Του Δημήτρη Α. Σεβαστάκη
Υπάρχουν παλιοί καθεστωτικοί κανίβαλοι που μισούν. Αυτό είναι το βασικό πολιτικό τους χαρακτηριστικό. Δεν μπορούν να εισφέρουν τίποτα άλλο στην ελληνική πολιτική σκηνή παρά μόνο το μίσος . Ζουν στο συναισθηματικό και ψυχολογικό άκρο. Μια τρέλα παλιού σταρ. Βωβός κινηματογράφος που χάνεται στον ομιλούντα. Θεωρούν την εξουσία αυτονόητο και ιστορικά υποχρεωτικό δικαίωμά τους. Δεν «μπορεί κανείς να τους την πάρει». Οποιαδήποτε άλλη εξέλιξη (π.χ. να χάσουν εκλογές, να καταρρεύσει η κοινωνική τους απήχηση) τη θεωρούν σφετερισμό. Ως «σφετεριστή» δε, θεωρούν τα πάντα. Την πραγματικότητα, τον πολιτικό αντίπαλο, τους τέως συνοδοιπόρους τους -που τους την κοπάνησαν-, τους τροϊκανούς «που δεν μας στήριξαν», τα αριστερά υφάκια, τους «κουλτουριαραίους» κ.λπ.
Δεν διανοούνται ότι κακοποίησαν και βιαιοπράγησαν οι ίδιοι με τον ατάλαντο πολιτικό παχυδερμισμό τους πάνω στη χώρα, πότε δωροδοκώντας τους πολίτες με θαλασσοδάνεια, κάρτες και ψευδομεγαλεία, και πότε ενοχοποιώντας τους ακριβώς γι' αυτά. Δεν διανοούνται ότι υπήρχε κι άλλος δρόμος. Μια πιο ευλύγιστη και λογική αγροτική πολιτική, που δεν θα χώνει επιδοτήσεις στο παραγωγικό πουθενά, ανάπτυξη χωρίς τους μεγαοϊδεατισμούς της Ολυμπιακής ιδέας (και μάσας), ένας τουρισμός πιο προβλεπτικός στην ποιότητά του, πολύπλευρος, διεποχικός κι όχι «ρουμς του λετ» και, τέλος, μια πολιτική αγωγή κόπου κι όχι λούφας. Αυθαιρεσίες που νομιμοποιούνται, ψεύτικα πιστοποιητικά, κόλπα και ανοχές που επί πολλά έτη ισοστάθμιζαν τις κυβερνητικές και εργολαβικές ανομίες.
Αυτό ακριβώς συγκροτεί το αδιανόητο. Τα απορρίμματα αυτών των επιλογών να υποδεικνύονται ως η μοναδική δυνατότητα του ΣΥΡΙΖΑ. Ο τελευταίος αυτοενοχοποιείται για τα πάντα, με τόλμη και αυτοκαταστροφική επιμέλεια. Τι κάνουμε λοιπόν; Τέως παλατιανοί των άπειρων ετών εξουσίας, οι ψυχαναγκασμοί ή τα συμπλέγματά τους (που τους κάνουν ενίοτε γραφικούς), δεν μπορούν να εξασφαλίσουν πιστώσεις χρόνου, πολιτική διάρκεια και άλλοθι στην Αριστερά. Η προσπάθεια να συντριβεί ο ΣΥΡΙΖΑ με τις πολιτικές που (σ' ένα μεγάλο βαθμό, επιβάλλονται) η προαπαξίωση κάθε πολιτικής του επιλογής, η διαβρωτική μιντιακή του απεικόνιση, χωρίς μάλιστα να υπάρχει διάδοχη κατάσταση, θα οδηγήσει τελικά σε μια εκβιασμένη συγκυβέρνηση; Ο γκρεμός και το ρέμα είναι γνωστά.
Η επιθετική επιλογή συνεργασιών με δουλεμένα πολιτικά πρωτόκολλα είναι ίσως η μόνη δυνατότητα. Να μην περιμένεις να συμβούν τα πράγματα μόνα τους, ασχημάτιστα και πολιτικά αναπότρεπτα, αλλά να επέμβεις εσύ στο σχήμα τους, στο πολιτικό ιχνογράφημα τους. Λίγα και σημαντικά που χρειάζονται ευρείες συνέργειες. Να θέσει η Αριστερά τους όρους, γιατί ούτως ή άλλως θα τεθούν στρεβλά, όταν δεν θα υπάρχει πλέον χρόνος. Και είδαμε ότι λειτουργεί εντελώς παραμορφωτικά το να μην έχεις περιθώρια χρόνου. Να γίνει ομάδα εργασίας που θα δουλέψει θέματα συνεργασιών. Χωρίς επαφή με τον κεντροαριστερό ζωτικό χώρο δεν υπάρχουν περιθώρια πολιτικής αντίδρασης στο διαφαινόμενο οικονομικό και κοινωνικό αδιέξοδο. Άλλωστε είναι γνωστό ότι στην επάρκειά του, στην ισχύ του μπορεί κανείς να πείσει, όχι στην (αυριανή του) αδυναμία.
Η Πορτογαλία δείχνει κάτι σημαντικό. Τη δυνατότητα να ιεραρχούνται τα μεγέθη χωρίς να καταστέλλονται από τα στερεότυπα, τους μικρομεγαλισμούς και την οίηση. Αν αργήσει ο ΣΥΡΙΖΑ, θα επιτρέψει σε έναν χαιρέκακο ρεβανσισμό (όπως αυτόν τον ηλίθιο, που περιέγραψα στην αρχή του κειμένου) και στους απελπιστικούς αναχρονισμούς της πολιτικής πιάτσας να βυθίσουν εκ νέου τη μικρή και εύθραυστη δυνατότητα.