Βρυξέλλες. Του Γιώργου ΔΑΡΑΤΟΥ
Ποιος μπορεί να μην εκπλαγεί από τις μεταρρυθμίσεις μιας νέας ευρωσκεπτικιστικής, συντηρητικής κυβέρνησης στην καρδιά της Ευρώπης, της πέμπτης σε μέγεθος κοινοτικής χώρας, της Πολωνίας, οι οποίες υπονομεύουν την ίδια την ουσία του λεγόμενου κράτους δικαίου στην ήπειρό μας;
Μέσα σε ελάχιστες ημέρες από τις εκλογές και την ανάληψη της κυβέρνησης από το Κόμμα του Δικαίου και της Δικαιοσύνης του Γιάροσλαβ Καζίνσκι, αυτή, χωρίς να τηρήσει καμία από τις προβλεπόμενες κοινοβουλευτικές και συνταγματικές διαδικασίες και χρονικά όρια, αντικατέστησε όλη την ηγετική ομάδα των διάφορων μυστικών υπηρεσιών πληροφοριών, άλλαξε τις μεθόδους διορισμού των διευθυντικών θέσεων σε όλες τις δημόσιες διοικήσεις και τους ανεξάρτητους δημόσιους οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων και των κρατικών οπτικοακουστικών μέσων, τα οποία τίθενται υπό τον έλεγχο του υπουργείου Οικονομικών, θέτοντάς τα υπό τον απόλυτο έλεγχό της, και πρόσθεσε, χωρίς να το προβλέπει κάποια σχετική νομοθεσία, πέντε «δικούς της» δικαστές στο Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας.
Τώρα προχωρεί ακάθεκτη στην ενοποίηση του αξιώματος του γενικού εισαγγελέα με αυτό του υπουργού Δικαιοσύνης και σε πλήρη μεταρρύθμιση της λειτουργίας των κρατικών οπτικοακουστικών ΜΜΕ, η επισημοποίηση της οποίας θα σημάνει αυτόματα τη λήξη και την απόλυση όλων των συμβολαίων απασχόλησης των εργαζομένων σ' αυτά και την πρόσληψη πιστών στις πολιτικές επιλογές της νέας κυβέρνησης της Βαρσοβίας.
Πώς είναι δυνατόν να συμβαίνουν τέτοιου τύπου οιονεί πολιτικά πραξικοπήματα μέσα στη δημοκρατική Ευρώπη του 21ου αιώνα; Ποιοι δεν γνωρίζουν ότι την Πολωνία εμφανίζονται να την κυβερνούν σήμερα ανδρείκελα του πανίσχυρου αρχηγού του Κόμματος του Δικαίου και της Δικαιοσύνης του Γ. Καζίνσκι, απλού βουλευτή, που δεν συμμετέχει σε κανένα υπουργικό συμβούλιο, δεν υπογράφει τους νόμους που επιβάλλει, δεν συναντά κανέναν ξένο πολιτικό ηγέτη;
Ο Γ. Καζίνσκι είναι γνωστός από το παρελθόν για τις παρανοϊκές απόψεις του περί διεθνών συνωμοσιών εναντίον της χώρας του και ως συγγραφέας ενός πολιτικού προγράμματος το οποίο δεν έχει ποτέ... δημοσιεύσει και το οποίο όλοι οι Ευρωπαίοι, με πρώτους τους ίδιους τους Πολωνούς, βλέπουν με γουρλωμένα μάτια να το θέτει σε εφαρμογή;
Τι κάνει η ενωμένη Ευρώπη για να ελέγξει αυτόν τον καταπατητή στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για τα οποία η ίδια κόπτεται με κάθε ευκαιρία; Το πρώτο ανδρείκελο, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Αντρέι Ντούντα, ήρθε στις Βρυξέλλες, στις αρχές της εβδομάδας, για να εξηγήσει στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (κορυφής) και συμπατριώτη του, Ντόναλντ Τουσκ, ότι «η Πολωνία ανήκει στην ευρωπαϊκή οικογένεια», ενώ ο κ. Τουσκ, πρώην συντηρητικός - φιλελεύθερος πρωθυπουργός (2007-2014), μάσησε τα λόγια του όταν θέλησε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους η Κομισιόν αποφάσισε να θέσει προληπτικά σε λειτουργία, στις 13 Ιανουαρίου, μια πρωτοφανή για τα κοινοτικά χρονικά διαδικασία εναντίον της Πολωνίας για «τη διαφύλαξη του κράτους δικαίου». Έτσι αποφεύχθηκε μια ανοιχτή πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ των δύο Πολωνών.
Αυτός ο φόβος μιας ανοιχτής σύγκρουσης Βαρσοβίας - ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων φάνηκε και στην ομιλία και τη συζήτηση που ακολούθησε στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με το έτερο ανδρείκελο του Γ. Καζίνσκι, τη νέα πρωθυπουργό της χώρας Μπεάτα Σίντλο, η οποία, με μεγάλο θράσος, υπεραμύνθηκε του προγράμματος και των παράνομων αλλαγών στην πατρίδα της λέγοντας εν κατακλείδι: «Ήλθα εδώ (στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) γιατί έχω μεγάλο αίσθημα ευθύνης για τα καθήκοντά μου, αλλά νιώθω πραγματικά ένα αίσθημα αδικίας. Η Πολωνία είναι μια δημοκρατική χώρα, αυτές οι συζητήσεις που κάνουμε εδώ είναι υποτιμητικές και δεν έχουν κανένα νόημα».
Ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν, Ολλανδός Φρανς Τίμερμανς, σαν βρεγμένη γάτα, απάντησε θέλοντας να δικαιολογήσει τη σκληρή, υποτίθεται, γραμμή των Βρυξελλών: «Η συμπεριφορά μας και η δράση μας δεν είναι χρωματισμένες ιδεολογικά» και διαβεβαίωσε την κ. Σίντλο: «Σεβόμαστε την εθνική κυριαρχία της Πολωνίας».
Όσο για τους ευρωβουλευτές της Δεξιάς (Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα - ΕΛΚ), στην οποία μετέχουν και οι ευρωβουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, της Ομάδας των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών με τη συμμετοχή και των ευρωβουλευτών του ΠΑΣΟΚ, καθώς και της Ομάδας των Φιλελευθέρων, μίλησαν προσπαθώντας να λειάνουν και να στρογγυλέψουν, όσο ήταν δυνατόν, τα λόγια τους, ενώ ο γνωστός αρχηγός του ΕΛΚ, Γερμανός Μάνφρεντ Βέμπερ, που είχε σούρει τα εξ αμάξης στον Αλέξη Τσίπρα, δεν άνοιξε καθόλου το στόμα του για να μην κατηγορηθεί ότι όσα λέει απηχούν τις απόψεις της Άνγκελα Μέρκελ, καθώς και για να μην ακούσει από τους αδίστακτους Πολωνούς ότι η Γερμανία ζει ακόμη στο Τρίτο Ράιχ, κάτι που είχαν ήδη πει για τα σχόλια του προέδρου του Ευρωκοινοβουλίου, Γερμανού σοσιαλδημοκράτη Μάρτιν Σουλτς, εναντίον τους.
Για ποιους λόγους αυτή η ηπιότητα των ευρωπαϊκών θεσμών στη συντονισμένη επίθεση της νέας πολωνικής κυβέρνησης σε θεσμούς που άπτονται άμεσα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και που έχουν δοκιμασθεί με σχετική επιτυχία από τον ακροδεξιό εθνικιστή πρωθυπουργό της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν με την εγκαθίδρυση ενός αυταρχικού καθεστώτος στη χώρα του, χωρίς κανείς να θελήσει πραγματικά να τον εμποδίσει;
Η ανεπίσημη απάντηση έρχεται από τον πρόεδρο της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, ο οποίος μιλάει για την ύπαρξη «πολυκρίσης» στην Ευρώπη με την οποία οι θεσμοί είναι αντιμέτωποι, χωρίς όμως να μπορούν να τη δαμάσουν: μεταναστευτικό, τρομοκρατία, βρετανικό δημοψήφισμα, επικίνδυνες για το νεοφιλελεύθερο οικοδόμημα πολιτικές αλλαγές σε Ισπανία και Πορτογαλία, αντιδράσεις στη Γαλλία, παράταση της κρίσης στην Ελλάδα κ.λπ. Πρόκειται για μια πρωτόγνωρη και δραματική κατάσταση, όπως τη χαρακτηρίζει ο Ζ. Κλ. Γιούνκερ, για την οποία η Ένωση δεν έχει έτοιμες απαντήσεις.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φαίνεται να έχει χωριστεί σε στρατόπεδα που υποστηρίζουν τελείως διαφορετικές προσεγγίσεις για τη στήριξη της έννοιας του κράτους δικαίου στην Ευρώπη, ιδίως δε σε μια περίοδο που πολλαπλασιάζονται τα λαϊκιστικά ακροδεξιά κόμματα και οι οπαδοί τους πληθαίνουν παντού στην Ευρώπη.
Ακόμη και οι Σοσιαλδημοκράτες, που υποτίθεται ότι δεν μπορούν να ανεχθούν τέτοιες πολιτικές συμπεριφορές μέσα στην Ευρώπη, δεν ξέρουν τι να πουν όταν ακούν τον ομοϊδεάτη τους πρόεδρο της Τσεχίας, Μίλος Ζέμαν, να λέει ότι είναι πρακτικά αδύνατη η αφομοίωση των μουσουλμάνων στην ευρωπαϊκή κοινωνία, ή όταν ο σοσιαλιστής Σλοβάκος πρωθυπουργός Ρόμπερτ Φίκο αρνείται να ανοίξει τα σύνορα της χώρας του στους πρόσφυγες από τη Συρία. Δεν μπορούμε, βέβαια, να ξεχάσουμε τις αρχές της Δανίας, που διέταξαν την αστυνομία να κατάσχει τα τιμαλφή των προσφύγων που υποδέχεται η χώρα με πρόσχημα την οικονομική συμμετοχή τους στα έξοδα παραμονής τους.
Πολιτικοί σχολιαστές εξηγούν αυτή τη νεοσυντηρητική στροφή της Πολωνίας, η οποία στηρίχθηκε στη συμπεριφορά της Γερμανίας απέναντι στο αυταρχικό υπερδεξιό κόμμα του πρωθυπουργού της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν. Ο Β. Όρμπαν, λένε, το μόνο πρόσωπο που φοβόταν ήταν η καγκελάριος Άν. Μέρκελ και σκλήρυνε εσωτερικά στη στάση του όταν διαπίστωσε πως αυτή αρνήθηκε να καταδικάσει δημόσια τις πολλές κυβερνητικές καταχρήσεις του, σιωπή που μιμήθηκαν και πολλές άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Το συμπέρασμα που έβγαλε ο Β. Όρμπαν και στη συνέχεια, σήμερα, η νέα κυβέρνηση της Πολωνίας είναι ότι μια αυταρχική ακροδεξιά κυβέρνηση μπορεί άνετα να συνυπάρξει με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τις υποχρεώσεις που αυτοί επιβάλλουν. Όχι όμως και μια ήπια αριστερή κυβέρνηση, θα συμπληρώναμε εμείς.