Live τώρα    
Ιδιώτες παντού / Outsourcing διακυβέρνηση
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ιδιώτες παντού / Outsourcing διακυβέρνηση

Η έρευνα των Vouliwatch και Solomon δεν προσθέτει απλώς ακόμη μία ψηφίδα στη δημόσια συζήτηση περί διαφάνειας. Φωτίζει μια βαθιά δομική μεταβολή, τον μετασχηματισμό του κράτους από παραγωγό πολιτικής σε αγοραστή πολιτικής. Και όταν η πολιτική «αγοράζεται», το ερώτημα δεν είναι οικονομικό. Είναι δημοκρατικό.

Από το 2017 έως το 2025, και κυρίως από το 2021, περισσότερα από 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ διοχετεύθηκαν σε μόλις δέκα ιδιωτικές συμβουλευτικές εταιρείες. Δέκα εταιρείες, το 1% των 1.266 του κλάδου, απορρόφησαν το 96% της συνολικής αξίας των συμβάσεων. Η συγκέντρωση δεν είναι απλώς οικονομική· είναι συγκέντρωση επιρροής.

Η ετήσια εξέλιξη των δαπανών αποτυπώνει καθαρά το σημείο καμπής. Το 2017 οι δαπάνες ανέρχονταν σε 3,4 εκατ. ευρώ με 90 συμβάσεις. Το 2018 12,2 εκατ. ευρώ. Το 2019 7,2 εκατ. ευρώ. Από το 2017 έως το 2019 έχουμε χαμηλές δαπάνες με σχετική σταθερότητα και για επικουρικές υπηρεσίες. Το 2020 με 11 εκατ. ευρώ. Ακόμη και το 2021, με 21,5 εκατ. ευρώ και 310 συμβάσεις, η εικόνα παρέμενε εντός μιας κλιμακούμενης αλλά ελεγχόμενης αύξησης.

Το 2022 όμως αλλάζει η κλίμακα. Οι δαπάνες εκτινάσσονται στα 98,1 εκατ. ευρώ. Το 2023 φτάνουν τα 222,9 εκατ. ευρώ. Το 2024 αγγίζουν τα 597 εκατ. ευρώ. Το 2025 παραμένουν στα 585,5 εκατ. ευρώ. Μέσα σε τρία χρόνια, από το 2021 έως το 2024, η αύξηση αγγίζει τον πολλαπλασιασμό επί 27. Μεταξύ 2021 και 2024 η δαπάνη αυξάνεται από 21,5 εκατ. σε 597 εκατ. ευρώ. Δηλαδή, έχουμε πολλαπλασιασμό επί περίπου 27 φορές μέσα σε τρία χρόνια, αύξηση άνω του 2.600%! Δεν πρόκειται για σταδιακή κλιμάκωση. Πρόκειται για δομική μεταβολή κλίμακας. Το 2022 λειτουργεί ως σημείο καμπής: από 21,5 εκατ., πηγαίνουμε στα 98,1 εκ. (+356%). Από εκεί και μετά η αύξηση γίνεται γεωμετρική.

Δεν πρόκειται για σταδιακή διοικητική εξέλιξη. Πρόκειται για ποιοτική μεταβολή του μοντέλου διακυβέρνησης.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το μέσο κόστος ανά σύμβαση. Το 2017 αντιστοιχούσαν περίπου 37.000 ευρώ ανά σύμβαση. Το 2021 περίπου 69.000 ευρώ. Το 2022 το μέσο ποσό εκτοξεύεται στις 220.000 ευρώ. Το 2023 αγγίζει σχεδόν το μισό εκατομμύριο. Το 2024 ξεπερνά το 1 εκατομμύριο ευρώ ανά σύμβαση.

Οι συμβάσεις αυξάνονται από 90 το 2017 σε 613 το 2025 - σχεδόν επταπλασιασμός. Οι δαπάνες, όμως, αυξάνονται σε κλίμακα σχεδόν εκατονταπλάσια. Αυτό σημαίνει ότι δεν μιλάμε πλέον για επικουρικές υπηρεσίες. Μιλάμε για μεγάλα στρατηγικά έργα που διαμορφώνουν τον πυρήνα δημόσιων πολιτικών.

Το 62,4% των συμβάσεων δίδεται με απευθείας αναθέσεις. Δηλαδή, χωρίς ανοιχτό ανταγωνισμό, χωρίς συγκριτική διαδικασία αξιολόγησης, χωρίς ουσιαστική διαφάνεια. Όταν οι εξαιρέσεις γίνονται κανόνας, τότε η κανονικότητα μετατοπίζεται. Πού κατευθύνονται τα χρήματα; Σχεδόν τα μισά, 783 εκατ. ευρώ, σε διοικητική συμβουλευτική. Άλλο ένα 40% στην πληροφορική και στον σχεδιασμό του ψηφιακού κράτους. Η κοινωνία της πληροφορίας εμφανίζει δαπάνες 483,1 εκατ. ευρώ. Το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας 371,3 εκατ. ευρώ. Το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών 119,1 εκατ. ευρώ.

Πρόκειται για τομείς στρατηγικής σημασίας: ενέργεια, περιβάλλον, υποδομές, ψηφιακός μετασχηματισμός. Όταν ο στρατηγικός σχεδιασμός μεταφέρεται εκτός της διοικητικής ιεραρχίας, το κράτος δεν ενισχύεται τεχνοκρατικά· αποδυναμώνεται θεσμικά.
Το πιο ευαίσθητο πεδίο είναι το «νομοθετείν». Καταγράφονται συμβάσεις που περιλαμβάνουν προετοιμασία νομοθετικών ρυθμίσεων και ενσωμάτωση Ευρωπαϊκών Οδηγιών. Όταν η σύνταξη κανόνων δικαίου ανατίθεται σε ιδιώτες, η γραμμή ανάμεσα στη δημόσια ευθύνη και την ιδιωτική παροχή υπηρεσίας θολώνει επικίνδυνα.

Το επιχείρημα της έλλειψης τεχνογνωσίας δύσκολα αντέχει. Η χώρα διαθέτει υψηλά καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, με μεγάλο ποσοστό διδακτόρων να εργάζεται ήδη στο Δημόσιο. Η επιλογή εξωτερικής ανάθεσης δεν φαίνεται να επιβάλλεται από αντικειμενική ανεπάρκεια. Φαίνεται να αποτελεί στρατηγική διακυβέρνησης.

Ο συνταγματολόγος Ξενοφών Κοντιάδης μίλησε ανοιχτά για σοβαρή θεσμική διάβρωση και ζήτησε διερεύνηση του μεγέθους του φαινομένου. Έθεσε καίρια ερωτήματα: Είναι οι συμβάσεις υπερκοστολογημένες; Θα μπορούσαν να υλοποιηθούν από το υπάρχον προσωπικό; Υπάρχουν έργα που ουδέποτε αξιοποιήθηκαν; Αν ισχύει έστω ένα από αυτά, τότε το ζήτημα υπερβαίνει τη διαχειριστική αστοχία. Αγγίζει την ακεραιότητα της Δημόσιας Διοίκησης.

Δεν πρόκειται για τυπικό συνταγματικό έλλειμμα. Οι διαδικασίες προβλέπονται. Όμως η Δημοκρατία δεν εξαντλείται στη νομιμότητα των τύπων. Προϋποθέτει ουσιαστικό έλεγχο, διαφάνεια και θεσμικά αντίβαρα. Η Βουλή οφείλει να ασκήσει συστηματικό κοινοβουλευτικό έλεγχο. Οι Ανεξάρτητες Αρχές να ενισχύσουν την εποπτεία. Το Ελεγκτικό Συνέδριο να εξετάσει όχι μόνο τη νομιμότητα, αλλά και την αποτελεσματικότητα.

Μια δειγματοληπτική έρευνα στις απευθείας αναθέσεις είναι απολύτως εφικτή. Θα μπορούσε να αποτυπώσει αν υπήρξε οικονομική ζημία, επικάλυψη αρμοδιοτήτων ή αδικαιολόγητη υποκατάσταση της διοίκησης. Θα μπορούσε να απαντήσει με τεκμήρια και όχι με εντυπώσεις.
Θέλουμε ένα κράτος που σχεδιάζει, νομοθετεί και αξιολογεί μέσω των δικών του θεσμών ή ένα κράτος που λειτουργεί ως διαχειριστής συμβάσεων; Ένα κράτος με θεσμική αυτονομία ή ένα κράτος αγοραστή τεχνογνωσίας από μια κλειστή αγορά;

Όταν 1,5 δισ. ευρώ συγκεντρώνονται σε δέκα γραφεία, όταν οι περισσότερες συμβάσεις δίνονται χωρίς ανοιχτό ανταγωνισμό και όταν ακόμη και η παραγωγή νόμων φαίνεται να εξωτερικεύεται, τότε η συζήτηση δεν αφορά απλώς τον προϋπολογισμό. Αφορά την ποιότητα της Δημοκρατίας. Γιατί τα δημόσια χρήματα είναι μετρήσιμα. Η θεσμική ισχύς όμως, όταν εκχωρείται, δύσκολα ανακτάται.

 

* Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0