Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 η κυβέρνηση Σημίτη στο όνομα του εκσυγχρονισμού των εργασιακών σχέσεων προώθησε μια ευρεία γκάμα ελαστικών μορφών εργασίας, εισάγοντας μεταξύ άλλων τον πρωτόγνωρο όρο «απασχολησιμότητα» (employability).
Περιγράφοντας το νέο εργασιακό πρότυπο υπογράμμιζε την ανάγκη κινητικότητας στην αγορά εργασίας, υπογραμμίζοντας μάλιστα ότι η συχνή αλλαγή εργασιακού περιβάλλοντος «θωρακίζει» τον εργαζόμενο έναντι της ανεργίας και αποτελεί τη νέα μορφή εργασιακής ασφάλειας. Ποια ήταν η στρατηγική της απασχόλησης στα χρόνια του εκσυγχρονισμού; «Η ένταξη νέων και κυρίως γυναικών στην αγορά εργασίας ως μερικώς απασχολούμενων και αφετέρου η διαρκής αλλαγή εργασίας των εργαζομένων για την επίτευξη ευελιξίας, ο περιορισμός των σταθερών θέσεων εργασίας, η εύκολη μετακίνηση εργατικού δυναμικού ανάλογα με τις ανάγκες των εργοδοτών».
«Η έννοια της ασφάλειας σε σχέση με την απασχόληση θα πρέπει να δίνει το βάρος στην απασχολησιμότητα των εργαζομένων στην αγορά εργασίας παρά στην ασφάλειά τους στη θέση που κατέχουν, προωθώντας έτσι και την ευελιξία, αλλά και την αποδοχή της αλλαγής ως μέρους της διαδικασίας βελτίωσης της παραγωγικότητας και της δημιουργίας θέσεων εργασίας» σημείωνε το 1996 ο πρώην πρωθυπουργός.
Η «ευελιξία» συνδέθηκε κυρίως με τη μερική απασχόληση και με τις εργολαβίες όπου διαμορφώθηκε σταδιακά ένα νέο εργατικό δυναμικό εκτός Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και με αμοιβές κάτω από τα όρια του κατώτατου μισθού.
Υπεραπασχόληση και ευελιξία
Τριάντα χρόνια μετά, η ακραία νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση της Ν.Δ. με υπουργούς τους Άδ. Γεωργιάδη και Ν. Κεραμέως, σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή πρακτική, προωθεί την υπεραπασχόληση και την ακραία ευελιξία. Αντί της μείωσης των ωρών εργασίας χωρίς μείωση των αποδοχών, αντί της 4ήμερης εργασίας ανοίγει τον δρόμο για 6ήμερη ή και 7ήμερη εργασία, εκτοξεύει τον ημερήσιο χρόνο εργασίας στις 13 ώρες.
«Το ευέλικτο ωράριο θα εφαρμοστεί τόσο σε επιχειρήσεις με μόνιμο προσωπικό κατόπιν συμφωνίας εργαζόμενου και εργοδότη, όσο και σε επιχειρήσεις που ζητούν προσωπικό για λίγες μέρες, είτε με εκ περιτροπής εργασία είτε με συμβάσεις 48 ωρών (π.χ. προσωπικό στην εστίαση για τα σαββατοκύριακα) που γίνονται πιο εύκολες» σημειώνει το υπουργείο Εργασίας, ενώ η διάταξη για το 13ωρο «αφορά αποκλειστικά περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, με σεβασμό στο όριο των 48 ωρών εργασίας την εβδομάδα, τις 150 υπερωρίες ετησίως και την υποχρεωτική 11ωρη ανάπαυση». Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι ο εργαζόμενος θα αμείβεται με προσαύξηση 40% για τις επιπλέον ώρες, ενώ διατηρεί το δικαίωμα να αρνηθεί χωρίς κίνδυνο απόλυσης. Η ρύθμιση θα μπορεί να εφαρμοστεί για έως 37 ημέρες τον χρόνο.
Το 13ωρο σε έναν εργοδότη αφορά κλάδους εποχικής απασχόλησης όπως ο τουρισμός και η εστίαση με το επιχείρημα ότι θα μπορούσε να καλύψει ανάγκες που σήμερα καλύπτονται συχνά με διπλοβάρδιες ή εργασία χωρίς ρεπό.
Ατομική διαπραγμάτευση αντί συλλογικής σύμβασης
«Η ατομική διαπραγμάτευση υπερισχύει των συλλογικών συμφωνιών, παρότι η διαπραγματευτική δύναμη του εργαζομένου είναι σαφώς μικρότερη από αυτή του εργοδότη του» υπογραμμίζουν τα συνδικάτα, αντιδρώντας σε διατάξεις όπως η υπερωριακή απασχόληση στην εκ περιτροπής εργασία (ζητώντας προσλήψεις), η διευθέτηση ακόμη και σε εβδομαδιαία βάση, στις fast track προσλήψεις αλλά και στην κατάτμηση της ετήσιας άδειας.
Οπως χαρακτηριστικά αναφέρει η ΓΣΕΕ, υπάρχουν σε αυτό διατάξεις που δημιουργούν κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων στους χώρους δουλειάς και ζητά μάλιστα την απόσυρσή του καθώς πλέον υπάρχουν οι προϋποθέσεις, μέσω των ραγδαίων τεχνολογικά εξελίξεων, για μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς μείωση των αποδοχών.
Η Συνομοσπονδία αναφέρεται ειδικά και στην ισορροπία ανάμεσα στην προσωπική και στην επαγγελματική ζωή, που εκτιμά ότι διαλύεται αν θεσμοθετηθούν οι εν λόγω διατάξεις. Εκτός από το 13ωρο, ζητά την απόσυρση της διάταξης για διευθέτηση του χρόνου εργασίας, επισημαίνοντας ότι η αλλαγή που προωθείται με δικαίωμα διευθέτησης ακόμα και σε εβδομαδιαία βάση θεωρείται ότι δημιουργεί ακόμα ένα εργαλείο διευθυντικής εξουσίας στον εργοδότη για περαιτέρω ελαστικοποίηση της εργασίας και αποφυγή υπερεργασίας και καταβολής υπερωριών.
Το γεγονός ότι δίνεται το δικαίωμα ατομικής συμφωνίας συνηγορεί προς τούτο. Χαρακτηρίζεται «ατυχές» το επιχείρημα που προβάλλεται ότι η συγκεκριμένη διάταξη μπορεί να ωφελήσει τον εργαζόμενο αφού υπάρχει ανεπάρκεια δημόσιων δομών φύλαξης και εποπτείας παιδιών, ιδίως κατά τις ημέρες αυξημένης εργασίας των γονέων. Άρα, το μέτρο αυτό δεν εξυπηρετεί την ισορροπία οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη διάταξη που δίνει τη δυνατότητα κατάτμησης της ετήσιας άδειας, υποστηρίζοντας ότι με τη νέα διάταξη η άδεια στο ένα τμήμα της περιορίζεται στο μισό. Σύμφωνα με τη ΓΣΕΕ, τέτοιου είδους «συμφωνίες» ανάμεσα σε εργοδότη και εργαζόμενο δεν αποτελούν συνήθως προϊόν ελεύθερης βούλησης. Άρα, κινδυνεύει η σωματική και η ψυχική υγεία των εργαζομένων, αφού δεν θα μπορούν να έχουν επαρκή χρόνο ανάπαυσης με τις οικογένειές τους.