Το παραμύθι περί ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας και έλευσης καλύτερων ημερών το 2014 δεν γίνεται πλέον πιστευτό ακόμη και μεταξύ «συστημικών» οικονομολόγων και αναλυτών. Εξαίρεση ίσως αποτελούν όσοι επιθυμούν να διατηρήσουν ζωντανό, για λίγο καιρό ακόμη, τον μύθο του success story προκειμένου να αποκομίσουν συγκεκριμένα οικονομικά οφέλη.
Η αμερικάνικη Citigroup σε πρόσφατη έκθεσή της υποστηρίζει πως η Ελλάδα θα παραμείνει σε ύφεση τόσο το 2014 (-1,9%) όσο και το 2015 (-0,5%), ενώ η πρώτη χρονιά με αναιμικούς, όμως, ρυθμούς ανάπτυξης θα είναι το 2016 (+1,1%). Επίσης, σε χαμηλά επίπεδα θα παραμείνει ο ρυθμός ανάπτυξης τόσο το 2017 (1,4%) όσο και το 2018 (1,3%). Η παραμονή της Ελλάδας σε καθεστώς ύφεσης για δύο ακόμη χρόνια αποδίδεται στην εφαρμογή νέων περιοριστικών δημοσιονομικών μέτρων (περικοπές δαπανών, αύξηση φόρων) αφού οι εξαγωγές θα αδυνατούν να δώσουν σημαντική ώθηση στην οικονομία. Φυσικό επακόλουθο όλων αυτών είναι η αύξηση της ανεργίας στο 28,9% του εργατικού δυναμικού το 2015.
Οι αναλυτές της αμερικανικής τράπεζας εκτιμούν πως το δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να αυξάνεται, ξεπερνώντας το 200% του ΑΕΠ τη διετία 2016-2017, ακόμη και αν μειωθούν τα επιτόκια στα δάνεια που έχουν χορηγήσει οι πιστωτές. Αυτό θα συμβεί εξαιτίας της μη ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας αλλά και του αρνητικού πληθωρισμού που επιδεινώνει τον λόγο χρέος/ΑΕΠ. Σύμφωνα με τη Citigroup, ο μοναδικός τρόπος αποκατάστασης της δημοσιονομικής βιωσιμότητας της χώρας είναι το «κούρεμα» των δανείων του επίσημου τομέα (κράτη και διεθνείς οργανισμοί) κάτι όμως που δεν αναμένεται να συμβεί σύντομα, τουλάχιστον.
Από την πλευρά τους οι οικονομικοί αναλυτές της γαλλικής τράπεζας BNP Paribas υποστηρίζουν ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο και προβλέπουν πως, αν δεν αλλάξουν οι εφαρμοζόμενες πολιτικές και δεν σημειωθεί ουσιαστική οικονομική ανάκαμψη, το δημόσιο χρέος θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα (άνω του 160-170% του ΑΕΠ) για τα επόμενα δέκα, τουλάχιστον, χρόνια. Σύμφωνα με την έκθεση της γαλλικής τράπεζας, η μείωση του δημοσίου χρέους πρέπει να επιχειρηθεί μέσω της άσκησης άλλων, αναπτυξιακών, πολιτικών, ενώ απαραίτητο θεωρείται το «κούρεμα» του χρέους χωρίς όμως κάτι τέτοιο να είναι πιθανό.
Ο Ηλίας Λεκκός, επικεφαλής οικονομικός αναλυτής της Τράπεζας Πειραιώς υποστηρίζει, σε πρόσφατη έκθεση, πως ο στόχος για θετικό ρυθμό ανάπτυξης το 2014, ιδίως οι προβλέψεις για ανάπτυξη άνω του 1% το επόμενο έτος, είναι δύσκολο να επιτευχθεί αν βασιστούμε σε ένα πρότυπο συνεχούς μείωσης των εισαγωγών και χωρίς το θετικό αποτέλεσμα της σύγκρισης του τουρισμού με την πολύ χαμηλή βάση του 2012.
Επίσης αναφέρει πως η υιοθέτηση ενός νέου αναπτυξιακού πρότυπου βασισμένου στα εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες με εξαγωγικό κυρίως προσανατολισμό, αν και αποτελεί ορθή επιλογή, αποδίδει σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Κατά συνέπεια, στο άμεσο μεταβατικό διάστημα η ανάπτυξη θα πρέπει να στηριχθεί σε στρατηγικές ταχείας απόδοσης με πρώτο βήμα τη σταθεροποίηση της κατανάλωσης που αποτελεί, άλλωστε, το 70% της οικονομίας. Αν αυτό συμβεί, τότε η οικονομία μπορεί να ενισχυθεί σημαντικά μέσω της μεγέθυνσης των υπολοίπων συνιστωσών του ΑΕΠ και κυρίως των επενδύσεων.
Όμως υπάρχουν δύο σοβαρά εμπόδια σε αυτό το σενάριο. Αρχικά η κατάσταση όσον αφορά την ιδιωτική κατανάλωση δεν φαίνεται να βελτιώνεται. Η δυνατότητα αντίδρασης των νοικοκυριών παρουσιάζεται εξαιρετικά περιορισμένη και δεν πρέπει να αποκλείεται ένα νέο αρνητικό σοκ, καθώς ο λόγος αποταμίευσης βυθίζεται σε ολοένα και πιο αρνητικά επίπεδα, γεγονός το οποίο υποδηλώνει ότι τα ελληνικά νοικοκυριά για 4 συνεχόμενα χρόνια (συμπεριλαμβανομένου του 2013) αντλούν από τα συσσωρευμένα περιουσιακά τους στοιχεία σε μια προσπάθεια να διατηρήσουν το τρέχον βιοτικό τους επίπεδο (σ.σ.: και κυρίως να καλύψουν τις αυξημένες υποχρεώσεις τους).
Ακόμη όμως και αν αυξηθεί η κατανάλωση, η χώρα θα αδυνατεί να αυξήσει τις επενδύσεις όσο το ελληνικό Δημόσιο θα είναι υποχρεωμένο να κατευθύνει τα όποια πρωτογενή πλεονάσματα προς την εξυπηρέτηση του χρέους στο εξωτερικό. Πιο συγκεκριμένα, η Ελλάδα τα επόμενα τρία χρόνια θα πρέπει να καταγράψει πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 1,5% του ΑΕΠ (2,8 δισ. ευρώ ) το 2014, 3% (5,7 δισ. ευρώ) το 2015 και 4,5% (9 δισ. ευρώ) το 2016. Σύμφωνα με τον κ. Λεκκό, εάν κάθε χρόνο τα πλεονάσματα αυτά ανακυκλώνονταν στην ελληνική οικονομία με τη μορφή επενδύσεων, ακόμα και αν αυτό οδηγούσε σε αύξηση των εισαγωγών για πρώτες ύλες ή/και κεφαλαιουχικά αγαθά, η συμβολή των πρωτογενών πλεονασμάτων στο ΑΕΠ θα ανέρχονταν σωρευτικά κοντά στο 4-6%. Αντίθετα, με τα τωρινά δεδομένα, η επίτευξη πλεονασμάτων θα σημαίνει συνολική εκροή από την ελληνική οικονομία κεφαλαίων ύψους 17,5 δισ. ευρώ με αντίστοιχη πτώση των καταθέσεων και της ρευστότητας.