Την ώρα που η κυβέρνηση εμφανίζεται ικανοποιημένη από τη «σταθεροποίηση» των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας σε υψηλά επίπεδα και ασχολείται κυρίως με επενδύσεις στο ορυκτό φυσικό αέριο, σημαντικός αριθμός νοικοκυριών βρίσκεται στο φάσμα της ενεργειακής φτώχειας, αδυνατώντας να έχει επαρκή θερμική κάλυψη όλο τον χρόνο (θέρμανση ή ψύξη) αλλά και να αντεπεξέλθει στην αποπληρωμή των λογαριασμών ενέργειας.
Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat (2024) επιβεβαιώνουν άλλο ένα αρνητικό ρεκόρ για τη χώρα μας, καθώς περίπου 1 στα 5 νοικοκυριά (19% - το υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. μαζί με τη Βουλγαρία) αδυνατεί να διατηρήσει επαρκώς ζεστό το σπίτι του. Το ποσοστό αυτό είναι υπερδιπλάσιο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (9,2%), ενώ εκτινάσσεται σε επίπεδα άνω του 40% για τα ευάλωτα νοικοκυριά.
Εκτός αυτού, ακόμη ένα βασικό συστατικό της ενεργειακής φτώχειας είναι η αδυναμία πληρωμής των λογαριασμών ενέργειας και δημιουργία οφειλών. Σύμφωνα με έρευνα της ΓΣΕΒΕΕ που δημοσιοποιήθηκε την περασμένη Δευτέρα, τουλάχιστον 2 στους 10 καθυστερούν ή αδυνατούν να καλύψουν την πληρωμή του ρεύματος (23,2%) και να καλύψουν τα έξοδα θέρμανσης (20,2%). Στο γενικότερο πλαίσιο της ακρίβειας το ενεργειακό κόστος έχει σημαντικό μερίδιο για τα νοικοκυριά, που πλέον δηλώνουν ότι το εισόδημά τους δεν φτάνει έως το τέλος του μήνα αλλά επαρκεί κατά μέσο όρο για 18 ημέρες, έναντι 19 ημερών το 2024.
Είναι προφανές ότι η ακρίβεια στην ενέργεια και ιδίως στο ρεύμα από το 2019 έως και σήμερα, τα περιορισμένα εισοδήματα και η χαμηλή ενεργειακή απόδοση των παλαιών κατά βάση κατοικιών, κυρίως στα αστικά κέντρα, δημιουργούν μια εκρηκτική κατάσταση στη χώρα μας που διαιωνίζεται.
Επιπτώσεις στην υγεία
Η ενεργειακή ένδεια δεν περιορίζεται μόνο στις συνθήκες ανεπαρκούς θερμικής άνεσης στο σπίτι αλλά επεκτείνεται και σε σοβαρές συνέπειες στη σωματική και ψυχική υγεία των πολιτών. Τον Δεκέμβριο 2025 το Energy Poverty Advisory Hub της Ε.Ε. παρουσίασε στοιχεία στο πλαίσιο έρευνας-προγράμματος (WELLBASED) σχετικά με τις επιπτώσεις της ενεργειακής φτώχειας στην υγεία του πληθυσμού καταδεικνύοντας ότι υπάρχει ισχυρή σύνδεση μεταξύ της υλικής στέρησης και της ανθρώπινης ευαλωτότητας.
Από την έρευνα προέκυψε ξεκάθαρα ότι τα άτομα που ζουν σε συνθήκες ενεργειακής φτώχειας έχουν χειρότερη υγεία και ευεξία σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό: περίπου το 80% των συμμετεχόντων είχαν μία ή περισσότερες χρόνιες παθήσεις, διπλάσιες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, και σχεδόν οι μισοί έπασχαν από τρεις ή περισσότερες. Τα προβλήματα ψυχικής υγείας ήταν επίσης συχνά, με το 30%-40% να αναφέρει άγχος, στρες ή κατάθλιψη. Σε σχέση με όσους δεν βρίσκονται σε ενεργειακή φτώχεια διαπιστώθηκαν: τετραπλάσιες πιθανότητες για σημαντικά προβλήματα στην ποιότητα ζωής, τριπλάσιες πιθανότητες για σοβαρά προβλήματα κινητικότητας, διατήρησης των καθημερινών δραστηριοτήτων, αίσθησης πόνου ή δυσφορίας και πενταπλάσιες πιθανότητες να βιώσουν άγχος και κατάθλιψη.
Οι συμμετέχοντες περιέγραψαν τη δύσκολη καθημερινότητα της ζωής τους σε κρύα ή υπερβολικά ζεστά σπίτια, πώς η υγρασία επιδείνωσε τα αναπνευστικά προβλήματα στα παιδιά, πώς οι ακραίες θερμοκρασίες επιδείνωσαν τον χρόνιο πόνο και πώς η κόπωση και ο κακός ύπνος μείωσαν την ικανότητά τους να εργάζονται ή να φροντίζουν τους άλλους. Πολλοί ένιωθαν παγιδευμένοι και ανίσχυροι, ανίκανοι να αλλάξουν τις συνθήκες τους, ένα συναίσθημα που ενισχύει την κοινωνική απομόνωση και το στίγμα.
Ημίμετρα και κατοικία
Η ενεργειακή φτώχεια είναι άμεσα συνδεδεμένη με την κατάσταση των κτηρίων. Στη συντριπτική τους πλειονότητα οι κατοικίες είναι παλιές, ανεπαρκώς μονωμένες και εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα, ενώ η στεγαστική κρίση των τελευταίων ετών επιδεινώνει το πρόβλημα.
Τα προγράμματα εξοικονόμησης, οι επιδοματικές πολιτικές κ.λπ. της κυβέρνησης αποτελούν κατά γενική ομολογία πρόσκαιρα μέτρα για την παροδική ανακούφιση μέρους των νοικοκυριών και όχι μια μακροπρόθεσμη στρατηγική με μόνιμα αποτελέσματα, ενώ έχει υπάρξει σοβαρή κριτική σχετικά με τον σχεδιασμό και την υλοποίηση των γνωστών προγραμμάτων εξοικονόμησης για την ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών, καθώς, μεταξύ άλλων, συχνά δεν φτάνουν σε όσους τα έχουν πραγματικά ανάγκη. Παράλληλα, διαπιστώνονται αστοχίες και ολιγωρίες με αποτέλεσμα και την απώλεια πολύτιμων πόρων από ενωσιακά προγράμματα (για παράδειγμα, τα... χαμένα για το πρόγραμμα «Απόλλων» 100 εκατ. του Ταμείου Ανάκαμψης).
Σύμφωνα με το Ελληνικό Ινστιτούτο Παθητικού Κτηρίου (ΕΙΠΑΚ), το τρέχον ποσοστό ανακαινίσεων στην Ελλάδα είναι πολύ χαμηλότερο από 1% -σημαντικά πιο κάτω και από τον προτεινόμενο ετήσιο στόχο του 2% της Ε.Ε.-, ενώ τα υφιστάμενα προγράμματα συχνά οδηγούν σε επιφανειακές και όχι ουσιαστικές ανακαινίσεις βάσει επιδόσεων. Όπως αναφέρει, παρότι ετησίως διατίθενται δημόσια κονδύλια αξίας σχεδόν 1 δισ. ευρώ, το σύστημα είναι πολύπλοκο για τον απλό κόσμο. Τα προγράμματα σχεδιάζονται συνήθως για μεμονωμένους ιδιοκτήτες σπιτιού, απαιτούν πολύπλοκη καταγραφή και σπανίως ενθαρρύνουν τις ριζικές ανακαινίσεις, οπότε συχνά τα πιο εύπορα νοικοκυριά τείνουν να επωφελούνται δυσανάλογα, ενώ μένουν πίσω όσοι ζουν σε ενεργοβόρα ή πυκνοκατοικημένα κτήρια.
Σε πρόσφατη εκδήλωση του Κόσμου η Ι. Σούκα εκ μέρους της δεξαμενής σκέψης Greentank αναφέρθηκε και στο επικαιροποιημένο σχέδιο ενεργειακής φτώχειας που, αν και βελτιωμένο σε σχέση με το προηγούμενο, παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις καθώς δεν υπάρχει κοστολόγηση των μέτρων, εντοπίζει πληθυσμό ενεργειακά φτωχών μόλις 347.000, ενώ σύμφωνα με έρευνα του Greentank είναι σχεδόν πενταπλάσιο, στα 1,6 εκατ. Επίσης απουσιάζουν και διάφορα άλλα στοιχεία, όπως ο συνδυασμός, επισήμως και σαφώς, της ενεργειακής φτώχειας με τη στεγαστική κρίση, καθιστώντας την όποια αντιμετώπιση αποσπασματική.
Ο πρόεδρος του ΕΙΠΑΚ Στ. Παλλαντζάς στην ίδια εκδήλωση αναφέρθηκε στη σημασία της πραγματικής αναβάθμισης των κτηρίων με στόχο τη χαμηλότερη κατανάλωση ενέργειας στις κατοικίες, σημειώνοντας μάλιστα ότι τα τελευταία 15 χρόνια αυξήθηκε η κατανάλωση ενέργειας για θέρμανση και ψύξη. Επισήμανε δε ότι το ζητούμενο ίσως δεν πρέπει να είναι το αίτημα για φθηνή ενέργεια (αν υπάρξει ποτέ) αλλά το πώς θα καταφέρουμε να έχουμε όσο το δυνατό λιγότερη ανάγκη από αυτή την ενέργεια, ενώ αναφέρθηκε στην ανάγκη εντελώς διαφορετικά σχεδιασμένων προγραμμάτων εξοικονόμησης-ανακαινίσεων και παρεμβάσεων κλίμακας (π.χ., πολυκατοικίες).
