ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΓΕΩΡΓΑΤΟΥ*
Το πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ, που περιελάμβανε την κατάργηση των Μνημονίων και την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, στηρίχθηκε σε ένα κεντρικό «στρατήγημα»: τη σκληρή διαπραγμάτευση με τους δανειστές, η οποία, για μια σειρά λόγων, δεν μπορούσε παρά να καταλήξει σε κάποιο είδος συμβιβασμού. Αυτό θα επέτρεπε σε πρώτη φάση την υλοποίηση του προγράμματος της Θεσσαλονίκης και σε δεύτερη την έξοδο από την ύφεση και την έναρξη μιας αναπτυξιακής διαδικασίας.
Με συστηματική δουλειά και τη βοήθεια της συγκυρίας, το πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ ωρίμασε σε ένα συνεκτικό «αφήγημα» που αφομοιώθηκε από πλατιά λαϊκά στρώματα, τα οποία στήριξαν τον ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές και στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου. Την επομένη όμως του δημοψηφίσματος, η βασική παραδοχή πάνω στην οποία στηρίζονταν το στρατήγημα της διαπραγμάτευσης κατέρρευσε με δραματικό τρόπο, διότι το ευρωσύστημα αποδείχτηκε πολύ πιο ανθεκτικό από ό,τι είχε αρχικά υποτεθεί. Ελλείψει εναλλακτικής λύσης, η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να υποχωρήσει και να αποδεχτεί τους επαχθείς όρους ενός νέου Μνημονίου μπροστά στο ενδεχόμενο μιας οικονομικής και κοινωνικής καταστροφής.
Προφανώς, δεν αρκεί να πούμε «συγγνώμη, λάθος». Προκύπτουν ερωτήματα, υπάρχουν ευθύνες. Δεν έχει όμως νόημα να «κλαίμε πάνω από το χυμένο γάλα», όπως θα έλεγαν οι Κέλτες. Εκείνο που χρειάζεται επειγόντως είναι η αναζήτηση ενός νέου πολιτικού σχεδίου, μιας νέας προοπτικής. Και σε αυτό το επίπεδο, το δίλημμα είναι αν το πλαίσιο του ευρωσυστήματος μπορεί να αλλάξει ή εάν θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε για μια διαφορετική πορεία εκτός αυτού.
Η ερώτηση «εντός ή εκτός» δεν μπορεί να απαντηθεί διαισθητικά. Κατ' αρχάς, πάντως, μια άλλη σχέση ή μια (εθελούσια και συντεταγμένη) έξοδος από το ευρωσύστημα δεν είναι αδιανόητη, ούτε συνεπάγεται κατ' ανάγκη τη μετατροπή μιας ανεπτυγμένης ευρωπαϊκής Δημοκρατίας -όπως είναι η Ελλάδα- σε Βόρεια Κορέα. Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα είναι κοινές με αυτές άλλων χωρών της Μεσογείου (Κύπρος, Ισραήλ, Τουρκία, Ιταλία, Αίγυπτος): κοιτάσματα, τουρισμός, πολιτιστικά αποθέματα, ασφάλεια, μεταναστευτικές ροές κ.ά. Επομένως, μια «χαλαρή» περιφερειακή συμμαχία με αυτές τις χώρες φαίνεται να έχει αντικειμενική βάση. Μόνο που κάτι τέτοιο θα χρειάζονταν μια πειθαρχημένη προετοιμασία.
Ιδού, λοιπόν, η Ρόδος, ιδού και το πήδημα. Μπορούμε, έστω και εντός Μνημονίου, να θωρακίσουμε θεσμικά τη χώρα απέναντι στους κερδοσκόπους, να αναμορφώσουμε το Δημόσιο και να επιτύχουμε μια φιλολαϊκή αναδιανομή; Μπορούμε να αξιοποιήσουμε τον σπόρο που έσπειρε ο πεντάμηνος αγώνας μας για να βρούμε ερείσματα στη νότια Ευρώπη και στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου; Αντέχουμε μια έντιμη διαπραγμάτευση με τους γείτονές μας για να επιλυθούν τα χρόνια προβλήματα στο Αιγαίο και στην Κύπρο;
Το νόμισμα δεν είναι το μείζον εάν η χώρα έχει προετοιμαστεί επαρκώς και έχει θωρακιστεί απέναντι σε όλα τα ενδεχόμενα. Ακόμη και εάν επιλέξουμε να παραμείνουμε ή να διατηρήσουμε μια ειδική σχέση με το ευρωσύστημα, η επεξεργασία μιας νέας, πιο ανοιχτής πολιτικής θα απομυθοποιήσει τα πράγματα, θα διαλύσει τα ταμπού και θα μας προσφέρει μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ απέναντι στις ηγεμονικές δυνάμεις της Ευρώπης.
Το θέμα, επομένως, δεν είναι να φύγουμε πανικόβλητοι προς το άγνωστο ή να παραμείνουμε αδρανείς και μοιραίοι στα ίδια, αλλά να βρούμε καινούργιες συντεταγμένες, εκτός του δεδομένου πλαισίου, εκτός βεληνεκούς, εκτός πεδιάς.
* Ο Σπύρος Γεωργάτος διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων