Σε νέα αύξηση του επιτοκίου αναμένεται να προχωρήσει η ΕΚΤ μέσα στον μήνα, κάτι το οποίο θα επηρεάσει εκ νέου τις δόσεις των στεγαστικών, κυρίως, δανείων στην Ελλάδα. Οι επενδυτές ποντάρουν, για πρώτη φορά, ότι η ΕΚΤ θα αυξήσει τα επιτόκια στο 4% μετά την απρόσμενη αύξηση του πληθωρισμού στη Γαλλία και στην Ισπανία τον Φεβρουάριο. Έπειτα από τις μεγαλύτερες από τις αναμενόμενες αυξήσεις τιμών στη δεύτερη και τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης εδραιώνεται η προοπτική περαιτέρω αύξησης των επιτοκίων κατά μισή ποσοστιαία μονάδα τον Μάρτιο και ενισχύονται τα «γεράκια» της ΕΚΤ, που θέλουν περισσότερες μεγάλες αυξήσεις για να ελεγχθεί ο πληθωρισμός.
Οι επενδυτές αναθεώρησαν ανοδικά την πρόβλεψή τους για το τελικό επιτόκιο στο 4%, από 2,5% σήμερα, καθώς υπάρχει ανησυχία μετά και την οριακή μόνο μείωση του πληθωρισμού στις ΗΠΑ στο 6,4% τον Ιανουάριο. Σημειωτέον ότι το επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ δεν έχει φτάσει ποτέ έως σήμερα στο 4%.
Η ΕΚΤ είναι πιθανόν να χρειαστεί να προχωρήσει σε «σημαντικές αυξήσεις» των επιτοκίων πέρα από τον Μάρτιο, ενώ ταυτόχρονα καλείται να επιταχύνει τη συρρίκνωση του υπερμεγέθους χαρτοφυλακίου ομολόγων που κατέχει για την καταπολέμηση του πεισματικά υψηλού πληθωρισμού, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Bundesbank Χοακίμ Νάγκελ. «Μετά το “σπριντ” για την ομαλοποίηση της νομισματικής πολιτικής που ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2022, μπαίνουμε πλέον σε μια νέα φάση της νομισματικής πολιτικής, που μοιάζει περισσότερο με έναν αγώνα δρόμου μεγάλων αποστάσεων» ανέφερε ο Γάλλος κεντρικός τραπεζίτης Φρανσουά Βιλερουά μιλώντας στην Επιτροπή Οικονομικών του γαλλικού Κοινοβουλίου.
Νέα άνοδος της μηνιαίας δόσης
Υπό αυτό το πρίσμα, σε δυσβάσταχτη αύξηση της δόσης ενός στεγαστικού δανείου 100.000 ευρώ από 160 έως και 300 ευρώ τον μήνα (από 1.920 έως 3.600 ευρώ ετησίως), ανάλογα με τη διάρκεια του δανείου και το περιθώριο που εφαρμόζει κάθε τράπεζα, έχει οδηγήσει η άνοδος του βασικού επιτοκίου της ΕΚΤ, που έχει διαμορφώσει το Euribor, το οποίο αποτελεί τη βάση υπολογισμού για τα δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, στα επίπεδα του 2,5% τους τελευταίους επτά μήνες.
Οι αυξήσεις, που επηρεάζουν 9 στα 10 δάνεια, επιφέρουν ακόμα ένα χτύπημα μετά την ακρίβεια και την ενεργειακή κρίση στους ήδη επιβαρυμένους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και στις επιχειρήσεις, ενώ με δεδομένο ότι όλες οι εκτιμήσεις συγκλίνουν σε νέα άνοδο κατά ακόμη 50 μονάδες βάσης στην επόμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ, στις αρχές Μαρτίου, αυτό θα αποτυπώνεται καθημερινά στο Euribor, συμπαρασύροντας σε διαδοχικές αυξήσεις και τους επόμενους μήνες.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις, το Euribor τριμήνου θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, και συγκεκριμένα κοντά στο 3,5%, καθ’ όλη τη διάρκεια του 2023, παγιώνοντας τις αυξημένες δόσεις σε όλες τις κατηγορίες υφιστάμενων δανείων.
Τα επιτόκια
Όπως προκύπτει από τα σχετικά στοιχεία, το μέσο επιτόκιο για δάνειο έως 250.000 ευρώ έχει εκτιναχθεί, από 5,76% τον Οκτώβριο του 2022, σε 6,14% τον Δεκέμβριο, ενώ για ποσά έως 1 εκατ. ευρώ το μέσο επιτόκιο έχει αυξηθεί, από 4,64% τον Οκτώβριο, σε 5,14% τον Δεκέμβριο.
Σύμφωνα με στοιχεία της ΤτΕ, τον Δεκέμβριο του 2022 τα μέσα σταθμισμένα επιτόκια των νέων καταθέσεων και δανείων των ελληνικών τραπεζών αυξήθηκαν στο 0,10% (από 0,06%) και 5,06% (από 4,89%) αντίστοιχα.
Το περιθώριο επιτοκίου μεταξύ των νέων καταθέσεων και δανείων αυξήθηκε στις 4,96 εκατοστιαίες μονάδες, από 4,83 τον προηγούμενο μήνα.
Τον Δεκέμβριο του 2022 τα μέσα σταθμισμένα επιτόκια του συνόλου των υφιστάμενων καταθέσεων και δανείων αυξήθηκαν στο 0,09% και 5,02% αντίστοιχα.
Το περιθώριο επιτοκίου μεταξύ των υφιστάμενων καταθέσεων και δανείων αυξήθηκε στις 4,93 εκατοστιαίες μονάδες.
Μεγάλη μείωση των καταθέσεων
Στο μεταξύ, με βάση τα στοιχεία της ΤτΕ, «ροκανίστηκαν» οι καταθέσεις τον Ιανουάριο, κάτι που δείχνει ότι απορροφήθηκαν από την ανάγκη κάλυψης υποχρεώσεων. Αναλυτικά, μειωμένες κατά 4,5 δισ. ευρώ ήταν οι καταθέσεις από επιχειρήσεις και νοικοκυριά τον Ιανουάριο του 2023 σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας (ΤτΕ), που δείχνουν επίσης ότι ήταν λιγότερα και τα δάνεια που χορήγησαν οι τράπεζες στο ξεκίνημα του 2023, καταγράφοντας ετήσιο ρυθμό μεταβολής -2,4%. Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων τον Ιανουάριο συνολικά κατέγραψαν μείωση κατά 4,5 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα το συνολικό τους υπόλοιπο να διαμορφωθεί στα 184,1 δισ. ευρώ, έναντι αύξησης κατά 5 δισ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα, ενώ ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής μειώθηκε σε 3,5%, από 4,8% τον προηγούμενο μήνα.
Η εξέλιξη αντανακλά κατά κύριο λόγο τη μείωση κατά 3 δισ. ευρώ των καταθέσεων των επιχειρήσεων, έναντι αύξησης κατά 1.790 δισ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα, ενώ ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής μειώθηκε σε 2,9%, από 5,8% τον προηγούμενο μήνα. Οι καταθέσεις των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων μειώθηκαν κατά 3,4 δισ. ευρώ, έναντι αύξησης κατά 2,6 δισ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα.