Live τώρα    
Ο ρόλος των δημόσιων επενδύσεων στην αριστερή πολιτική διακυβέρνηση
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ο ρόλος των δημόσιων επενδύσεων στην αριστερή πολιτική διακυβέρνηση

Του Ανέστη Ταρπάγκου

Από όλες τις πλευρές στο πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και ευρύτερα του ελληνικού αριστερού κινήματος, κρίνεται ότι στη σημερινή κατάσταση παραγωγικής καταστροφής που έχει οδηγηθεί η ελληνική οικονομία, (από την κρίση υπερσυσσώρευσης, τη λειτουργία των ευρωπαϊκών νομισματικών και δημοσιονομικών ρυθμίσεων και τη μνημονιακή πολιτική), δεν μπορεί να δρομολογηθεί μια ουσιαστική οικονομική ανάταξη, μετά την πεντάχρονη ύφεση, παρά μόνον ή κυρίως με το ξεδίπλωμα ευρύτατων προγραμμάτων δημοσίων επενδύσεων. Αυτά αντιμετωπίζονται από τη διπλή οπτική: αφενός της αναγκαιότητας σοβαρής μείωσης της υπερμεγέθους ανεργίας του 27%, αφετέρου της λειτουργίας τους ως «ατμομηχανής» για την κοινωνική ανάπτυξη. Αλλά και πέραν της σημερινής συγκυρίας, η Αριστερά, στις διάφορες εκδοχές της, στις προηγούμενες δεκαετίες υποστήριζε συστηματικά τη διεύρυνση των δημοσίων επενδύσεων, σε αντιδιαστολή με την ανάπτυξη του ιδιωτικού καπιταλισμού, θεωρώντας ότι αυτές μπορούν να εξασφαλίζουν τη μεγέθυνση του ΑΕΠ και την εφαρμογή μέτρων κοινωνικής δικαιοσύνης.

Βλέποντας συνολικότερα το ζήτημα, και με αφετηρία το τέλος του εμφυλίου πολέμου (1946-49) και την εκκίνηση μιας οικονομικής ανόρθωσης της χώρας, κάτω όμως από την αστική κυριαρχία και την επιρροή του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, μπορούμε να πούμε ότι για τέσσερις δεκαετίες (1950-90), το αστικό κράτος λειτουργούσε ισχυρά ως τροφοδότης τέτοιου είδους επενδυτικών δραστηριοτήτων. Αυτές είχαν διπλό σκοπό: Από τη μια πλευρά απέβλεπαν στην επενδυτική ανάπτυξη δημόσιων επιχειρήσεων (ενέργειας, επικοινωνιών κ.λπ.), το επενδυτικό βάρος των οποίων δεν μπορούσαν να σηκώσουν οι ιδιώτες καπιταλιστές, με στόχο την εξασφάλιση ρεύματος, επικοινωνιών κ.ά. του αναπτυσσόμενου επιχειρηματικού κεφαλαίου. Από την άλλη πλευρά, την κατασκευή μεγάλων δημόσιων τεχνικών έργων υποδομών (σιδηρόδρομοι, αρδευτικά δίκτυα, εθνικές οδοί, δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης), που καθιστούσαν ευχερέστερη την κυκλοφορία των εμπορευμάτων και του εργατικού δυναμικού και ταυτόχρονα διασφάλιζαν στοιχειώδεις όρους διαβίωσής του.

Εντούτοις, από τις απαρχές της δεκαετίας του 1990, με την επικράτηση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, ο ρόλος των δημόσιων επενδύσεων άρχισε σοβαρά να διαφοροποιείται, εφόσον οι δημόσιες επιχειρήσεις άρχισαν να μπαίνουν στο στόχαστρο της ιδιωτικοποίησης, που προωθήθηκε στην αρχή σταδιακά και στη συνέχεια με γρηγορότερους ρυθμούς, μέχρι τη σημερινή περίοδο (αεροδρομίων, λιμένων, οδικών αξόνων κ.λπ.). Ωστόσο παράλληλα λειτουργούσε το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, στη βάση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εισροών (Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης και ΕΣΠΑ), που είχε θέσει στο επίκεντρό του την κατασκευή των «Μεγάλων Έργων» (Εγνατία, ΠΑΘΕ, Αερολιμένας Αθηνών, Μετρό κ.ά.), στην κατεύθυνση δημιουργίας ενός «χώρου» ταχείας κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, των κεφαλαίων, των υπηρεσιών και του εργατικού δυναμικού (αρχές της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς) [πολυπληθείς οι αναλύσεις μας στην τελευταία εικοσαετία στην εφημερίδα «Πριν» και στο περιοδικό «Θέσεις»] . Εντούτοις και τα ίδια αυτά τεχνικά έργα υποδομών που κατασκευάζονταν με εθνική και κοινοτική χρηματοδότηση, άρχισαν πλέον να μπαίνουν στο στόχαστρο της αποκρατικοποίησης (Αττική Οδός, Ζεύξη Ρίου - Αντιρρίου, Εγνατία Οδός κ.λπ.). Δημόσιες επιχειρήσεις και τεχνικά έργα υποδομών τέθηκαν πλέον στην τροχιά της μεταφοράς της εκμετάλλευσής τους στο τραπεζικό και κατασκευαστικό κεφάλαιο.

Έτσι, από την αρχή της καπιταλιστικής κρίσης (2008) και μέχρι σήμερα, καταγράφεται μια συστηματική και συνεχής μείωση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, που έχει φτάσει στα ιστορικά χαμηλότερα όρια. Αυτό το γεγονός έχει καταστήσει εξαιρετικά ατροφική αν όχι περιθωριακή πλέον την δημόσια επενδυτική παρέμβαση στην οικονομική δραστηριότητα της χώρας, πράγμα που επιτείνει την ύφεση, σε συνδυασμό με τη δημοσιονομική λιτότητα, την παρατεταμένη ανεργία και τη συνεχιζόμενη εκκαθάριση επιχειρηματικών μονάδων. Άλλωστε η ίδια η κατασκευή έργων τεχνικών υποδομών στη σημερινή περίοδο, που έχει προσλάβει πλήρως χαρακτηριστικά ιδιωτικοποιημένης κατασκευής και εκμετάλλευσης, πραγματοποιείται από τις εισροές που προκύπτουν από τη λειτουργία του πυκνού δικτύου σταθμών διοδίων, δηλαδή δημόσιας φορολόγησης των χρηστών των οδικών αξόνων για τη χρηματοδότηση ιδιωτικοποιημένων τεχνικών έργων στην τελευταία εικοσαετία (1996-2005). Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων βέβαια απαρτίζεται από χρηματοδοτήσεις κατασκευής / βελτίωσης / συντήρησης τεχνικών έργων υποδομών κατά 65% (οι υπόλοιπες δράσεις αφορούν την τεχνολογική καινοτομία, την προστασία του περιβάλλοντος, μέτρα για την αντιμετώπιση ευπαθών κοινωνικών ομάδων). Διαπιστώνεται ότι ενώ στην πρώτη δεκαετία (1996-2004) εμφανίζει ανοδική πορεία, από εκεί και πέρα και με την εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης (2005-2015) παρουσιάζει έντονη συρρίκνωση των δημοσίων επενδύσεων.

Διαπιστώνεται με άλλες λέξεις μια ανοδική πορεία του ΠΔΕ από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2000 (Β' Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, χρηματοδότηση Ολυμπιακών Έργων), η οποία ακυρώνεται στην επόμενη πενταετία (2004-09) εξ αιτίας της απαρχής εφαρμογής μιας «σφιχτής» δημοσιονομικής πολιτικής (εκμηδενισμός των ελλειμμάτων που επέβαλαν οι ρυθμίσεις της Ευρωζώνης). Στην τελευταία περίοδο της βαθύτατης καπιταλιστικής κρίσης και της επιβολής πλέον δρακόντειων δημοσιονομικών περικοπών (2009-2015), η μείωση των δημόσιων επενδυτικών δαπανών συνεχίζεται σταθερά. Άλλωστε πλέον οι τεχνικές υποδομές της χώρας εκχωρούνται στο ιδιωτικό επιχειρηματικό κεφάλαιο και εφαρμόζεται η πολιτική της μεθόδου των ΣΔΙΤ, με απώτερη επιδίωξη τη μετακύλιση του επενδυτικού κόστους στους ώμους των χρηστών (π.χ. υπέρογκες αυξήσεις ύψους και σταθμών διοδίων κλπ.), αλλά και τη διασφάλιση της εκμετάλλευσης από τα τεχνικά ολιγοπώλια και το τραπεζικό σύστημα. Οι δημόσιες επενδύσεις έχουν έτσι οδηγηθεί στην παρακμή κάτω από το βάρος των δημοσιονομικών περικοπών, των καταναγκασμών αποπληρωμής του δημόσιου χρέους και των επιταγών των Συνθηκών που διέπουν τη λειτουργία της ζώνης του ευρώ.

Πολύ δυσμενέστερη βέβαια εμφανίζεται η επενδυτική άπνοια στον ιδιωτικό τομέα της καπιταλιστικής οικονομίας και ιδιαίτερα στην ελληνική βιομηχανία από το 2009 και μέχρι σήμερα. Σ' αυτή την περίπτωση καταγράφεται μια συνεχής μείωση της επενδυτικής δραστηριότητας από έτος σε έτος. Μόνον οι τεχνολογικές εξελίξεις άλλωστε επηρεάζουν σχετικά τα επενδυτικά κίνητρα, ενώ όλοι οι άλλοι επενδυτικοί παράγοντες είναι αρνητικοί, τόσο εξ αιτίας των ευρύτερων οικονομικών εξελίξεων όσο και λόγω των απαιτήσεων του επιχειρηματικού κεφαλαίου προκειμένου να προχωρήσει σε επενδύσεις: Τα κέρδη των επιχειρήσεων (που παρουσιάζονται χαμηλά λόγω της αρνητικής αποδοτικότητας των ιδίων κεφαλαίων), οι μειωμένες προσδοκίες για αύξηση της ζήτησης (εξ αιτίας της συρρίκνωσης της αγοραστικής δύναμης των λαϊκών νοικοκυριών), η διαθεσιμότητα και το κόστος των κεφαλαίων (λόγω της απουσίας ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος) κ.λπ.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα στο επίπεδο των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων στην ελληνική οικονομία στην εξαετία της καπιταλιστικής κρίσης και της πολιτικής των μνημονίων, ποιοι είναι οι άξονες κίνησης μιας ριζοσπαστικής οικονομικής επενδυτικής πολιτικής στο επίπεδο της αριστερής πολιτικής διακυβέρνησης; Μεταξύ των άλλων παραμέτρων μπορούν να επισημανθούν:

α) Οι δημόσιες επενδύσεις δεν μπορούν παρά να αποτελέσουν μια πρώτη οικονομική προτεραιότητα, στο μέτρο που το επιχειρηματικό κεφάλαιο για να ξεπεράσει την επενδυτική του απροθυμία απαιτεί την εφαρμογή πολλών Μνημονίων, τον εκμηδενισμό των φορολογικών επιβαρύνσεων και την έσχατη ταπείνωση του κόστους της εργασίας.

β) Εντούτοις, με τη διαμορφωμένη κατάσταση παραγωγικής καταστροφής και δημοσιονομικής στενότητας, το ζήτημα των πόρων για τη χρηματοδότηση των δημόσιων επενδυτικών δράσεων αποκτά βαρύνουσα σημασία. Οι αναγκαίες πηγές δεν μπορούν προφανώς να εξασφαλιστούν παρά με την ισχυρή φορολόγηση των κερδοφόρων τομέων του κεφαλαίου και την απαλλαγή από το ετήσιο επώδυνο βάρος της αποπληρωμής των τόκων και χρεολυσίων του δημόσιου χρέους.

γ) Αυτή η δημόσια επενδυτική δραστηριότητα δεν μπορεί να κατευθύνεται στην παραπέρα ενίσχυση του ιδιωτικού καπιταλιστικού τομέα, αλλά να αφορά πρωτίστως την επενδυτική στήριξη των μορφών συνεταιριστικής και κοινωνικοποιημένης παραγωγικής δραστηριότητας ( π.χ. στήριξη παραγωγικών αγροτικών συνεταιρισμών, απόκτηση δημοσίου εργατικού ελέγχου μεγάλων εργοστασίων που κλείνουν κ.ά.).

δ) Η παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών από αυτό τον κοινωνικό οικονομικό τομέα δεν μπορεί παρά να αφορά κυρίως ζωτικά είδη πρώτης ανάγκης των λαϊκών τάξεων, των οποίων το εισόδημα έχει υποστεί συντριπτικά πλήγματα, και να διοχετεύεται σε δίκτυα εμπορίας πέραν του ανταγωνιστικού κυκλώματος των αλυσίδων σούπερ μάρκετ και των καπιταλιστικών επιχειρήσεων.

ε) Η όλη διαδικασία πραγματοποίησης των εκτεταμένων αυτών δημόσιων επενδύσεων, μακράν τού να αποκτά κρατικά γραφειοκρατικά χαρακτηριστικά (ενδεχόμενη αναβίωση μορφών κρατικού καπιταλισμού), οφείλει να βρίσκεται κάτω από έναν εθνικό δημοκρατικό λαϊκό έλεγχο, σχεδιασμό και προγραμματισμό, που να προσδιορίζει συλλογικά το «τι να παράγουμε, πώς να το παράγουμε» κ.λπ.

στ) Τέλος, απαιταίται η πριμοδότηση κατ' εξοχήν των δημόσιων επενδύσεων σε σημαντικές μεταποιητικές δραστηριότητες, έναντι εκείνων που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής, τα οποία βέβαια έχουν την σπουδαιότητά τους, εντούτοις όμως δεν παράγουν άμεσα ακαθάριστη αξία, και η συμβολή τους στην οικονομική ανάταξη είναι έμμεση και μακροπρόθεσμη.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0