Του Γιάννη Σιώτου
Μιλώντας για το χρέος, κάθε λογικός άνθρωπος κατανοεί ότι για τους Έλληνες- όχι μόνο τους σημερινούς αλλά και αυτούς που έρχονται- πρόκειται για αγώνα επιβίωσης. Όλοι ομονοούν ότι το σημερινό χρέος και η εξυπηρέτησή του είναι μια θηλιά η οποία άλλοτε θα σφίγγει και άλλοτε θα χαλαρώνει, ανάλογα με τα κέφια των πιστωτών αλλά και τις συνθήκες του διεθνούς οικονομικού και πολιτικού περιβάλλοντος.
Η αλήθεια είναι ότι σήμερα οι συνθήκες που επικρατούν στην παγκόσμια αγορά χρήματος είναι σχεδόν ειδυλλιακές. Τα επιτόκια βρίσκονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα και υπάρχει πλεονάζουσα προσφορά κεφαλαίων, δεδομένα τα οποία θα αργήσουμε πολύ να ξαναζήσουμε. Αύριο όμως;
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι σήμερα το σχετικό κόστος των δανειστών από χαλάρωμα του βρόγχου είναι σίγουρα υποδεέστερο σε σχέση με εκείνο που ενδεχομένως θα μπορούσε να διαμορφωθεί μετά λίγα χρόνια.
Αυτό είναι το ένα δεδομένο. Το δεύτερο αφορά την ποιότητα των επιχειρημάτων που προβάλλουν οι πιστωτές: Ό,τι έχουν πει μέχρι σήμερα περιορίζεται στο "αφού χρωστάτε, θα πληρώσετε". Το τρίτο δεδομένο αφορά τους μηχανισμούς άσκησης πίεσης. Αν κάποιος ιστορικός αποφασίσει να μελετήσει τις επικοινωνιακές τακτικές αλλά και τη στρατηγική που έχει ακολουθηθεί από την αρχή της διαπραγμάτευσης μέχρι σήμερα μπορεί να καταλήξει το συμπέρασμα ότι πρόκειται για ένα «ποιοτικό άλμα» που χαράζει νέους δρόμους στην «πολιτική επικοινωνία».
Αρκετοί σπουδαίοι οικονομολόγοι, μερικοί από αυτούς και νομπελίστες, έχουν ασκήσει κριτική στη μέχρι τώρα στάση των δανειστών χρησιμοποιωντας πληθώρα επιχειρημάτων. Κάποιοι κάνουν λόγο για μια οικονομικά αδιέξοδη πολιτική, η οποία στο τέλος θα γυρίσει μπούμερανγκ. Άλλοι πάλι προβάλλουν το επιχείρημα ότι η αδιαλλαξία μπορεί να λειτουργήσει ως μόνιμη πηγή αστάθειας και αποσταθεροποίησης της Ευρωζώνης. Υπάρχουν και εκείνοι που υποστηρίζουν ότι το ελληνικό προηγούμενο μπορεί να έχει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα όταν η κρίση χρέους ξεσπάσει σε πιο ισχυρές οικονομίες, όπως στην ιταλική και στην γαλλική. Επίσης, κάποιοι αναφέρονται στον τρόπο που δημιουργήθηκε το χρέος προβάλλοντας το επιχείρημα ότι σε ένα ποσοστό του ήταν αποτέλεσμα πρακτικών που δεν χαρακτηρίζονται από τη νομιμότητα. Δεν λείπουν κι εκείνοι που αποπειρώνται να μπολιάσουν τον οικονομικό ρεαλισμό με την ηθική.
Πριν από μερικές μέρες το "Spiegel" σε δημοσίευμά του χρησιμοποίησε το "παρελθόν" προκειμένου να επισημάνει ότι στο ελληνικό πρόβλημα πολλοί απο τους δανειστές χρησιμοποίησαν εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις προκειμένου να λύσουν δικά τους προβλήματα. Μάλιστα για τον σκοπό αυτό προέβαλαν την περίπτωση της γερμανικής ενοποίησης.
Η επιστροφή στο παρελθόν μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα πρόσφορη όχι τόσο για να πείσει τους πιστωτές (σ.σ.: υπάρχει άλλωστε κάποιος επαγγελματίας δανειστής που να λαμβάνει υπόψη τις περιπέτειες υγείας του οφειλέτη;), αλλά για να δείξει την υποκρισία, την απληστία και τα πραγματικά κίνητρα που τους χαρακτηρίζουν. Και πιο ενδεικτική περίπτωση θα πρέπει να θεωρηθεί εκείνη που αφορά τις πολεμικές αποζημιώσεις που κλήθηκε να πληρώσει η Γερμανία αμέσως μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε αυτή τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης, που κράτησε δέκα και πλέον έτη, βρίσκουμε όλους τους σημερινούς πρωταγωνιστές του ελληνικού δράματος (εκτός του ΔΝΤ). Μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι τότε, όπως και τώρα, τα επιχειρήματα των δύο πλευρών (αυτού που απαιτεί και εκείνου που πληρώνει) παρέμειναν παραπλήσια. Αλλά το πιο σημαντικό είναι το πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να προσαρμόσει τα επιχειρήματά του ανάλογα με την «καρέκλα που κάθεται».
Οι Βερσαλλίες
Η ιστορία ξεκινά το 1919. Τότε υπογράφεται η Συνθήκη των Βερσαλλιών, με την οποία έληξε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος. Η Συνθήκη, που υπεγράφη προκειμένου να ενισχύσει νομικά το αίτημα των επανορθώσεων, έθετε τον νομικό όρο της «ενοχής για τον πόλεμο». Πρόθεση των νικητών ήταν με τον τρόπο αυτό να αποσυνδέσουν τις υποχρεώσεις της χώρας από τους εκάστοτε κυβερνήτες της. Με το τρόπο αυτόν επιβεβαιωνόταν η διαχρονική ευθύνη της χώρας ανεξαρτήτως καθεστώτος. Αν και η νομική αυτή ερμηνεία πρόσφερε στους νικητές επιχειρήματα για να διεκδικήσουν αποζημιώσεις το ύψος των οποίων μπορεί να έφθανε στο σύνολο του οικονομικού κόστους που είχαν, από την άλλη πλευρά έδινε στους Γερμανούς ένα καταρχήν ηθικό και, κατά δεύτερον, νομικό επιχείρημα να αμφισβητήσουν το ύψος των επανορθώσεων. Το επόμενο βήμα ήταν ο καθορισμός του ύψους των αποζημιώσεων. Γι' αυτό χρειάστηκε να περάσουν περίπου δύο χρόνια. Οι δύο πλευρές εκμεταλλεύτηκαν τις ιδιαιτερότητες αλλά και τις σύνθετες οικονομικές σχέσεις που είχαν μεταξύ τους οι σύμμαχοι. Για παράδειγμα, η προτεραιότητα των Γάλλων ήταν φυσικοί πόροι (άνθρακας και ξυλεία) για τη αποκατάσταση των κατεστραμμένων περιοχών αλλά και χρήματα για την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών τους προβλημάτων. Οι Βρετανοί δεν απαιτούσαν μόνο τα ποσά για την αποκατάσταση των φυσικών φθορών, αλλά και τα ποσά των συντάξεων σε χήρες, ορφανά και αναπήρους πολέμου. Από την άλλη, αναζητούσαν πόρους για να πληρώσουν τα δάνεια που όφειλαν στις ΗΠΑ, καθώς ο ρεπουμπλικάνος πρόεδρος Χάρντινγκ απαιτούσε την εξυπηρέτησή τους με το επιχείρημα «Δανείστηκαν τα χρήματα, έτσι δεν είναι;». Σε ένα τέτοιο πλαίσιο απαιτήσεων η στάση της Βρετανίας βασιζόταν στη δυνατότητα αποπληρωμής, ενώ των Γάλλων στον χρόνο αποπληρωμής.
Η πολιτική της εκπλήρωσης
Τον Μάιο (5/5) 1921, ο Βρετανός πρωθυπουργός Lloyd George εν ονόματι των συμμάχων επέδωσε τελεσίγραφο στον Γερμανό πρέσβη στο Λονδίνο σύμφωνα με το οποίο το ύψος των επανορθώσεων έφθανε τα 132 δισ. χρυσά μάρκα και σε αυτά θα έπρεπε να προστεθεί μία αποζημίωση 6 δισ. στο Βέλγιο. Η Γερμανία ήταν υποχρεωμένη να πληρώσει το πρώτο δισεκατομμύριο εντός 25 ημερών ενώ αξίωναν και την άμεση πληρωμή ενός ποσού 12 δισ. που έγινε ληξιπρόθεσμο την 1η Μαΐου. Η γερμανική κυβέρνηση παραιτείται και η κυβέρνηση συνασπισμού (σοσιαλδημοκράτες, κόμμα του κέντρου και το γερμανικό δημοκρατικό κόμμα) που τη διαδέχεται σχεδιάζει μία στάση: την «πολιτική της εκπλήρωσης». Τι σήμαινε αυτό; Ότι θα αποδέχονταν τις υποχρεώσεις, αλλά θα προσπαθούσαν να προβάλουν την αδυναμία συγκέντρωσης του απαιτούμενου ποσού των δόσεων. Με τον τρόπο αυτό θα αποδείκνυαν τον παραλογισμό της πολιτικής των επανορθώσεων!!! Η αλήθεια ήταν ότι η Γερμανία αδυνατούσε να συγκεντρώσει ακόμα και το ποσό της οφειλής της 30ής Μαΐου.
Στα τέλη του ίδιου χρόνου οι Γερμανοί δήλωσαν την αδυναμία τους να πληρώσουν την ετήσια δόση και ζήτησαν την αναστολή της πληρωμής. Η στάση αυτή πέρασε χωρίς συνέπειες και φθάσαμε ενάμιση χρόνο αργότερα. Τότε στη Γερμανία κυβερνούσε μία κυβέρνηση τεχνοκρατών με πρωθυπουργό τον Cuno (επιχειρηματίας).
Το Ρουρ
Ο Γερμανός τεχνοκράτης δήλωσε για μία ακόμα φορά την αθέτηση της πληρωμής των επανορθώσεων προς τη Γαλλία. Η απάντηση της άλλης πλευράς δεν άργησε. Η Γαλλία και το Βέλγιο καταλαμβάνουν την περιοχή του Ρουρ λόγω της αθέτησης της υποχρέωσης από τη Γερμανία να παραδώσει ξυλεία, τηλεγραφικούς στύλους και άνθρακα. Η γερμανική κυβέρνηση των τεχνοκρατών φορτώνει την ευθύνη της «αμέλειας» στην προηγούμενη κυβέρνηση (Wirth), η οποία ακολούθησε την πολιτική «πρώτα ψωμί , μετά επανορθώσεις». Στη κατοχή του Ρουρ η Γερμανία απάντησε με την πολιτική της «παθητικής αντίστασης», η οποία βασιζόταν στην άρνηση εκτέλεσης των εντολών των κατακτητών. Αποτέλεσμα, δύο χρόνια μετά το τελεσίγραφο Γάλλοι και Βέλγοι δεν μπορούσαν να πάρουν τίποτε λόγω του μποϊκοτάζ. Τον Αύγουστο, η κυβέρνηση των τεχνοκρατών παραιτήθηκε, ενώ η οικονομία πληττόταν από τον υπερπληθωρισμό. Παρ' όλα αυτά, οι Γερμανοί πολιτικοί εξακολουθούσαν αταλάντευτα να ακολουθούν την ίδια πολιτική στις επανορθώσεις. Η κυβέρνηση Στρέζεμαν που τη διαδέχθηκε χρησιμοποίησε τις επανορθώσεις ως μέσο για την ανάκτηση της γερμανικής ισχύος, δηλαδή προσπάθησε να δείξει ότι κάνει προσπάθειες για να εκπληρώσει τους όρους των συνθηκών που είχαν υπογράψει, αλλά η οικονομική κατάσταση δεν το έκανε εφικτό...
Αναζητώντας λεφτά
Χωρίς να πληρώνουν, φτάνουμε αισίως στο 1924. Η Γερμανία πλήττεται από πολιτική αστάθεια, ενώ στη Γαλλία υπάρχει πολιτική αναστάτωση λόγω κυρίως του πληθωρισμού. Ο Γάλλος πρωθυπουργός Πουνκαρέ άρχισε να αναζητά λύσεις που θα του επέτρεπαν να εισπράξει κάποια χρήματα από τις επανορθώσεις αντί να τα χάσει όλα. Έτσι γνωστοποίησε στους Βρετανούς ότι ήταν πρόθυμος να συμφωνήσει στην αναθεώρηση του ζητήματος των επανορθώσεων. Με την πρόταση που προέβλεπε τη σύσταση επιτροπών που θα εξέταζαν το θέμα των επανορθώσεων συμφώνησαν Βρετανία και ΗΠΑ. Επικεφαλής ήταν ο Αμερικανός τραπεζίτης Τσαρλς Ντόουζ. Η Γερμανία είχε κερδίσει τον πρώτο γύρο στον αγώνα να μην πληρώσει.
Η ρήτρα ανάπτυξης
Η ιστορία δεν σταματάει εκεί. Στη Γαλλία έγιναν εκλογές και ο νέος Γάλλος πρωθυπουργός, ο Herriot, αποδέχθηκε τη «ρήτρα ανάπτυξης», δηλαδή ότι η Γερμανία έπρεπε να πληρώνει με βάση την οικονομική της ανάπτυξη. Στο μεταξύ είχε ολοκληρωθεί το σχέδιο Ντοούζ, που μεταξύ των άλλων ανέφερε ότι οι απαιτήσεις των 132 δισ. υπερέβαιναν κατά πολύ τις οικονομικές δυνατότητες της Γερμανίας και θα έπρεπε να προστατευτεί η νομισματική σταθερότητα της χώρας. Για τον λόγο αυτόν πρότεινε την καταβολή ετήσιας δόσης 1 δισ., που θα έφθανε τα 2,5 δισ. μέσα σε πέντε χρόνια. Ως εγγυήσεις για την ορθή εκτέλεση της συμφωνίας πρότεινε να δοθούν οι γερμανικοί σιδηρόδρομοι καθώς και να υποθηκευτούν ορισμένα κρατικά έσοδα. Ο γερμανικός θρίαμβος ολοκληρώθηκε με συμφωνία παροχής δανείων στη Γερμανία που θα έβαζαν μπροστά τη γερμανική οικονομία.
Η Γερμανία είχε κερδίσει και τον δεύτερο γύρο. Θα πλήρωνε ψίχουλα και αυτά από τα δάνεια που θα της χορηγούσαν οι πιστωτές της! Ο θρίαμβος ολοκληρώθηκε σε λιγότερο από πέντε χρόνια.
Το αίσιο τέλος
Τον Φεβρουάριο του 1929 είχαν ξεκινήσει στο Παρίσι οι διαπραγματεύσεις για το ζήτημα των επανορθώσεων. Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν στο σχέδιο Γιανγκ, το οποίο προέβλεπε ότι ή Γερμανία θα συνέχιζε να αποπληρώνει έως το 1988. Δεν θα υπήρχε εποπτεία, αλλά ούτε και ενεχυρίαση. Σε περίπτωση που η Γερμανία δυσκολευόταν να πληρώσει δόσεις, θα μπορούσε να προσφύγει σε μία διεθνή επιτροπή που θα έλυνε το θέμα. Επίσης ανέφερε ότι περίπτωση που οι ΗΠΑ αποδέχονταν τη μείωση των ποσών που τους χρώσταγαν οι συμμαχικές χώρες, τότε τα 2/3 της μείωσης θα αφαιρούνταν από τις επανορθώσεις...
Και φυσικά αυτή η ιστορία μπορεί να μη λέει τίποτε για τους ξένους, αλλά για τους δικούς μας, που υποστηρίζουν "την εύλογη στάση των εταίρων", ίσως να είναι μία ευκαιρία για να το ξανασκεφτούν...