ΤΟΥ ΑΝΕΣΤΗ ΤΑΡΠΑΓΚΟΥ
Στις 25 Ιανουαρίου αυτής της χρονιάς η πλειονότητα των λαϊκών τάξεων, αναδεικνύοντας τον ΣΥΡΙΖΑ, σε συμμαχία με τους ΑΝ.ΕΛΛ., στη διακυβέρνηση της χώρας, έκφρασε την απόφασή της για την απαλλαγή της χώρας από τα Μνημόνια, για τον τερματισμό του κατήφορου της λιτότητας, για μια προοπτική οικονομικής και κοινωνικής ανάταξης. Και η κυβέρνηση «κοινωνικής σωτηρίας» ανέδειξε πραγματικά τους στόχους υλοποίησης της πολιτικής της με τα μέτρα αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης, την αποκατάσταση των απολυμένων δημοσίων υπαλλήλων, την πρόθεση αποκατάστασης του κατώτατου μισθού και της λειτουργίας των συλλογικών συμβάσεων, τη δημιουργία θέσεων εργασίας για τους ανέργους κ.λπ.
Εντούτοις ο σφιχτός εναγκαλισμός της χώρας από τους εκπροσώπους του χρηματοπιστωτικού, βιομηχανικού και εμπορικού κεφαλαίου της ευρωπαϊκής ηπείρου, διά μέσου του Eurogroup, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της ΕΚΤ, με αφορμή την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους, μετάλλαξε με σαφήνεια τα δεδομένα της άσκησης της κυβερνητικής πολιτικής. Η κυβέρνηση οδηγήθηκε σε έναν πεντάμηνο μαραθώνιο διαπραγματεύσεων, στην τελική φάση των οποίων ήρθε αντιμέτωπη με τις βάρβαρες πλέον τελεσιγραφικές απαιτήσεις των θεσμών της 25ης Ιουνίου. Μάλιστα η κυβέρνηση έρχεται να διαπραγματευτεί, υπό την απειλή της χρηματοπιστωτικής ασφυξίας, την αποπληρωμή και διευθέτηση ενός χρέους που δεν δημιούργησε η Αριστερά ούτε προφανώς ο κόσμος των εργαζομένων, ενός χρέους που δημιούργησαν και διόγκωσαν τραγικά υπέρμετρα οι μνημονιακές κυβερνήσεις και που προέκυψε από τη φορολογική ασυλία και τις οικονομικές ενισχύσεις του αστικού κράτους προς το επιχειρηματικό κεφάλαιο, ενός χρέους που δεν είναι κατά κανέναν τρόπο βιώσιμο και απαιτείται η διαγραφή του μεγαλυτέρου μέρους του.
Είναι ηλίου φαεινότερον ότι οι πολιτικοί εκπρόσωποι της εγχώριας και των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων παραβλέπουν τη λαϊκή ετυμηγορία της 25ης Ιανουαρίου, και θέλουν να επιβάλουν την συνέχιση της πολιτικής των Μνημονίων (π.χ. συνέχιση μείωσης συντάξεων, αποτροπή έκτακτης φορολογικής εισφοράς των κερδοφόρων επιχειρήσεων, παρεμπόδιση λειτουργίας συλλογικών διαπραγματεύσεων κ.λπ.). Μιας πολιτικής που επιχειρεί να μονιμοποιήσει την λειτουργία της εξαγωγής μορφών απόλυτης υπεραξίας του ευρωπαϊκού καπιταλισμού ως τρόπου εξόδου του κεφαλαίου από την κρίση υπερσυσσώρευσης. Μ' αυτή την έννοια, ο εκβιασμός που επιχειρήθηκε δεν εκφράζει απλώς την πρόθεση των «δανειστών», αλλά την ομόθυμη απόφαση των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων είτε να θέσουν τέρμα στην αριστερή διακυβέρνηση της χώρας, είτε να την οδηγήσουν σε μια ταπεινωτική συμφωνία που ακυρώνει τα ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά της.
Έτσι η προσφυγή της ελληνικής κυβέρνησης στη διεξαγωγή δημοψηφίσματος την 5η Ιουλίου, στην προοπτική λειτουργίας της λαϊκής ετυμηγορίας για το «ναι» ή «όχι» στις εκβιαστικές προτάσεις των «θεσμών», αποτελώντας την έσχατη καταφυγή της κυβέρνησης της Αριστεράς, ταυτόχρονα προσλαμβάνει μια πολλαπλή νοηματοδότηση. Κατ' αρχήν καταφεύγει στον κυρίαρχο λαό και πρωτίστως στις λαϊκές τάξεις, δίνοντάς τους την ευκαιρία να πουν τον δικό τους τον λόγο στα δραματικά τεκταινόμενα σε ελληνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, μια διαδικασία γνήσια δημοκρατική και μάλιστα με χαρακτηριστικά αμεσότητας. Ωστόσο μια τέτοια δημοκρατική προσφυγή συναντά τη λυσσαλέα αντίδραση των εγχώριων και ευρωπαϊκών εκπροσώπων του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, παρ' όλο που η κυβέρνηση το προηγούμενο διάστημα είχε κάνει σημαντικές υποχωρήσεις προκειμένου να επιτύχει έναν «έντιμο συμβιβασμό» (συνέχιση ιδιωτικοποιήσεων δημόσιων επιχειρήσεων, διατήρηση του ΕΝΦΙΑ κ.ά.).
Η είσοδος της άμεσης δημοκρατίας στις πολιτικές διαδικασίες είναι πραγματικά «κόκκινο πανί» για τις κυρίαρχες ευρωπαϊκές ελίτ, όπως έχει γίνει και ο ίδιος ο κεϋνσιανισμός για τον σύγχρονο καπιταλισμό, και το παράδειγμα του γαλλικού δημοψηφίσματος για το ευρωπαϊκό σύνταγμα δεν είναι και τόσο μακριά. Και άλλωστε σήμερα, στην ελληνική περίπτωση, εν αντιθέσει με την περίπτωση της Γαλλίας όπου οι δυνάμεις που τάσσονταν κατά του ευρωσυντάγματος ήταν εξαιρετικά μειοψηφικές στη γαλλική Εθνοσυνέλευση, οι δυνάμεις που συγκροτούν το μέτωπο του «όχι» (ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝ.ΕΛΛ.) συγκεντρώνουν τη λαϊκή πλειοψηφία. Θεωρητικά βέβαια σ' αυτό το μέτωπο της αντιπαλότητας στους εκβιασμούς των «θεσμών» θα μπορούσε να κινηθεί και το ΚΚΕ επιλέγοντας κατηγορηματικά το «όχι», αντί οποιασδήποτε σκέψης για την επιλογή του λευκού ή της αποχής.
Τα αποτελέσματα της κατίσχυσης του «όχι» στο δημοψήφισμα θα είναι καταλυτικά προς κάθε κατεύθυνση. Στο εσωτερικό μέτωπο θα είναι ένα ισχυρό ράπισμα προς τις δυνάμεις του αστικού μνημονιακού τόξου (Ν.Δ., Ποτάμι, ΠΑΣΟΚ), που με μόλις το 30% αθροιστικά της εκλογικής επιρροής ονειρεύονται την επάνοδό τους στη διακυβέρνηση της χώρας, είτε με την είσοδο του Ποταμιού στην υπάρχουσα κυβέρνηση είτε με τον σχηματισμό μιας φαντασιακής κυβέρνησης εθνικής ενότητας με τους θεματοφύλακες της μνημονιακής καταστροφής. Η λαϊκή απάντηση με το πλειοψηφικό «όχι» θα επικυρώσει την οριστική τους καταβαράθρωση σε πρωτοφανείς χαμηλές εκλογικές επιδόσεις, και θα επισφραγίσει τον χρεοκοπημένο και αναξιόπιστο χαρακτήρα τους. Γι' αυτό και η μόνη πολιτική με την οποία θα κινηθούν δεν θα είναι άλλη από την τρομολαγνεία, περί χρεοκοπίας, περί εξόδου από τη ζώνη του ευρώ κ.ά.
Παράλληλα, η προσφυγή στην αυθεντικά δημοκρατική διαδικασία του δημοψηφίσματος πραγματικά κλονίζει την ακραία νεοφιλελεύθερη αρχιτεκτονική του ευρωπαϊκού υπερεθνικού καπιταλιστικού οικοδομήματος, στο μέτρο που για τις ευρωπαϊκές ελίτ η ευρωπαϊκή πολιτική επικαθορίζεται από τις γραφειοκρατίες των Βρυξελλών και της Φραγκφούρτης. Η είσοδος των λαϊκών δημοκρατικών διαδικασιών στο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο των «καθώς πρέπει» εκπροσώπων αλλάζει εκ βάθρων τα ευρωπαϊκά δεδομένα, στον βαθμό μάλιστα που τέτοιου είδους δημοκρατικές διαδικασίες είναι πολύ πιθανόν να ακολουθηθούν σε χώρες όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία. Αυτή η δημοκρατική «εισβολή» στους ευρωπαϊκούς οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς μπορεί να αλλάξει εκ βάθρων τις λειτουργίες τους, να τους αποσταθεροποιήσει και να τους μεταλλάξει, να τους μετασχηματίσει ή να τους ξεπεράσει.
Αποδεικνύεται τελικά περίτρανα ότι, στη σημερινή εποχή της επιστροφής σε μορφές εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας και επικράτησης ακραίων νεοφιλελεύθερων δογμάτων, το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα, που επαίρονταν σε προηγούμενες δεκαετίες για τα δημοκρατικά του χαρακτηριστικά, σήμερα γίνεται όλο και περισσότερο ασύμβατο με τη λειτουργία της δημοκρατίας. Άλλωστε αν ανατρέξει κανείς στην ιστορική διαμόρφωση των ευρωπαϊκών θεσμών και συμφωνιών (Μάαστριχτ, ένταξη στην ΟΝΕ και στην Ευρωζώνη, ευρωπαϊκό σύνταγμα, Σύμφωνο για το ευρώ κ.λπ.), διαπιστώνει ότι όλες αυτές οι πολυσήμαντες ρυθμίσεις πέρασαν μόνον από τα ευρωπαϊκά κοινοβούλια και σε καμία περίπτωση δεν υποβλήθηκαν στη βάσανο του διαλόγου και των λαϊκών δημοψηφισμάτων.
Ουσιαστικά, ποτέ στην ιστορία ο καπιταλισμός και η δημοκρατία δεν είχαν καλές και συμβατές σχέσεις, παρά μόνον στο μέτρο που δεν απειλούνταν η αστική ταξική κυριαρχία. Σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου μέσα από δημοκρατικές και επαναστατικές διαδικασίες η λειτουργία της δημοκρατίας ευθέως απειλούσε τα καπιταλιστικά συμφέροντα, η απάντηση που δινόταν από τις αστικές δυνάμεις ήταν η πραξικοπηματική κατάπνιξη στο αίμα των δημοκρατικών οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών, όπως και σήμερα τα ευρωπαϊκά τελεσίγραφα επιδιώκουν τη συνέχιση και τη διεύρυνση της κοινωνικής καταστροφής των λαϊκών τάξεων.