Live τώρα    
Περί σύγκλισης Ελλάδας - Κύπρου
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Περί σύγκλισης Ελλάδας - Κύπρου

Στα μέσα Ιουλίου, με αφορμή τα 40 χρόνια από το φασιστικό πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, δεκάδες στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, μεταξύ των οποίων τρία μέλη της Π.Γ., ευρωβουλευτές και βουλευτές δημοσίευσαν ανακοίνωση με τίτλο «Αναγκαία όσο ποτέ η σύγκλιση Ελλάδας-Κύπρου», χωρίς να μας εξηγούν τι εννοούν με τον αδόκιμο για την περίσταση όρο «σύγκλιση».

Στο ίδιο κείμενο, εμμέσως πλήν σαφώς, απορριπτόταν η ιδέα της διζωνικής - δικοινοτικής ομοσπονδίας ως πλαίσιο για την επίλυση του Κυπριακού, τον τερματισμό της κατοχής και την επανένωση του νησιού. Η ανακοίνωση διαπνεόταν από την αντίληψη που θέλει την μη ύπαρξη της Τουρκοκυπριακής κοινότητας ως πολιτικής οντότητας και συστατικού της κυπριακής δημοκρατίας από την ίδρυσή της, το 1960.

Φοβούμαι ότι κάποιοι, ακόμα και στον χώρο της Αριστεράς, δεν εννοούν να αντιληφθούν ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ανεξάρτητο κράτος εδώ και 54 χρόνια. Είναι πλήρες μέλος του ΟΗΕ εξαρχής και μέλος του Κινήματος των Αδεσμεύτων από το 1962, ενώ έχει ενταχθεί και στην Ε.Ε. ως σύνολο, από το 2004, με τη σύμφωνη γνώμη και της κυπριακής Αριστεράς, συμπεριλαμβανομένων των Κυπρίων κομμουνιστών.

Αν με το «σύγκλιση» οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες εννοούν να διδαχτεί κάποια πράγματα η Ελλάδα από την εξωτερική πολιτική της Κύπρου, πρόκειται για σωστή προσέγγιση.

Ως ανεξάρτητη χώρα, η Κύπρος επιδίωκε πάντοτε τη συνεργασία με την Ελλάδα και τις εκλεγμένες κυβερνήσεις της, ωστόσο στην εξωτερική πολιτική των δύο χωρών υπήρξαν σημαντικές διαφοροποιήσεις. Για παράδειγμα, στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, σταθμίζοντας τα ιδιαίτερα συμφέροντά της, η Κυπριακή Δημοκρατία διαδραμάτισε ενεργό ρόλο υπέρ της ειρήνης και των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων ως μέλος του Κινήματος των Αδεσμεύτων χωρών, αρνούμενη να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, του οποίου η Ελλάδα είναι μέλος από το 1952.

Η σταθερά ανεξάρτητη και φιλειρηνική πολιτική του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας αρχιεπισκόπου Μακαρίου, που υποστηριζόταν και από το ΑΚΕΛ και ευρύτερες πολιτικές δυνάμεις του νησιού, δεν άρεσε στις ηγεσίες των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, που χαρακτήριζαν τον επί δύο δεκαετίες δημοκρατικά εκλεγμένο Κύπριο Πρόεδρο «Κάστρο της Μεσογείου».

Τη θέση της μη ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ είχαν ακολουθήσει και οι μετά τον Μακάριο Πρόεδροι της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλαδή οι Σπ. Κυπριανού, Γ. Βασιλείου, Γλ. Κληρίδης, Τ. Παπαδόπουλος και Δημ. Χριστόφιας. Μάλιστα, ο Γλαύκος Κληρίδης, όταν είχε ερωτηθεί για το αν τον απασχολούσε αυτό το ζήτημα, είχε απαντήσει: «εγώ προτείνω την αποστρατιωτικοποίηση της Κύπρου, άρα δεν συζητώ ένταξη στο ΝΑΤΟ».

Η διαφοροποίηση της επίσημης εξωτερικής πολιτικής της Κύπρου έναντι της αντίστοιχης ελλαδικής δεν περιοριζόταν μόνο στο ζήτημα του ΝΑΤΟ, αλλά και σε άλλα θέματα διεθνούς ειρήνης, όπως π.χ. των πυρηνικών όπλων. Στον ΟΗΕ η Κύπρος έχει υπερψηφίσει διεθνείς αποφάσεις υπέρ του πυρηνικού αφοπλισμού, τις οποίες η Ελλάδα έχει καταψηφίσει.

Ακόμα και πιο πρόσφατα, το 2011, η Κύπρος με Πρόεδρο τον Δημ. Χριστόφια είχε αρνηθεί τη χρησιμοποίηση του εδάφους, του εναέριου χώρου της και των λιμανιών της για διευκόλυνση του πολέμου του ΝΑΤΟ στη Λιβύη, στον οποίο η κυβέρνηση της Ελλάδας είχε εμπλακεί εξαρχής ενεργητικά.

Με αυτά τα δεδομένα, οι αριστερές δυνάμεις της Κύπρου είχαν σθεναρά αντιταχθεί στις εξ Αθηνών εκπορευόμενες θέσεις περί «ενιαίου αμυντικού δόγματος Ελλάδας - Κύπρου». Τί εννοούν, λοιπόν, ορισμένοι σήμερα στην Ελλάδα όταν προτείνουν τη «σύγκλιση Ελλάδας - Κύπρου»; Και τί συνεπάγεται αυτό για την εξωτερική πολιτική των δύο χωρών; Αν επρόκειτο να διδαχθει η Ελλάδα από την αδέσμευτη και ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική της Κυπριακής Δημακρατίας, έχει καλώς. Αν επρόκειτο να διδαχθεί η Ελλάδα από το πώς η de facto διχοτομημένη Κυπριακή Δημοκρατία οριοθέτησε την ΑΟΖ, υπογράφοντας διμερείς συμφωνίες με Αίγυπτο, Ισραήλ και Λίβανο, επίσης έχει καλώς.

Πέρα, όμως, από την εξωτερική πολιτική και τον διεθνή τους ρόλο, η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν σημαντικές διαφορές και στις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές τους δομές.

Βεβαίως, πρόκειται για δύο καπιταλιστικές χώρες, οι οποίες ζουν με τον ίδιο επώδυνο τρόπο τις συνέπειες της τρέχουσας διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης. Εντελώς διαφορετικά πλήττονται, ωστόσο, από την κρίση οι κοινωνικές τάξεις στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Η έγκυρη εφημερίδα «Φιλελεύθερος» πληροφορούσε πρωτοσέλιδα στις 3-8-2014: "Δεν πλήρωσαν οι 'μεγάλοι'". Και την προηγούμενη, 2-8-2014, η ίδια εφημερίδα είχε ως κεντρικό θέμα το «Κρύβουν χρήμα εκτός Κύπρου». Με άλλα λόγια, οι Κύπριοι καπιταλιστές δεν διαφέρουν από τους Ελλαδίτες «αδελφούς». Δεν είναι τυχαίο ότι τα αριστερά εργατικά συνδικάτα της Κύπρου -ελληνοκυπριακά και τουρκοκυπριακά- πραγματοποιούν κοινές εκδηλώσεις και συνεργάζονται στενά στη διεκδίκηση της επανένωσης της κοινής τους πατρίδας. Επίσης είναι γνωστό ότι Τουρκοκύπριοι διαδηλώνουν στα κατεχόμενα για τα δικαιώματά τους, μεμφόμενοι την κυβέρνηση της Άγκυρας και ανεμίζοντας κυπριακές σημαίες.

Τέλος, επειδή με μεγάλη ευκολία -θα 'λεγα και ανευθυνότητα- κάποιοι υποτιμούν τη μεγάλη Αριστερά της Κύπρου και το ΑΚΕΛ, ας τους θυμίσουμε ότι μέχρι την πρόσφατη μεγάλη κρίση οι Κύπριοι εργαζόμενοι απολάμβαναν κατακτήσεις όπως η ΑΤΑ και κοινωνικές παροχές πολύ καλύτερες των Ελλήνων συναδέλφων τους, ενώ το 2008 η Αριστερά έγινε κυβέρνηση στην Κύπρο, εκλέγοντας στη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας τον ηγέτη του ΑΚΕΛ Δημ. Χριστόφια, ο οποίος -καλό είναι να το θυμόμαστε κι αυτό- είχε αφήσει εκτός δεύτερου γύρου στις τότε προεδρικές εκλογές τον Τ. Παπαδόπουλο (οριακά πρώτος είχε έρθει ο υποστηριχθείς από τον ΔΗΣΥ Γ. Κασουλίδης).

* Ο Πάνος Τριγάζης είναι υπεύθυνος του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων και Θεμάτων Ειρήνης του ΣΥΡΙΖΑ και μέλος της Πρωτοβουλίας Ειρήνης «Έτος Κύπρου 2014».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0