Έκθεση - καταπέλτη για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δημοσιοποίησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποκαλύπτοντας ότι οι τράπεζες «πετούν» εκτός δανειοδότησης τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν πολύ μεγάλη ανάγκη από ρευστότητα, ιδίως σε αυτήν την κρίσιμη συγκυρία.
Παρ' όλο που η ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών έχει βελτιωθεί σημαντικά, οι συνθήκες δανεισμού των ελληνικών ΜμΕ είναι από τις χειρότερες στην Ευρωζώνη. Σύμφωνα με την έρευνα, το 22% των αιτήσεων για δάνειο που υποβάλλουν στην Ελλάδα οι ΜμΕ απορρίπτεται, ενώ το ποσοστό αυτό στην Ε.Ε. είναι μόλις 8%!
Από την άλλη πλευρά τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν πως οι ελληνικές τράπεζες έχουν λάβει από την ΕΚΤ επιδοτούμενη ρευστότητα περίπου 44,5 δισ. ευρώ και οι καταθέσεις από το ξέσπασμα της πανδημίας έχουν αυξηθεί κατά περίπου 14 δισ. ευρώ.
Συνεπώς δεν δικαιολογείται η συγκεκριμένη πρακτική των τραπεζών, για την οποία έχει κάνει πολλές φορές κριτική στο παρελθόν ο ΣΥΡΙΖΑ - Π.Σ. Μάλιστα το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης έχει καλέσει πολλές φορές την κυβέρνηση να θεσπίσει «εργαλεία» τα οποία θα αυξήσουν τη ρευστότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, κάτι το οποίο συμπεριέλαβε και στο σχέδιό του για την αξιοποίηση των κονδυλίων από το ταμείο ανάκαμψης υπό την ονομασία «Ελλάδα+».
Την ίδια ώρα η ενεργοποίηση του νέου Πτωχευτικού Κώδικα από την κυβέρνηση αναμένεται να οδηγήσει σε κίνδυνο περί τα 100.000 επιχειρηματικά δάνεια, σύμφωνα με ορισμένους οικονομικούς αναλυτές, προκαλώντας πολύ μεγάλη ανησυχία.
Στοιχεία - φωτιά
Όπως προκύπτει από την έρευνα της ΕΚΤ, κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2020 στην Ε.Ε., κατά μέσον όρο, το 12% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι χρειαζόταν περισσότερα δάνεια. Στην Ελλάδα το ποσοστό των επιχειρήσεων που θα ήθελαν περισσότερα δάνεια φτάνει το 33% (από 38% που ήταν το πρώτο εξάμηνο του 2021) και είναι μακράν το υψηλότερο στην Ε.Ε. Ακολουθούν οι πορτογαλικές επιχειρήσεις με ποσοστό 27%. Τα ίδια ποσοστά περίπου ισχύουν για τις γραμμές δανεισμού, όπου το 21% των ελληνικών ΜμΕ θα ήθελαν πιο διευρυμένες γραμμές, έναντι 10% που είναι ο μέσος όρος στην Ε.Ε.
Στην Ε.Ε., αλλά και στην Ελλάδα, μόνον το 3% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι βελτιώθηκε η διαθεσιμότητα των τραπεζικών δανείων. Σε ό,τι αφορά μάλιστα τις γραμμές χρηματοδότησης, το 5% στην Ελλάδα απάντησε ότι η κατάσταση επιδεινώθηκε. Αποτέλεσμα αυτών είναι στην Ελλάδα να καταγράφεται το υψηλότερο financing gap (δηλαδή η διαφορά μεταξύ της ζήτησης για νέα δάνεια και της προσφοράς τους από τις τράπεζες), το οποίο φθάνει το 14%, όταν στην Ε.Ε. ο μέσος όρος είναι μόνον 4%.
Ως επιστέγασμα έρχονται οι απορρίψεις από τις τράπεζες στα αιτήματα των ΜμΕ για δανεισμό. Στην Ελλάδα καταγράφεται το υψηλότερο ποσοστό απόρριψης των αιτημάτων που φθάνει το 22%, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι μόλις 8%.
Σύμφωνα με την ίδια την έρευνα, το 50% των ΜμΕ ανέφεραν ότι έλαβαν κρατική στήριξη με στόχο την ανακούφιση της μισθολογικής τους δαπάνης, το 25% επωφελήθηκαν από φορολογικές ελαφρύνσεις και φορολογικές απαλλαγές και το 32% έλαβαν άλλους τύπους κρατικής στήριξης. Οι περισσότεροι από αυτούς ανέφεραν ότι αυτά τα μέτρα τους βοήθησαν να εκπληρώσουν τις άμεσες και βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις τους, ενώ περίπου το 50% θεώρησαν ότι αυτά τα μέτρα θα αυξήσουν την ικανότητά τους να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους στα επόμενα δύο χρόνια.
Οδηγούνται σε πτωχεύσεις
Από εκεί και πέρα η ΕΚΤ είχε δημοσιοποιήσει άλλη έκθεση πριν από λίγες ημέρες προβλέποντας ότι το 20% των ελληνικών επιχειρήσεων κινδυνεύουν με πτώχευση, κάτι το οποίο δείχνει ότι μόνο τυχαίες δεν είναι οι σχετικές αναφοράς. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι τα ζητήματα αυτά είχαν τεθεί και από τον διοικητή της ΤτΕ Γιάννη Στουρνάρα, ο οποίος τοποθετήθηκε σχετικά κατά την παρουσίαση της ετήσιας έκθεσής του.
Σε όλα τα παραπάνω έρχεται να προστεθεί και ο νέος Πτωχευτικός Κώδικας δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μείγμα. Σύμφωνα με τη ΓΣΕΒΕΕ οι μικρές επιχειρήσεις, που αποτελούν το 81% των μικρομεσαίων, εξαιρούνται της ασφάλειας δικαίου, καθώς οι υποθέσεις τους θα εκδικάζονται στα Ειρηνοδικεία χωρίς δυνατότητα φυσικής παρουσίας!