Live τώρα    
Αντώνης Κοντολέων / Η ρήτρα αναπροσαρμογής καταργήθηκε μόνο στα λόγια
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Αντώνης Κοντολέων / Η ρήτρα αναπροσαρμογής καταργήθηκε μόνο στα λόγια

αντωνης κοντολεων
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Τη στρεβλή λειτουργία της αγοράς ηλεκτρισμού, που και μεσούσης της κρίσης οδηγεί σε υψηλότερα κέρδη των προμηθευτών σε σχέση με την «εποχή» της ρήτρας αναπροσαρμογής και σε μη ανταγωνιστικές τιμές για την ελληνική βιομηχανία, επισημαίνει ο πρόεδρος της Ενωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ), Αντώνης Κοντολέων σε συνέντευξή του στην ΑΥΓΗ της Κυριακής.

Θεωρεί ότι υποκρύπτει μεθόδευση η απουσία της βιομηχανίας μέσης τάσης στους διαγωνισμούς για μείωση της κατανάλωσης ρεύματος και προειδοποιεί ότι η συμμετοχή προμηθευτών σε αυτούς εγείρει θέματα ανταγωνισμού. Παράλληλα, τονίζει ότι αν και η μόνη διέξοδος της βιομηχανίας εντάσεως ενέργειας είναι τα διμερή συμβόλαια, εντούτοις είναι αδύνατο να συναφθούν με το πλαφόν του μηχανισμού ανάκτησης υπερεσόδων, κάτι που αντιβαίνει στις ενωσιακές κατευθύνσεις και προαναγγέλλει άμεσα παρέμβαση της Κομισιόν, ενώ αναφέρεται στις εξελίξεις στην Ε.Ε., στον ρόλο της Γερμανίας και στην αξία του ιβηρικού μοντέλου.

Υπήρξατε ίσως ο πρώτος και με θεσμικό ρόλο που διέγνωσε προβλήματα και στρεβλώσεις στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας από τις αρχές σχεδόν του 2021, μιλώντας για προσκόμματα στον ανταγωνισμό και συμπεριφορές που παραπέμπουν σε ολιγοπωλιακές συνθήκες και αισχροκέρδεια, ενώ νωρίτερα, από την έναρξη του target model, στηλιτεύσατε τον τρόπο λειτουργίας αγορών, όπως της εξισορρόπησης, που αύξησαν το κόστος στη χονδρεμπορική και το μετακύλησαν στη λιανική. Τι έχει αλλάξει μέχρι σήμερα; Πέρασε το μήνυμα στις αρμόδιες Αρχές;

Πράγματι, η ΕΒΙΚΕΝ από τον Μάιο του 2021 έγκαιρα κατήγγειλε συγκεκριμένες συμπεριφορές των καθετοποιημένων παικτών, οι οποίοι, αφού πέρασαν αυθαίρετα το 100% των τιμών της χονδρεμπορικής αγοράς στα τιμολόγια των καταναλωτών (με τη γνωστή μας ρήτρα αναπροσαρμογής), πλέον χωρίς ρίσκο διαμόρφωναν τις τιμές στη χονδρεμπορική ανεξέλεγκτα, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον περασμένο Μάρτιο. Το περίεργο είναι ότι η ΡΑΕ τότε δήλωνε αναρμόδια. Η κυβέρνηση τελικά, κάτω από τη γενική κατακραυγή, προχώρησε μόλις τον περασμένο Ιούλιο στην επιβολή πλαφόν στα υπερέσοδα των παραγωγών παράλληλα με τη δήθεν κατάργηση της ρήτρας αναπροσαρμογής.

Πλην, όμως, το γεγονός ότι οι ίδιοι παίκτες, τώρα με την ιδιότητα του προμηθευτή, είναι ελεύθεροι να καθορίζουν ανεξέλεγκτα τις τιμές στα τιμολόγια χαμηλής τάσης, ακόμη και σε επίπεδα αδικαιολόγητα υψηλά ως προς τις τιμές της χονδρεμπορικής, είχε ως αποτέλεσμα η κυβέρνηση να καθορίζει σε αντίστοιχα υψηλό επίπεδο το ποσό των επιδοτήσεων στη ΧΤ. Αυτό έχει ως συνέπεια μεγάλο μέρος των επιδοτήσεων να καταλήγουν ως καθαρά έσοδα στους προμηθευτές σε τέτοιο βαθμό, ώστε τα κέρδη των προμηθευτών να είναι υψηλότερα αυτών που απολάμβαναν πριν, με τη ρήτρα αναπροσαρμογής. Το θετικό είναι ότι αυτή τη φορά η ΡΑΕ φέρεται ότι ενημέρωσε την κυβέρνηση για τα παραπάνω.

Δυστυχώς, δεν έχει αλλάξει τίποτα στο θεσμικό πλαίσιο της αγοράς, παρά τις εξαγγελίες, με προφανή ευθύνη στη ΡΑΕ. Κύριο χαρακτηριστικό της ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει μέχρι και σήμερα πλήθος δομικών στρεβλώσεων, που οφείλονται τόσο στις λάθος/εσκεμμένες επιλογές στον σχεδιασμό της, όσο και στην ολιγοπωλιακή δομή της. Επισημαίνουμε ότι δύο έτη μετά την έναρξη λειτουργίας της νέας αγοράς καθυστερεί η υλοποίηση ακόμη και εκείνων των μεταρρυθμίσεων που έχουν εξαγγελθεί.

Σύμφωνα και με τα πρόσφατα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα και το β΄ τρίμηνο του 2022 έχει το υψηλότερο κόστος στο βιομηχανικό ρεύμα σε επίπεδο Ε.Ε., ενώ αντίθετα τα υπόλοιπα κράτη-μέλη έχουν αισθητά χαμηλότερες τιμές, καθιστώντας σαφές ότι πρόκειται για ανταγωνιστικό μειονέκτημα της ελληνικής βιομηχανίας έναντι των Ευρωπαίων ανταγωνιστών της. Τι ισχύει ως προς το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία; Τελικά, η ρήτρα καταργήθηκε για όλους;

Βάσει των προαναφερθέντων, λαμβάνοντας υπόψη και την έλλειψη ουσιαστικού ελέγχου στη διαμόρφωση των τιμών στην αγορά, είναι επακόλουθο να διαμορφώνονται μη ανταγωνιστικές τιμές για τις ελληνικές βιομηχανίες.

Επιπλέον, η πέρα για πέρα λανθασμένη απόφαση για πρόωρη απολιγνιτοποίηση, συνοδευόμενη με την απαξίωση των ορυχείων, είχε ως συνέπεια την πλήρη εξάρτηση της ηλεκτροπαραγωγής στη χώρα μας από το φυσικό αέριο σε επίπεδο υψηλότερο του 40%. Το γεγονός αυτό, στις σημερινές συνθήκες εκτόξευσης των διεθνών τιμών του φυσικού αερίου, συμβάλλει καθοριστικά στις πολύ υψηλότερες τιμές ως προς τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Ας μην ξεχνάμε ότι οι ρυθμιζόμενες χρεώσεις στη χώρα μας είναι οι υψηλότερες στην Ευρώπη. Πρόσφατα, από 1.9 υπερδιπλασιάστηκε η χρέωση χρήσης συστήματος λόγω των επενδύσεων στις διασυνδέσεις των νησιών, πλην όμως η κυβέρνηση ξέχασε να μειώσει αντίστοιχα τη χρέωση των ΥΚΩ, το κόστος των οποίων έχει σημαντικά μειωθεί - αλλά με το πλεόνασμα των ΥΚΩ χρηματοδοτεί το ΤΕΜ (πηγή των επιδοτήσεων).

Τελικά, η αλήθεια είναι ότι η ρήτρα αναπροσαρμογής καταργήθηκε μόνο στα λόγια. Απλώς, οι επιδοτήσεις αποκρύπτουν από τον καταναλωτή ότι υπάρχει αύξηση των τιμών σε επίπεδο υψηλότερο αυτών που θα διαμορφώνονταν με τη ρήτρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι βιομηχανίες μέσης τάσης προτίμησαν να παραμείνουν στην εφαρμογή της ρήτρας αναπροσαρμογής, αντί να επιλέξουν τις προτεινόμενες σταθερές τιμές των προμηθευτών, οι οποίες είναι εκτός πραγματικότητας.

Η Ε.Ε. αποφάσισε μείωση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας κατά 5% κατά τις ώρες αιχμής των τιμών, ζητώντας κατά βάση τη συνδρομή της βιομηχανίας. Πώς θα γίνει αυτός ο περιορισμός για τη βιομηχανία, ποια είναι τα βασικά επίδικα στη διαβούλευση για τη λειτουργία ενός σχετικού μηχανισμού;

Η μείωση που απαιτείται υπολογίζεται περίπου σε 300 MW κατά τις ώρες αιχμής του συστήματος, ήτοι 6 μ.μ.-9 μ.μ. όλες τις ημέρες της εβδομάδας για 4 μήνες (Δεκ. 22-Μάρ. 23). Κάτι τέτοιο είναι τεχνικά δυνατόν μόνο για τις βιομηχανίες με ευέλικτο φορτίο, όπως οι χαλυβουργίες, οι οποίες όμως ήδη μειώνουν, εθελοντικά, την κατανάλωσή τους κατά 250 MW εκείνες τις ώρες. Αντίθετα, η μείωση φορτίου θα έχει δυσανάλογα σημαντικές επιπτώσεις για τις βιομηχανίες συνεχούς λειτουργίας/συνεχούς πυράς.

Η πρώτη ενημέρωση που έχουμε είναι ότι στον διαγωνισμό θα συμμετάσχουν οι ΦΟΣΕ (Φορείς Σωρευτικής Εκπροσώπησης) φορτίου και οι καταναλωτές υψηλής τάσης, χωρίς όμως να συμπεριλαμβάνονται οι βιομηχανίες μέσης τάσης, γεγονός που υποκρύπτει κάποια μεθόδευση. Η δε συμμετοχή οποιουδήποτε φορέα, όπως, π.χ., των προμηθευτών, στον ίδιο διαγωνισμό με τις βιομηχανίες ΥΤ εγείρει θέματα ανταγωνισμού και θα πρέπει να αποκλειστεί ως ενδεχόμενο.

Σχεδόν ενάμιση χρόνο πριν η κυβέρνηση, διά του υπουργού ΠΕΝ, διεμήνυε στη βιομηχανία ότι θα λυθεί το πρόβλημα του υψηλού ενεργειακού κόστους με τη σύναψη μακροχρόνιων διμερών «πράσινων» συμβολαίων, δηλαδή με ενέργεια από ΑΠΕ (PPAs). Πού βρίσκεται σήμερα αυτή η δέσμευση; Πόσο έχει προχωρήσει η αγορά τέτοιων συμβολαίων;

Στις σημερινές συνθήκες ενεργειακής κρίσης η έκθεση των βιομηχανιών έντασης ενέργειας στις πολύ υψηλές τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς υπονομεύει ακόμη και τη βιωσιμότητά τους. Πράγματι, λοιπόν, η μόνη λύση για τις βιομηχανίες έντασης ενέργειας είναι η σύναψη μακροχρόνιων διμερών-κοστοστρεφών συμβολαίων, τα οποία να οδηγούν σταδιακά στη μεγιστοποίηση του ποσοστού πράσινης ενέργειας ως μέρος της συμφωνίας. Πλην όμως, παρατηρούμε στην πράξη ότι τα μέτρα που λαμβάνονται από την κυβέρνηση δεν ευνοούν ή και εμποδίζουν τη σύναψη διμερών συμβολαίων με βιομηχανίες.

Συγκεκριμένα:

- Η επιβολή του πλαφόν στα έσοδα των παραγωγών επιβάλλεται χωρίς διαφοροποίηση στα διμερή συμβόλαια, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη στην πράξη η σύναψή τους. Επισημαίνουμε ότι η επιβολή πλαφόν στα διμερή συμβόλαια δεν είναι συμβατή πλέον με τα οριζόμενα στον πρόσφατο Κανονισμό 1854/2022 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Στο εν λόγω κείμενο γίνεται σαφές (παράγραφος 30) ότι το πλαφόν στα διμερή συμβόλαια πρέπει να επιβάλλεται στα πραγματικά έσοδα του παραγωγού, τα οποία προφανώς προκύπτουν μετά την τελική εκκαθάριση της διμερούς σύμβασης, και όχι επί των προσωρινών εσόδων του παραγωγού, δηλαδή των εσόδων που αποκομίζει από το χρηματιστήριο.

Είναι προφανές ότι το πραγματικό έσοδο του παραγωγού, στην περίπτωση ενός διμερούς συμβολαίου, είναι η τιμή, η όποια έχει συμφωνηθεί με τον αγοραστή. Η εκτίμησή μας είναι ότι αναμένεται πολύ σύντομα παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής γιατί είναι ολοφάνερο ότι η εν λόγω ρύθμιση όχι μόνο εμποδίζει τη σύναψη όλων των νέων διμερών συμβολαίων, είτε είναι με φυσική παράδοση είτε είναι οικονομικών διαφορών, αλλά καθιστά αδύνατη τη σύναψή τους. Παρατηρούμε απροθυμία των αρμοδίων να προχωρήσουν στη διόρθωση της συγκεκριμένης ρύθμισης. Δείχνουν να αδιαφορούν για το γεγονός ότι πολλές συμβάσεις μεγάλων βιομηχανιών λήγουν σε μερικούς μήνες.

- Η πρόσφατη υπουργική απόφαση (14/8/2022) δεν δίνει προτεραιότητα στη λήψη όρων σύνδεσης για τις ΑΠΕ, που δεσμεύονται ότι θα συνάψουν διμερή με τις βιομηχανίες.

Η εν λόγω ρύθμιση δίνει προτεραιότητα για τη λήψη όρων σύνδεσης σε συγκεκριμένα μεγάλα έργα ΑΠΕ δυναμικότητας 8.000 MW (κατηγορία Α), χωρίς περαιτέρω δεσμεύσεις. Αντίθετα, τα αιτήματα των παραγωγών ΑΠΕ για όρους σύνδεσης, που δεν ευνοήθηκαν και αναγκαστικά επέλεξαν να συνάψουν διμερές συμβόλαιο με βιομηχανίες (κατηγορία Β), θα εξεταστούν μετά την ολοκλήρωση της έκδοσης όρων σύνδεσης για τα 8.000 MW, ενώ επίσης περιορίζονται στα 1.500 MW, δυναμικότητα που προφανώς δεν επαρκεί. Αυτό θα γίνει εφικτό μετά από καθυστέρηση πολλών μηνών και εφόσον υπάρχει ακόμη διαθέσιμος ηλεκτρικός χώρος.

Πώς βλέπετε την όλη συζήτηση στην Ε.Ε. γύρω από τα πιθανά πλαφόν στην τιμή του φυσικού αερίου; Ποιο μοντέλο μπορεί να οδηγήσει σε πραγματική μείωση των τιμών για όλους;

Κατ’ αρχάς, μια γενική διαπίστωση είναι ότι μεταξύ των κρατών-μελών υπάρχουν διαφορετικές απόψεις ως προς το ποια μέτρα πρέπει να ληφθούν για να επιτύχουμε την αποδέσμευση της τιμής της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας από την τιμή του Ολλανδικού Χρηματιστηρίου (TTF).

Η Γερμανία επικαλείται κύρια την αλληλεγγύη σε θέματα αντιμετώπισης της επάρκειας σε φυσικό αέριο, στρατηγική που οδήγησε στα μέτρα που αποφασίστηκαν περιορισμού κατανάλωσης αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας. Είναι προφανές ότι αντιτίθεται στην όποια επιβολή πλαφόν στο σύνολο των εισαγωγών του αερίου. Αντίθετα, μια μεγάλη ομάδα κρατών, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, θέτει ως προτεραιότητα τη λήψη μέτρων τα οποία να οδηγούν στον έλεγχο των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία καθορίζεται εν πολλοίς από την τιμή του αερίου.

Στο κείμενο των συμπερασμάτων του Συμβουλίου η Γαλλία έφερε ξανά στο τραπέζι μια παραλλαγή του ιβηρικού μοντέλου, το οποίο προβλέπει την επιδότηση της τιμής του φυσικού που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ρεύματος πάνω από μια τιμή, η οποία όμως θα καθοριστεί σε τέτοιο επίπεδο, π.χ., 80 ευρώ/MWH, ώστε, αφενός, να μη διαφοροποιείται η υφιστάμενη σειρά λειτουργίας των μονάδων (merit order), αφετέρου, να μην αυξάνεται η κατανάλωση του φυσικού αερίου.

Επομένως, προκύπτει ανάγκη χρηματοδότησης του ποσού που θα απαιτηθεί για την επιδότηση στην τιμή του αερίου. Πλην όμως, το ποσό που προκύπτει από την επιβολή πλαφόν στα υπερέσοδα των παραγωγών ΑΠΕ και υδροηλεκτρικών, που ήδη εφαρμόζεται, είναι υπεραρκετό. Το μεγάλο πλεονέκτημα αυτής της λύσης είναι η δυνατότητα άμεσης εφαρμογής και το κυριότερο είναι η μείωση της τιμής της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας οριζόντια για όλους. Θεωρούμε, επίσης, ότι το πρόβλημα που επικαλούνται από την αύξηση των εξαγωγών προς τρίτες χώρες λόγω μείωσης της τιμής δεν είναι ανυπέρβλητο.

Είδε τη δημοσιότητα τις τελευταίες ημέρες κείμενο θέσεων της Επιτροπής, στο οποίο προσπαθεί να υπερτονίσει τα προβλήματα που θα προκύψουν από την εφαρμογή του ιβηρικού μοντέλου. Θεωρούμε ότι είναι ακόμη μια προσπάθεια να πεταχτεί η μπάλα στην εξέδρα, ώστε να μην καταλήξουν τα κράτη-μέλη σε αποφάσεις που δεν συμφωνεί η Γερμανία.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0