα 41 τρισ. Σήμερα, το παγκόσμιο χρέος φτάνει περίπου το 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ» δήλωσε ο αντιπρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου και επικεφαλής της ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ Δημήτρης Παπαδημούλης κατά την εναρκτήρια ομιλία του. Ο ίδιος υπογράμμισε πως «Ένα μέρος του χρέους της Ελλάδας οφείλεται σε υποθέσεις διαφθοράς προηγούμενων κυβερνήσεων», σημειώνοντας ότι σε αυτές τις υποθέσεις διαφθοράς «είναι αναμεμειγμένες μεγάλες πολυεθνικές, οι περισσότερες από αυτές με έδρα τη Γερμανία» και επισημαίνοντας πως «με καθυστέρηση πάνω από 10 χρόνια» ξεκίνησε τώρα να δικάζεται το σκάνδαλο της Siemens.
Γκ. Τσίμερ: Απαρχή της ανάπτυξης η διαγραφή του γερμανικού χρέους
Η επικεφαλής της ευρωομάδας της Ευρωπαϊκής Ενωτικής Αριστεράς Γκάμπι Τσίμερ αναφέρθηκε στην περίπτωση της Γερμανίας, της οποίας μεγάλο μέρος του χρέους διαγράφηκε μετά τον πόλεμο, κάτι που αποτέλεσε «την απαρχή της ανάπτυξης», υπογραμμίζοντας τη «σημασία» που είχε για τη γερμανική οικονομία να «μην επωμιστεί το σύνολο του χρέους της». Η ίδια σημείωσε πως σε ό,τι αφορά το ελληνικό χρέος ο ρόλος της Γερμανίας δεν είναι βοηθητικός, ενώ κατηγόρησε ευθέως τις κυρίαρχες ελίτ ότι εμποδίζουν σκόπιμα την επιστροφή της ελληνικής οικονομίας σε βιώσιμα επίπεδα. Επιπλέον, τόνισε την ανάγκη να συνδεθεί η συζήτηση για το χρέος με τα πρωτογενή πλεονάσματα και την αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας. «Η αποπληρωμή του χρέους δεν πρέπει να οδηγήσει στην κατάρρευση της οικονομίας μιας χώρας» υπογράμμισε.
Ο Έλληνας ευρωβουλευτής Στέλιος Κούλογλου, αντιπρόεδρος της Επιτροπής Ανάπτυξης του Κοινοβουλίου, σχολίασε από την πλευρά του ότι στην Ελλάδα τουλάχιστον «δεν έχουμε μάθει πολλά πράγματα» αν σκεφτεί κανείς ότι η χώρα έχει βρεθεί χρεωμένη και στο παρελθόν, υπογραμμίζοντας ότι η αντιμετώπιση ενός τέτοιου ζητήματος θα πρέπει να είναι άμεση και πως καλό θα ήταν να αποφευχθεί η εμπλοκή του ΔΝΤ. Για τον Φιλίπ Λαμπέρ, πρόεδρο του κόμματος των Πρασίνων Βελγίου, στη ρίζα του προβλήματος του ελληνικού χρέους βρίσκονται οι «ανεύθυνες ελληνικές κυβερνήσεις του παρελθόντος», αλλά και οι «ανεύθυνοι δανειστές» της Ελλάδας. Ο ίδιος πρότεινε πως η καλύτερη λύση στο πρόβλημα του χρέους δεν είναι άλλη από την επιβολή ενός έκτακτου φόρου στους «κατόχους του κεφαλαίου» οι οποίοι επωφελήθηκαν από αυτό.
Ν. Χριστοδουλάκης: Πρωτογενές πλεόνασμα, 1,5% στο χρέος, 2% στην ανάπτυξη
Υπέρ μιας λύσης για το ελληνικό δημόσιο χρέος η οποία θα ξεκινά από την παραδοχή ότι το πρωτογενές πλεόνασμα του 3,5% για δέκα χρόνια που ζητείται από τη χώρα μας δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί από κανένα κράτος-μέλος, όχι μόνο από την Ελλάδα, τάχθηκε ο πρώην υπουργός Οικονομικών και καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών Νίκος Χριστοδουλάκης. Συγκεκριμένα, ο Έλληνας πρώην υπουργός πρότεινε τα πρωτογενή πλεονάσματα της ελληνικής οικονομίας να κατευθύνονται στο εξής στην αποπληρωμή του χρέους (κατά 1,5%) και σε πολιτικές ανάπτυξης (κατά 2%) ενώ ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας να αναλάβει εξολοκλήρου το βάρος του ελληνικού και ευρωπαϊκού χρέους. Με αυτό τον τρόπο, σύμφωνα με τον κ. Χριστοδουλάκη, θα ικανοποιηθεί η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και θα ωφεληθούν τόσο η Ελλάδα όσο και οι δανειστές της.
Τέλος, ο Λούτσιο Πεντς, επικεφαλής της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υποθέσεων της Επιτροπής, επισήμανε πως η κατάσταση του χρέους γενικά στην Ευρώπη προκαλεί «ανησυχία», αλλά δεν απαιτεί «δραματικές λύσεις». Ο ίδιος τόνισε πως η ενδεδειγμένη αντιμετώπιση του ζητήματος περιλαμβάνει ένα μείγμα πολιτικής και δράσεων με στόχο τη στήριξη της ανάπτυξης, την εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και τη βελτίωση της δημοσιονομικής κατάστασης των χωρών.