Live τώρα    
Ακρίβεια / Αργεί η φθηνή πράσινη ενέργεια για τους καταναλωτές
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ακρίβεια / Αργεί η φθηνή πράσινη ενέργεια για τους καταναλωτές

133850622.jpg

Επιβαρύνσεις κυρίως για τα νοικοκυριά, τόσο ως προς το κόστος της ενέργειας, που περιλαμβάνει αμοιβές για εφεδρεία μονάδων αερίου και αποθήκευσης και επενδύσεις, όσο και σε σχέση με αναγκαίες δαπάνες για την εξοικονόμηση ενέργειας και την αγορά «πράσινων» αγαθών, όπως οι συσκευές και τα Ι.Χ., τουλάχιστον έως το 2030, αλλά και νέου τύπου φόρους φέρνει η πράσινη μετάβαση, όπως προκύπτει από τον σχετικό σχεδιασμό της κυβέρνησης.

Το νέο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) που βρίσκεται σε «κλειστή διαβούλευση» έως αύριο, προκειμένου να διαμορφωθεί το τελικό κείμενο που θα κατατεθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προβλέπει «χαμηλές τιμές με τάση συνεχούς μείωσης για την ηλεκτρική ενέργεια»... στο μέλλον, με αναφορά πάντως στα υψηλά κόστη των ετών 2021 και 2022, δηλαδή τα έτη της ακραίας ενεργειακής ακρίβειας, ενώ το κόστος των «ωφέλιμων ενεργειακών υπηρεσιών» για τους καταναλωτές είναι ιδιαίτερα υψηλό.

Με αιχμή του δόρατος στην πράσινη μετάβαση τη σημαντικά αυξημένη συμμετοχή των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή, διαπιστώνεται ότι το πράγματι σταθερό και χαμηλό τους κόστος δεν θα αποτυπωθεί ούτε άμεσα ούτε πλήρως στους λογαριασμούς ρεύματος των καταναλωτών, γιατί οι τελικές τιμές δεν διαμορφώνονται μόνο με βάση το φθηνό κόστος των ΑΠΕ, αλλά συμπεριλαμβάνονται και τα αυξημένα κόστη για: την αποθήκευση (μπαταρίες, αντλησιοταμίευση κ.λπ.), τις εφεδρείες σε φυσικό αέριο και τα δίκτυα μεταφοράς-διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, τα οποία προφανώς συνδέονται και με τις επενδύσεις παικτών της αγοράς.

Κόστος ενέργειας

Σύμφωνα με το αναθεωρημένο ΕΣΕΚ, το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας σε ένα σύστημα με κυρίαρχες τις ΑΠΕ δεν εξαρτάται από το κόστος αυτών, που είναι ήδη πολύ μικρό και μειώνεται περαιτέρω στο μέλλον, αλλά και από το κόστος της ενέργειας και της αποθήκευσης για τη συμπλήρωση και εξισορρόπηση των ΑΠΕ και τη διασφάλιση εφεδρειών και επικουρικών υπηρεσιών. Μάλιστα, το κόστος αυτό εξαρτάται εν μέρει από το ακριβό και εισαγόμενο αέριο, ενώ βαθμιαία θα εξαρτάται όλο και περισσότερο από το κόστος αποθήκευσης ηλεκτρισμού, που είναι εντάσεως κεφαλαίου «και σήμερα είναι ακόμα σχετικά υψηλό ανά μονάδα αποθηκευμένης ενέργειας».

Επίσης, αναφέρεται ότι το κόστος των εφεδρειών επικουρικών υπηρεσιών και ενέργειας που συμπληρώνει τις ΑΠΕ «είναι σχετικά υψηλό» γιατί οι μονάδες που χρησιμοποιούν σήμερα φυσικό αέριο θα έχουν μικρό βαθμό χρησιμοποίησης και «κατά συνέπεια, θα χρειάζεται να ανακτούν το κόστος των απασχολούμενων κεφαλαίων» μέσω της κοστολόγησης των παρεχομένων υπηρεσιών στο σύστημα και μέσω άλλων μηχανισμών διασφάλισης της αμοιβής για το κεφάλαιό τους.

Παράλληλα, σημειώνεται ότι τα τιμολόγια των καταναλωτών πληρώνουν επιπλέον για την ανάκτηση του κόστους των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο είναι επίσης εντάσεως κεφαλαίου. Ήδη σήμερα τα εγκεκριμένα προγράμματα ανάπτυξης των δικτύων από ΑΔΜΗΕ και ΔΕΔΔΗΕ «έχουν προεξοφλήσει τις αυξανόμενες απαιτήσεις από τα δίκτυα στο πλαίσιο των στόχων του ΕΣΕΚ και της μεγάλης ανάπτυξης των ΑΠΕ». Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, αυτές οι χρεώσεις «έχουν κάπως αυξηθεί συγκριτικά με το παρελθόν»...

Αν και δεν περιγράφονται αναλυτικά τα κόστη για αποθήκευση και εφεδρείες, προβλέπονται για το 2030 ως ετήσια τιμή καταναλωτή (προ φόρων κατανάλωσης και ΦΠΑ) σε σταθερά ευρώ:

* Αυξανόμενο πάγιο κόστος κεφαλαίου και συντήρησης ηλεκτροπαραγωγής ύψους 65,3 ευρώ (από 59,8 που προβλεπόταν στο προηγούμενο ΕΣΕΚ).

* Μειούμενο μεταβλητό κόστος (καθώς αφορά τις θερμικές μονάδες) ηλεκτροπαραγωγής ύψους 19 ευρώ (από 31,3 στο προηγούμενο ΕΣΕΚ).

Οι παραδοχές γίνονται με υπόθεση τιμών αερίου σε επίπεδα υψηλότερα κατά 35%-40% των χαμηλών τιμών, προ της κρίσης που ξεκίνησε το 2021, και τιμών διοξειδίου του άνθρακα σε επίπεδα άνω των 100 ευρώ/τόνο CO2 ήδη πριν από το 2030, αν και η αγορά εκτιμά πως θα είναι μάλλον υψηλότερα.

Συγχρόνως, το κόστος δικτύων διανομής-μεταφοράς το 2030 υπολογίζεται σε 28,7 ευρώ, έναντι 22,4 ευρώ το 2021, ενώ θα ανέλθει σε 33,3 ευρώ το 2040.

Κόστος καταναλωτών και επενδύσεις

Παράλληλα, το ετήσιο κόστος των καταναλωτών για την ενέργεια, περιλαμβανομένων «επενδύσεων» σε ενεργειακή αποδοτικότητα, αγορά συσκευών και οχημάτων καθώς και αγοράς ενεργειακών προϊόντων υπολογίζεται συνολικά σε 46,030 εκατ. το 2030 (από 35,719 εκατ. το 2021), με το μεγαλύτερο μερίδιο -πέραν των μεταφορών (19,756 εκατ.)- να προέρχεται από τον οικιακό τομέα: 14,953 εκατ. ετησίως, ποσό που αναλύεται σε 9,747 εκατ. για την ετήσια εξυπηρέτηση κεφαλαίου επενδύσεων και σε 5,206 εκατ. για αγορά ενεργειακών προϊόντων και άλλα.

Η μέση ετήσια επένδυση και καταναλωτική δαπάνη για ενεργειακά αποδοτικό εξοπλισμό θα ανέλθει την περίοδο 2025-2030 συνολικά σε 24,7 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 11,6 δισ. ευρώ αφορούν μόνο τα νοικοκυριά:

* 6,7 δισ. μεταφορικά μέσα

* 0,9 δισ. ανακαίνιση κτηρίων

* 2,6 δισ. ενεργειακές συσκευές (θέρμανση-ψύξη)

* 1,4 δισ. ηλεκτρικές συσκευές

Ειδικότερα, για τα νοικοκυριά χαμηλής εισοδηματικής τάξης προβλέπεται ότι η μέση ετήσια καταναλωτική δαπάνη που απαιτείται για την «πράσινη μετάβαση» θα ανέλθει στα 4 δισ. ευρώ για την περίοδο 2025-2030, καθιστώντας σαφές ότι οι επιδοτήσεις χρήζουν ενίσχυσης, αν και πάλι μάλλον δεν επαρκούν, ιδίως σε συνθήκες γενικευμένης ακρίβειας.

Την ίδια περίοδο, η συμμετοχή των νοικοκυριών θα είναι στο 52% των επιπλέον επενδύσεων και δαπανών, έναντι 2% στον δημόσιο τομέα, 12% στις μεταφορές, 8% στον ιδιωτικό τομέα και 26% στην ενέργεια.

Μάλιστα, η καταναλωτική δαπάνη για ενεργειακά αποδοτικό εξοπλισμό ως ποσοστό του εισοδήματος υπολογίζεται ότι θα ανέλθει στο 8,2% το 2030, έναντι 5,7% το 2020.

Δημοσιονομικές συνέπειες και νέου τύπου φόροι

Ομως η αλλαγή του ενεργειακού μείγματος θα έχει και δημοσιονομικό αντίκτυπο, καθώς η ζήτηση για ορυκτά καύσιμα, κυρίως πετρελαιοειδή στον τομέα των μεταφορών, τα οποία «λόγω της υψηλής φορολόγησής τους» αποδίδουν σημαντικά φορολογικά έσοδα στο ελληνικό κράτος, θα μειωθεί σε όφελος των πιο φιλικών προς το περιβάλλον ενεργειακών προϊόντων, που όμως δεν θα φορολογούνται προκειμένου να προωθηθούν στην αγορά.

Οπως αναφέρεται στο ΕΣΕΚ, η κάλυψη του δημοσιονομικού κενού που θα προκύψει θα πρέπει να καλυφθεί «από νέους φόρους», που θα πρέπει να σχεδιαστούν ώστε «να μην εναντιώνονται ή να έχουν αρνητική επίδραση στη μετάβαση προς την κλιματική ουδετερότητα».

Ταυτόχρονα, η επίτευξη ενεργειακής αποδοτικότητας απαιτεί σημαντική αύξηση των δαπανών των νοικοκυριών σε επενδύσεις για την ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών και σε αγορά διαρκών αγαθών, που όμως δεν είναι εφικτή λόγω περιορισμένης ρευστότητας και ελλιπούς πρόσβασης σε δανεισμό νοικοκυριών μεσαίου και χαμηλού εισοδηματικού επιπέδου, απαιτώντας ενισχυμένες επιδοτήσεις μέσω σχετικών προγραμμάτων. Επιδοτήσεις θα απαιτηθούν σε μικρότερη κλίμακα και σε άλλους τομείς, όπως οι μικρές επιχειρήσεις και οι καινοτόμες πράσινες επενδύσεις.

Πάντως, αναφέρεται ότι ο λοιπός ενεργειακός τομέας παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας, περιλαμβανομένων των υποδομών, δεν θα χρειαστεί επιδοτήσεις από το κράτος «γιατί υπό προϋποθέσεις η ενεργειακή μετάβαση είναι αυτοχρηματοδοτούμενη σε αυτούς τους τομείς, όπως οι ΑΠΕ, τα δίκτυα κ.λπ.». Θυμίζουμε ότι οι καταναλωτές επωμίζονται μεγάλο μέρος της... αυτοχρηματοδοτούμενης αγοράς, όπως το ΕΤΜΕΑΡ, τις ΥΚΩ, τα τέλη των δικτύων που ενσωματώνουν και τις επενδύσεις τους, αλλά και έμμεσα κόστη, όπως αυτά των υποδομών φυσικού αερίου, του Χρηματιστηρίου Ενέργειας κ.λπ.

Τα δημοσιονομικά έσοδα που σχετίζονται με ενέργεια-πράσινη μετάβαση αναμένεται να αυξηθούν το 2025 στο 4,4% του ΑΕΠ, ενώ θα μειωθούν σημαντικά έως το 2050 σε κάτω από 1% του ΑΕΠ αν δεν επιβληθούν νέοι φόροι, κυρίως λόγω του περιορισμού της ζήτησης ορυκτών καυσίμων.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0