Από την περασμένη εβδομάδα που ξεκίνησε ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν, το υπουργείο Εργασίας μέσω διαρροών κατέστησε σαφές ότι η επικείμενη αύξηση στον κατώτατο μισθό θα είναι περιορισμένη κάτω από τις αρχικές εκτιμήσεις, σύμφωνα με τις οποίες το κατώφλι των αποδοχών για τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα θα μπορούσε να φτάσει και τα 950 ευρώ μεικτά.
Πολύ υπαινικτικά το υπουργείο Εργασίας σημειώνει πλέον ότι η αύξηση στον κατώτατο μισθό (θα ισχύσει από 1η Απριλίου) θα πρέπει να ισορροπήσει μεταξύ της ικανοποιητικής αύξησης αλλά και των αντοχών των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, σε ένα περιβάλλον ασφυκτικών πιέσεων της οικονομίας. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι προωθείται ένα «συντηρητικό σενάριο» αύξησης, η οποία θα κυμαίνεται κοντά στα 25 με 30 ευρώ, ανεβάζοντας τον νέο κατώτατο πάνω από τα 900 ευρώ μεικτά. Επομένως, ο στόχος για κατώτατο μισθό στα 950 ευρώ δεν ισχύει για φέτος... λόγω πολέμου. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, οι αυξήσεις στην ενέργεια και στα καύσιμα θεωρούνται βέβαιες και αναμένεται να επηρεάσουν -άμεσα- τον πληθωρισμό και μια σειρά αγαθών, πιέζοντας και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, σημαντικό μέρος των οποίων απασχολεί ή προσλαμβάνει εργαζόμενους που αμείβονται με τον μισθό εκκίνησης.
Μείωση εισοδήματος
Μια αναιμική αύξηση των 30 ευρώ τον μήνα θα έχει σημαντικές επιπτώσεις για τους πλέον αδύναμους που σήμερα δυσκολεύονται να καλύψουν τις άμεσες ανάγκες τους, οδηγώντας ουσιαστικά σε νέα μείωση του πραγματικού εισοδήματος με δεδομένες τις νέες ανατιμήσεις στο σούπερ μάρκετ, στα καύσιμα, στους λογαριασμούς ρεύματος και στο συνεχιζόμενο ράλι στα ενοίκια.
Δεύτερη δουλειά ή εξαντλητικά ωράρια
Με αυτά τα δεδομένα η αναζήτηση δεύτερης δουλειάς, νόμιμης ή όχι, από τους εργαζόμενους είναι μονόδρομος. Άλλωστε, ήδη οι μισοί εργαζόμενοι στην Ελλάδα έχουν βρει ή ψάχνουν και δεύτερη δουλειά για να μπορέσουν να καλύψουν τις οικονομικές απαιτήσεις διαβίωσης, ενώ σχεδόν 4 στους 10 έχουν αυξήσει ή πρόκειται να αυξήσουν τις ημερήσιες ώρες απασχόλησης.
Η παγκόσμια έρευνα της Randstad (Workmonitor 2026), στην οποία συμμετείχαν 27.062 εργαζόμενοι από 35 χώρες, ανάμεσά τους και 750 από την Ελλάδα, δείχνει ότι στη χώρα μας το κόστος ζωής παραμένει ιδιαίτερα υψηλό και οδηγεί (κυρίως τους πιο νέους σε ηλικία) σε εξεύρεση λύσεων ακόμα και με αύξηση των ωρών εργασίας. Εν μέσω της εφαρμογής του 13ωρου και της διευθέτησης του χρόνου απασχόλησης έως και ανά εβδομάδα. Μόλις πριν από λίγες μέρες αντίστοιχη έρευνα για τα ελληνικά νοικοκυριά από το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων (ΙΜΕ) της ΓΣΕΒΕΕ ανέδειξε ότι ο μισθός, κατά μέσο όρο, το 2025 αρκούσε για να καλύψει έως 18 ημέρες τον μήνα...
Η ανάγκη για τη συμπλήρωση του εισοδήματος των εργαζομένων είναι επιτακτική, αν ληφθεί υπόψη η ετήσια έκθεση του πληροφοριακού συστήματος Εργάνη που δείχνει ότι το ένα τρίτο των μισθωτών λαμβάνει μισθούς κάτω των 1.000 ευρώ.
Τι δείχνει η έρευνα
Αναλυτικά τα στοιχεία της έρευνας της Randstad δείχνουν ότι:
* Το 51% των εργαζομένων έχει ή εξετάζει το ενδεχόμενο να ξεκινήσει δεύτερη εργασία, ποσοστό υπερδιπλάσιο σε σχέση με το 2024, αλλά και υψηλότερο από το 40% που είναι ο παγκόσμιος μέσος όρος.
* Μόλις το 38% των εργαζομένων συμμερίζεται την αισιοδοξία των εργοδοτών για την αναπτυξιακή πορεία του επόμενου έτους.
* Το 65% των εργοδοτών έχει επενδύσει στην Τεχνητή Νοημοσύνη τους τελευταίους 12 μήνες.
* Το 41% των εργαζομένων έχει αποχωρήσει από εργασία που δεν συμβάδιζε με την προσωπική του ζωή.
