Ναι, πρόκειται για μετάλλαξη. Για καταφανή πολιτική μετάλλαξη. Δεν ήταν έτσι ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Δεν ήταν αυτός. Αλλιώς τον είχαμε μάθει, απ' όταν αποφάσισε να μπει στην πολιτική σκηνή, ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση. Ακραίος φιλελεύθερος ναι, νεοφιλελεύθερος κατά την ορολογία του συρμού, όμως σύγχρονος πολιτικός, και μάλλον μετριοπαθής στην πολιτική του συμπεριφορά.
Ε, λοιπόν, έφτασαν δυο μήνες και κάτι, με το που ανέλαβε την ηγεσία της Ν.Δ., για να 'ρθουν τα πάνω κάτω. Για να «ξεπουλήσει» (στη φτήνια δε) το πολιτικό προφίλ που έχτισε χρόνια τώρα...
ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΪΚΟΥ
Δεν είναι ασυνήθιστο το φαινόμενο. Πολλές πολιτικές προσωπικότητες, με το που αναλαμβάνουν κάποιον ιδιαίτερο ρόλο, αποφασίζουν να «προσαρμοστούν» στις ειδικές απαιτήσεις αυτού του ρόλου, με έμφαση στη συμπόρευση προς το δημόσιο αίσθημα. Στο «αίσθημα», ειδικότερα, του πολιτικού χώρου αναφοράς τους. Θα 'λεγε κανείς ότι «σύρονται» απ' αυτό.
Δεν το έκανε ο Κώστας Σημίτης, δεν το έκανε -τόσο...- ο Κώστας Καραμανλής, δεν το έκανε, παλιότερα, ο Γεώργιος Ράλλης. Και δεν τους βγήκε σε κακό, όχι τουλάχιστον στους δύο πρώτους. Το έκαναν, όμως, και το κάνουν οι περισσότεροι. Το κάνει σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με εντυπωσιακή επιμονή δε, και άκρως «θεαματικά». Ασκεί δομική αντιπολίτευση, επιθετική και άναρχη δομική αντιπολίτευση μάλιστα, αντί της προγραμματικής, που, λογικά, θα περίμενε ο καθένας από 'κείνον.
Βλέπουμε έτσι τον αρχηγό της Ν.Δ. να «παίρνει πάνω του» τον Σταύρο Ψυχάρη και τους ισχυρισμούς του, υιοθετώντας στην εντέλεια τις επιδιώξεις και, κατ' ουσίαν, τα συμφέροντά του. Τον βλέπουμε να «παίρνει πάνω του» την εισαγγελέα Τσατάνη αδιαφορώντας στην εντέλεια για τις ξεκάθαρες και μάλλον πειστικές απαντήσεις του υπουργού Παπαγγελόπουλου. Τον βλέπουμε να ζητά την εδώ και τώρα ολοκλήρωση της αξιολόγησης, ενώ παράλληλα απαιτεί την «επιστροφή» του κυβερνητικού σχεδίου επί του ασφαλιστικού και την έναρξη της σχετικής συζήτησης από την αρχή.
Τον βλέπουμε να υιοθετεί ασυζητητί ένα κάποιο δημοσίευμα σχετικό με υποτιθέμενο προσχέδιο απόφασης της προηγούμενης συνόδου κορυφής, μόνο και μόνο επειδή δεν ήταν ευνοϊκό για την κυβέρνηση. Και να οικοδομεί απ' αυτού την αντιπολιτευτική του τακτική. Προσχέδιο που, ωστόσο, διαψεύστηκε την ίδια κιόλας ημέρα. Τον βλέπουμε να απαιτεί επιμόνως την παραίτηση του Γιάννη Μουζάλα για το lapsus linguae. Τον βλέπουμε να αξιοποιεί ενθουσιωδώς την εναντίον του Αριστείδη Μπαλτά γαλάζια μονταζιέρα.
Τον βλέπουμε να ανακηρύσσει την κυβέρνηση Τσίπρα ως τη χειρότερη μεταπολεμικά. Δίχως, προφανώς, να συνειδητοποιεί τι ακριβώς λέει. Τον βλέπουμε ακόμη, προπάντων αυτό, να ξεχνά τις διαβεβαιώσεις του για «εθνική γραμμή» επί του προσφυγικού και να επιτίθεται στην κυβέρνηση εφ' όλης της ύλης. Με εσάνς αντι-τουρκισμού μάλιστα τις τελευταίες μάρες. Παροξύνοντας καθημερινά την επ' αυτού επιθετικότητά του. Αδιαφορώντας για την πανευρωπαϊκή πολυπλοκότητα του θέματος και παραβλέποντας τις τεράστιες προσπάθειες που, πράγματι, καταβάλλει η κυβέρνηση προκειμένου να αναμετρηθεί με τον δυσθεώρητο όγκο του προβλήματος...
Η ιστορία διδάσκει;
Ήταν την περίοδο 1963 με 1967 όταν ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος διαδέχθηκε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στην ηγεσία της ΕΡΕ. Μετριοπαθής, κόσμιος πολιτικός ο Κανελλόπουλος, με σοβαρό «βιογραφικό», άλλαξε τελείως προφίλ με το που ανέλαβε την ηγεσία. Στην προσπάθειά του να φανεί αντάξιος προς τις προσδοκίες του κόσμου της παράταξής του. Ή αυτές που θεωρούσε προσδοκίες της. Έφτασε στο σημείο να καλέσει, δημοσίως, τους βουλευτές της Ένωσης Κέντρου να ρίξουν τον Γεώργιο Παπανδρέου υποσχόμενος κοινοβουλευτική στήριξη στην επιλογή τους. Θεωρούμενος έτσι ως ο εμπνευστής της αποστασίας του 1965. Γεγονός για το οποίο προχώρησε, βέβαια, σε σκληρή αυτοκριτική στη Μεταπολίτευση. Είναι, παρ' όλ' αυτά, εκείνο για το οποίο, προπάντων, τον έχει «καταγράψει» η Πολιτική Ιστορία.
Την περίπτωση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου θυμίζει σήμερα, με τις επιλογές του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Θυσιάζει το πολιτικό προφίλ που, χρόνια τώρα, έχτιζε, προκειμένου να ταιριάξει με το «θυμικό» του κόσμου της παράταξής του. Κολακεύοντας τα «πρωτογενή», τα πιο ανεπεξέργαστα πολιτικά τους αιτήματα. Στην προσπάθειά του να ταυτιστεί με την ακρότερη εκδοχή του κόμματός του. Την ξένη, ωστόσο, προς εκείνον. Και αν είναι ακόμη πολύ νωρίς για να το πει κανείς, κινδυνεύει πράγματι να τον καταγράψει η Ιστορία για επιλογές που ελάχιστα θα τον κολάκευαν.
Και μιας και μπλέξαμε σήμερα με την πολιτική ιστορία του τόπου, ας θυμηθούμε έναν ιστορικό διάλογο του Ελευθερίου Βενιζέλου με τον μεγάλο αντίπαλό του Δημήτριο Γούναρη. Όταν ο Γούναρης είπε στον Κρήτα πρωθυπουργό πως ο ελληνικός λαός είναι κουρασμένος από τους μακρόχρονους Βαλκανικούς Πολέμους. Πως δεν θα ήθελε επ' ουδενί να ξαναμπεί σε πολεμικές περιπέτειες, με τη συμμετοχή του στον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Και ότι είναι γι' αυτό που εκείνος μάχεται για την ουδετερότητα. Ο Βενιζέλος του απάντησε πως αποστολή του πολιτικού ηγέτη δεν είναι να σύρεται από τον λαό, αλλά να τον καθοδηγεί και να τον οδηγεί.
Ε, λοιπόν, είναι ο Ελευθέριος Βενιζέλος, και όχι ο Δημήτριος Γούναρης, που δικαιώθηκε από την Ιστορία...