Το κλίμα στην τελευταία ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πριν διαλυθεί το σώμα για τις ευρωεκλογές ήταν σχεδόν εορταστικό: Καταφέραμε να σώζουν οι τράπεζες τις τράπεζες, πανηγύριζε ο πρόεδρός του Μάρτιν Σουλτς, ικανοποιημένος από την υπερψήφιση των τριών νομοσχεδίων για τον δεύτερο πυλώνα της τραπεζικής ένωσης και για την εθνική εγγύηση των καταθέσεων, έως 100.000 ευρώ.
Σε μια Ευρώπη που έχει ματώσει τα τελευταία χρόνια, πληρώνοντας τα σπασμένα των τραπεζών -κάποιες χώρες περισσότερο από τις άλλες-, η προοπτική να σταματήσουν να πληρώνουν στο μέλλον οι φορολογούμενοι, όταν μια τράπεζα απειλείται με χρεοκοπία, μοιάζει με βάλσαμο. Μόνο που η υπόσχεση αυτή έχει κάτι το μετέωρο, αφού πρώτον, το Ταμείο Εκκαθάρισης (SRM) θα γεμίσει -από τον οβολό των τραπεζών- σε οκτώ χρόνια, ενώ το ποσό που θα μαζευτεί θα είναι 55 δισεκατομμύρια ευρώ, πολύ μικρό για να σώσει έστω και μία πραγματικά μεγάλη τράπεζα, εάν αυτή κλονιστεί.
Επιπλέον, κάποιοι... κακόπιστοι φοβούνται ότι ο οβολός των τραπεζών στον SRM καθώς και στο εθνικό ταμείο εγγυήσεων θα προέλθει από τους πελάτες τους, είτε με μείωση των επιτοκίων στις καταθέσεις είτε με αύξηση των επιτοκίων στα δάνεια. Ας ελπίσουμε ότι οι φόβοι τους είναι αβάσιμοι.
Εν πάση περιπτώσει, οι ευρωβουλευτές αποφάσισαν ότι στο μέλλον το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων θα παραμείνει εθνικό, αλλά θα εναρμονιστεί για όλα τα κράτη - μέλη, ενώ τα λεφτά της εγγύησης θα τα βάζουν οι τράπεζες. Αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες κάθε κράτους - μέλους θα γεμίζουν τα ταμεία εγγύησης με «πραγματικό χρήμα» και στην περίπτωση που μια τράπεζα χρεοκοπήσει οι καταθέτες με ποσά κάτω των 100.000 ευρώ θα πάρουν πίσω τα λεφτά τους και δη εντός επτά εργάσιμων ημερών - αλλά στο τέλος του 2023.
Υπενθυμίζεται ότι μέχρι σήμερα την ευθύνη της αποπληρωμής των μικροκαταθετών σε περίπτωση χρεοκοπίας μιας τράπεζας την είχαν τα δημόσια ταμεία -οι φορολογούμενοι, δηλαδή- πλην κάποιων εξαιρέσεων σε ορισμένες χώρες.
Να σημειωθεί ότι η λογική της εγγύησης είναι να λειτουργεί αποτρεπτικά. Εάν πραγματικά δοκιμαστεί, ο θεός βοηθός.
Για την ώρα της κρίσης
Μετά την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, την απόφαση για το ποια τράπεζα πρέπει να σωθεί και ποια θα αφεθεί να καταρρεύσει δεν θα την παίρνουν αποκλειστικά οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης, όπως ήθελε ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, αν και θα έχουν την τελευταία λέξη. Θα εμπλέκεται σημαντικά και η Κομισιόν, μειώνοντας τον διακυβερνητικό χαρακτήρα του πονήματος. Το Κοινοβούλιο πανηγύρισε αυτή την παραχώρηση που απέσπασε από το Συμβούλιο, ανακοινώνοντας ότι «μειώνονται τα περιθώρια για πολιτικά παιχνίδια που θα μπορούσαν να παρεμποδίζουν τη δράση κατά των τραπεζών και διασφαλίζεται ότι το ταμείο εξυγίανσης θα μπορεί να ενεργοποιείται πιο γρήγορα και να χρησιμοποιείται με πιο δίκαιο τρόπο».
Μοντέλο Κύπρου
Στο εξής, εάν χρειάζεται διάσωση μια τράπεζα, θα εφαρμόζεται το μοντέλο Κύπρου: Πρώτα θα πληρώνουν το κόστος οι κύριοι δικαιούχοι της (μέτοχοι και ομολογιούχοι), μετά οι καταθέτες άνω των 100.000 ευρώ, και μόνο εάν τα κεφάλαια αυτά δεν επαρκούν θα παρεμβαίνουν πρώτα οι εθνικές αρχές και στη συνέχεια ο μόνιμος μηχανισμός στήριξης ESM. Αυτά στο μεσοδιάστημα των δέκα χρόνων μέχρι την ολοκλήρωση της τραπεζικής ενοποίησης, στη συνέχεια το κόστος διάσωσης τρόπον τινά κοινοτικοποιείται. Αυτό το μορατόριουμ των δέκα χρόνων είναι και η μεγάλη νίκη του Γερμανού υπουργού Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, έναντι εκείνων που ήθελαν μια πραγματική ευρωπαϊκή εγγύηση των καταθέσεων των τραπεζών εδώ και τώρα.