Live τώρα    
Διαγραφή και αναδιάρθρωση του χρέους εντός της Ευρωζώνης
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Διαγραφή και αναδιάρθρωση του χρέους εντός της Ευρωζώνης

ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

 

Σύμφωνα με την αναθεωρημένη έκθεση του ΔΝΤ για τη βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους, που δόθηκε στη δημοσιότητα λίγες μέρες πριν το δημοψήφισμα, το ελληνικό χρέος είναι «εξαιρετικά μη βιώσιμο», αφού έως το τέλος του 2017 θα φτάσει το 200% του ΑΕΠ, από 175% το 2013. Έτσι το ίδιο το ΔΝΤ έχει θέσει ως προϋπόθεση συμμετοχής του στο νέο πρόγραμμα χρηματοδοτικής βοήθειας, την αναδιάρθρωση και ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους. Τη θέση αυτή υποστηρίζουν με έμφαση οι ΗΠΑ, αλλά και ο επικεφαλής της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι εξέφρασε την ίδια άποψη σε δήλωσή του στις 16 Ιουλίου, ενώ είναι χαρακτηριστική η λεκτική επίθεση που δέχθηκε από τον Σόιμπλε, στο τελευταίο Eurogroup, όταν έθεσε το ίδιο ζήτημα, αναφερόμενος στην πενιχρή τελικά συμβολή που είχε το PSI στην ουσιαστική μείωση του ελληνικού χρέους.

Το πρόβλημα για μια ουσιαστική μείωση του χρέους βρίσκεται στο γεγονός ότι πλέον το μεγαλύτερο μέρος του οφείλεται στον αποκαλούμενο επίσημο τομέα, διεθνείς οργανισμούς και ευρωπαϊκά κράτη, άλλωστε το οφειλόμενο στον ιδιωτικό τομέα είναι ήδη αναδιαρθρωμένο, αφού πλέον αποτελείται από τα ομόλογα που εκδόθηκαν το 2012 στο πλαίσιο του PSI, εκτός από ένα ποσό 4,5 δισ., που εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2014. Αν από το χρέος προς τον επίσημο τομέα, εξαιρεθούν τα 23 δισ. που οφείλονται στο ΔΝΤ, τότε το συνολικό ποσό του ελληνικού δημόσιου χρέους που μπορεί να αναδιαρθρωθεί ανέρχεται σε 210 δισ. ευρώ και οφείλεται στις χώρες της Ευρωζώνης, άμεσα 53 δισ. από τα διακρατικά δάνεια του 2010 και έμμεσα 130 δισ. στον EFSF από το δεύτερο δάνειο του 2012 και 27 δισ. προς το ΕΣΚΤ (ΕΚΤ και ΕθνΚΤ), από το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της περιόδου 2010-11 (περιλαμβάνονται και τα 3,48 δισ. που εξοφλήθηκαν στην ΕΚΤ στις 20 Ιουλίου με το δάνειο - γέφυρα από τον EFSM). Είναι φανερό ότι, αν εξαιρέσουμε τα 23 δισ. του ΕΣΚΤ που νομικά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μονομερούς αναδιάρθρωσης σύμφωνα με το ΔΕΕ, η ουσιαστική ελάφρυνση του οφειλόμενου προς την λοιπή Ευρωζώνη δημόσιου χρέους, για να καταστεί εφικτή προϋποθέτει τη συμφωνία με τις λοιπές χώρες της Ευρωζώνης.

 

Η κυρίαρχη γερμανική θέση για αναδιάρθρωση εκτός Ευρωζώνης

Η κυβέρνηση έχει αναδείξει το θέμα της ουσιαστικής μείωσης του χρέους σε ένα από τα κεντρικά θέματα της διαπραγμάτευσης και η υποστήριξη της θέσης αυτής από διεθνείς παράγοντες που επηρεάζουν ουσιαστικά τις σχετικές εξελίξεις, έχει αναγκάσει τη γερμανική κυβέρνηση, που της αναλογεί το 27% αυτού του χρέους, να περάσει σε αμυντική θέση.

Πρωταγωνιστής της αντιπαράθεσης ο Σόιμπλε, έχει μεν κάνει δειλά βήματα αναγνώρισης του προβλήματος της βιωσιμότητας του χρέους, αλλά αμύνεται προτάσσοντας το επιχείρημα ότι δεν μπορεί να γίνει εντός Ευρωζώνης μια τέτοια αναδιάρθρωση, διότι δεν το επιτρέπουν οι κανόνες, θα μπορούσε όμως εάν η Ελλάδα εξέρχονταν από αυτήν.

Οι κανόνες που συνηθίζει να επικαλείται πάντα η Γερμανία είναι οι συνθήκες της Ε.Ε. και το δευτερογενές δίκαιο της Ένωσης και της Ευρωζώνης, για τους οποίους όμως επιφυλάσσει στον εαυτό της, το προνόμιο του αυθεντικού ερμηνευτή, αλλά ταυτόχρονα και του εφαρμοστή της δικής της ερμηνείας, το τελευταίο με βάση την ευχέρεια που της εξασφαλίζει η ισχύς της.

Η κυρίαρχη γερμανική άποψη επικαλείται το άρθρο 125 ΣΛΕΕ που ορίζει στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 ότι «κανένα κράτος - μέλος δεν ευθύνεται για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν οι κεντρικές κυβερνήσεις, οι περιφερειακές, τοπικές ή άλλες δημόσιες αρχές, άλλοι οργανισμοί δημοσίου δικαίου, άλλου κράτους - μέλους, ούτε τις αναλαμβάνει».

Με το άρθρο αυτό καθιερώνεται η αρχή της αυτοτέλειας των υποχρεώσεων των κρατών - μελών έναντι των τρίτων δικαιούχων των αντίστοιχων απαιτήσεων, οι οποίοι δεν μπορούν να αξιώσουν, στο πλαίσιο κάποιας ενδεχόμενης σε ολόκληρο ευθύνης, από τα λοιπά κράτη την προς αυτούς εξόφληση των οφειλόμενων από ένα κράτος, επιπλέον εμποδίζει και την ανάληψη των υποχρεώσεων ενός κράτους από άλλο.

Στο πλαίσιο αυτό έχει αναπτυχθεί μια φιλολογία περί της θέσπισης από το άρθρο 125 της αρχής «της μη διάσωσης» και με βάση αυτή ο Σόιμπλε και ευρύτερα η κυρίαρχη γερμανική άποψη, όπως εκφράστηκε από την πλειοψηφία (μειοψήφησε ο Πέτερ Μπόφινγκερ) των τεσσάρων μελών της επιτροπής οικονομικών εμπειρογνωμόνων της γερμανικής κυβέρνησης στην πρόσφατη έκθεση τους, με τίτλο «Συνέπειες της Ελληνικής κρίσης. Υπέρ μια σταθερής Ευρωζώνης», υποστηρίζει ότι η έξοδος από το ευρώ θα καταστήσει δυνατή, ως τελευταία λύση, τη μείωση του ελληνικού χρέους.

 

Η επικρατούσα στη νομολογία του ΔΕΕ θέση είναι αντίθετη με τη γερμανική

Εξαιτίας της κρίσης στην Ευρωζώνη μετά το 2010, χρησιμοποιήθηκε ο μηχανισμός της συνδρομής κρατών - μελών από άλλα, ιδίως με την απόφαση 2011/199 Ε.Ε. προστέθηκε παρ. 3 στο άρθρο 136 ΣΛΕΕ, και δημιουργήθηκε ο ESM, που μπορεί να παρέχει χρηματοοικονομική συνδρομή σε κράτη - μέλη της Ευρωζώνης για τη διασφάλιση της σταθερότητας στη ζώνη του ευρώ.

Ενόψει δικαστικής κρίσης για τον ESM, το ΔΕΕ έχει κρίνει στην απόφαση 27.11.2012, C-370/12 σκέψη 130, ειδικά για το άρθρο 125 ΣΛΕΕ, ότι «σκοπός του άρθρου 125 δεν είναι να απαγορεύσει στην ένωση και στα κράτη - μέλη την παροχή οποιασδήποτε μορφής χρηματοοικονομικής συνδρομής σε άλλο κράτος μέλος». Το Δικαστήριο θεμελιώνει την κρίση του και επάλληλα, σε αντιδιαστολή με το άρθρο 123 ΣΛΕΕ για το οποίο αναφέρει στη σκέψη 132:

«Αφετέρου, το άρθρο 123 ΣΛΕΕ, το οποίο απαγορεύει στην ΕΚΤ και στις κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών 'τις υπεραναλήψεις ή οποιουδήποτε άλλου είδους πιστωτικές διευκολύνσεις' διατυπώνεται κατά τρόπο περισσότερο περιοριστικό σε σχέση με την αρχή της μη διασώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 125 ΣΛΕΕ. Η διαφορετική διατύπωση του άρθρου αυτού επιβεβαιώνει ότι η επιβαλλόμενη με αυτό απαγόρευση δεν σκοπεί στο να αποκλείσει οποιαδήποτε χρηματοοικονομική συνδρομή υπέρ συγκεκριμένου κράτους».

Επιπλέον το ΔΕΕ έχει ερμηνεύσει και το άρθρο 123 ΣΛΕΕ, στην απόφαση του για το πρόγραμμα OMT της 16.6.2015 ("Αυγή" 21.6.2015), όπου στη σκέψη 125 αναφέρει: «Πρέπει, περαιτέρω, να υπομνησθεί ότι μια κεντρική τράπεζα, όπως η ΕΚΤ, είναι υποχρεωμένη να λαμβάνει αποφάσεις οι οποίες, όπως οι πράξεις ανοικτής αγοράς, ενέχουν αναπόφευκτα γι' αυτήν έναν κίνδυνο ζημιών και ότι το άρθρο 33 του Πρωτοκόλλου περί του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ προβλέπει ακριβώς τον τρόπο κατά τον οποίο πρέπει να κατανέμονται οι ζημίες της ΕΚΤ, χωρίς να ρυθμίζει ειδικά τους κινδύνους τους οποίους αυτή επιτρέπεται να αναλαμβάνει για την επίτευξη των σκοπών της νομισματικής πολιτικής»

Ο συνδυασμός της σκέψης 132 στην απόφαση 27.11.2012 με τη σκέψη 125 στην απόφαση 16.6.2015 οδηγεί στο συμπέρασμα ότι και στα προγράμματα χρηματοοικονομικής συνδρομής μεταξύ κρατών είναι αποδεκτές οι ζημίες για ένα κράτος - μέλος από τη διαγραφή ή την αναδιάρθρωση χρέους άλλου κράτους μέλους.

Ειδικά αφού η ανάληψη ζημιών από την αγορά χρέους κρατών μελών είναι επιτρεπτή για την ΕΚΤ και τις ΕθνΚΤ, για τις οποίες, η σχετική απαγόρευση στο 123 ΣΛΕΕ, διατυπώνεται (κατά το Δικαστήριο) κατά τρόπο περισσότερο περιοριστικό σε σχέση με την αρχή της μη διασώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 125 ΣΛΕΕ, είναι αυτονόητο ότι από τις συνθήκες είναι επιτρεπτή η ανάληψη τέτοιων ζημιών και για τα κράτη μέλη, όταν αυτά συνέδραμαν άλλο κράτος στο πλαίσιο της αντιμετώπισης έκτακτων περιστάσεων, όπως άλλωστε προβλέπει και το άρθρο 122 παρ. 2 ΣΛΕΕ.

Η θέση μάλιστα της γερμανικής κυβέρνησης είναι και μεθοδολογικά λαθεμένη, διότι η διάταξη του άρθρου 125 ΣΛΕΕ δεν αφορά την Ευρωζώνη, αλλά ολόκληρη την Ένωση, άρα η έξοδος ενός κράτους για αναδιάρθρωση του χρέους που έχει δεχτεί μέσω χρηματοοικονομικής συνδρομής θα έπρεπε να γίνει κατά λογική συνέπεια της άποψης αυτής, από την Ε.Ε. και όχι μόνο από την Ευρωζώνη.

Αντίστοιχα, τότε, με βάση τη γερμανική θέση, η έξοδος από την Ε.Ε. θα ήταν ο μόνος τρόπος και στην περίπτωση αναδιάρθρωσης ή διαγραφής χρέους, άλλου κράτους της ένωσης μη μέλους της Ευρωζώνης, εάν αυτό είχε λάβει βοήθεια στο πλαίσιο του ειδικού κανονισμού 332/2002 του Συμβουλίου, για τον μηχανισμό στήριξης του ισοζυγίου πληρωμών των κρατών - μελών που δεν είναι μέλη της Ευρωζώνης.

Έτσι, εάν η ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους ενός κράτους - μέλους της Ε.Ε. που έχει προσφύγει σε χρηματοδοτικούς μηχανισμούς στήριξης εντός Ε.Ε. δεικνύει ότι πρέπει να γίνει αναδιάρθρωση ή και διαγραφή του, η κυρίαρχη στη Γερμανία άποψη θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι το κράτος πρέπει να αποχωρήσει από την Ένωση και τότε τα άλλα μέλη θα αποδέχονταν τις ζημίες, ενώ εάν παραμένει στην Ε.Ε. οι ζημίες δεν είναι αποδεκτές, θέση καθαρής αντινομίας και αντίφασης.

Προφανώς, η γερμανική πρόταση της εξόδου, για το αποδεκτό της αναδιάρθρωσης του χρέους, αν και εμφανίζεται με νομικό μανδύα, είναι στην ουσία μόνο πολιτικού περιεχομένου και περιορίζεται ουσιαστικά στην απειλή εξόδου από τη συμμετοχή στο ευρώ, καθώς η Γερμανία επιδιώκει η Ευρωζώνη να αποτελεί το κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας της οικονομικής και συνακόλουθα γεωπολιτικής κυριαρχίας της στην Ευρώπη.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0