Κόλαφος είναι για την κυβέρνηση η τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής. Της καταλογίζει ανυπαρξία σχεδίου για την «επόμενη ημέρα» του Μνημονίου, καθώς αρκείται σε γενικότητες, ευχολόγια και αοριστίες. Οι κατηγορίες γίνονται ακόμη μεγαλύτερες καθώς διαπιστώνονται παλινωδίες όπως στον ΕΝΦΙΑ, πολιτικοί δισταγμοί σε κρίσιμους τομείς για τα δημόσια οικονομικά όπως λ.χ. ότι δεν αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά η φοροδιαφυγή στα πετρελαιοειδή, αδικίες (μέτρα που «αποφασίζονται προκειμένου να τακτοποιηθεί κάποια ομάδα σε βάρος γενικών αρχών και κανόνων»), αναβλητικότητα (ιδιωτικοποιήσεις) και πολλές ακόμη αδυναμίες και παραλείψεις.
Το Γραφείο «κρούει κώδωνα κινδύνου» για τα τεράστια κοινωνικά προβλήματα. Επισημαίνει ότι ακόμη και αν η ελληνική οικονομία ανακάμψει ώς το τέλος του 2014, μετά από 6 χρόνια ύφεσης, παραμένουν μια σειρά ανησυχητικοί δείκτες στον τομέα της κοινωνικής δικαιοσύνης, όπως ανεργία νέων, φτώχεια, ανισότητα, εισοδηματική εξαθλίωση ομάδων πληθυσμού κ.λπ. Αυτά όλα φανερώνουν εύθραυστη επιτευχθείσα μακροοικονομική ισορροπία καθώς τα κοινωνικά προβλήματα, εάν δεν θεραπευτούν έγκαιρα, θα απειλήσουν την όποια οικονομική πρόοδο.
Η έκθεση αναφέρεται σαφώς στην υπεραισιοδοξία του οικονομικού επιτελείου, επισημαίνοντας ότι η πρόβλεψη στο προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού για ανάπτυξη 2,9% το 2015 δεν είναι εμφανές από πού προκύπτει. Η προσδοκία για αύξηση κατανάλωσης 1,6% σε σύγκριση με 2013 είναι φιλόδοξη, δεδομένου ότι έχουν συσσωρευθεί ληξιπρόθεσμες οφειλές και έχουν αυξηθεί οι επιβαρύνσεις από διάφορα τέλη-φόρους και κατάργηση φοροαπαλλαγών. Εξίσου φιλόδοξες είναι και οι προβλέψεις επενδύσεων (11,7%) και εξαγωγών (5,2%).
Προσθέτει ακόμη μια ζοφερή πρόβλεψη: «Κατά την εκτίμησή μας η οικονομία πρέπει να διανύσει πολύ δρόμο ακόμα για να περάσει σε διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης και ικανοποιητική μείωση της ανεργίας». Και ενώ η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι είναι αδύνατη η επιστροφή στο προηγούμενο πρότυπο ανάπτυξης, δεν αποσαφηνίζει με ποια ακόμα συγκεκριμένα μέτρα, μεταρρυθμίσεις και χρονοδιαγράμματα θα διαμορφωθούν οι συνθήκες για εξωστρεφή ανάπτυξη.
Tη δημοσιονομική προσαρμογή που συντελέστηκε την χαρακτηρίζει μεν μεγάλη (επισημαίνοντας πάντως πως ήταν για πολλούς υπερβολική και με λάθος τρόπο), παρατηρεί ωστόσο ότι υπήρξε μεγάλο οικονομικό και κοινωνικό κόστος και προχειρότητα σε σχεδιασμό και εφαρμογή. Ως τέτοιο παράδειγμα αναφέρει τον ΕΝΦΙΑ (υπολογίσθηκε με βάση εξωπραγματικές αντικειμενικές αξίες και επιβαρύνει ακόμα και την πρώτη κατοικία).
Όπως τονίζουν οι συντάκτες της έκθεσης, θα έπρεπε να αποτελεί καθαρά ελληνική υπόθεση η σύνταξη ενός νέου προγράμματος που θα στόχευε στην ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης, προσθέτοντας ότι η κατάρτιση ενός αξιόπιστου αναπτυξιακού προγράμματος θα πρέπει να στηρίζεται «σε φθηνούς πόρους, που προέρχονται από τον ΕΜΣ, ΕΚΤ και άλλους ευρωπαϊκούς θεσμούς». Στο κεφάλαιο "πολιτική σταθερότητα" η έκθεση κάνει αναφορά και στον ΣΥΡΙΖΑ: "...οι δισταγμοί και οι ανακολουθίες στη μεταρρυθμιστική πολιτική της κυβέρνησης, η ανυπαρξία συντεταγμένης αναπτυξιακής πολιτικής και η ασάφεια των θέσεων της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν συμβάλλουν στη δημιουργία κλίματος σταθερότητας στην οικονομική πολιτική. Έτσι θα αποθαρρύνονται σοβαρές επενδύσεις που κατά κανόνα χρειάζονται σταθερό και άρα προβλέψιμο πολιτικό περιβάλλον".
Αναφορικά με την επικείμενη αξιολόγηση από την τρόικα, η έκθεση επισημαίνει τις εκατοντάδες εκκρεμείς υποχρεώσεις που έχουν συσσωρευτεί από ελληνικής πλευράς.
Σε άλλο σημείο, σημειώνεται πως «ακόμα και φαινομενικά ανώδυνα μέτρα όπως η καταγραφή του αριθμού των απασχολούμενων στο Δημόσιο ή η εκτίμηση των οικονομικών επιπτώσεων άλλων μέτρων, γίνονται υπό την εξωτερική πίεση των δανειστών. Η διαρκής διαπραγμάτευση για σημαντικά και ασήμαντα θέματα ανέδειξε και τα προβλήματα των τυπικών και άτυπων θεσμών διακυβέρνησης».
Η σκληρότερη κριτική πάντως ασκείται για το ότι δεν έχει καταστρωθεί ακόμα το πλήρες σχέδιο για την επόμενη μέρα. Δεν έχει ακόμα διαμορφωθεί ένα εθνικό πρόγραμμα για την εποχή μετά το τρέχον «Μνημόνιο» που τελειώνει εφέτος, ενώ όσα έχουν αναγγελθεί έως τώρα για ένα τέτοιο σχέδιο επαναλαμβάνουν γενικούς στόχους (ανταγωνιστικότητας, εξωστρέφειας κ.λπ.) χωρίς να συνοδεύονται από συγκεκριμένα μέτρα, χρονοδιαγράμματα, αιτιολογήσεις. «Ας σημειωθεί ότι είμαστε η τελευταία από τις χώρες που στηρίχθηκαν από Ε.Ε. και ΔΝΤ που ακόμα διαπραγματεύεται διάφορα ζητήματα του προγράμματος προσαρμογής και δεν έχει διαμορφώσει στρατηγική για την περίοδο μετά το Μνημόνιο» σημειώνεται.
Σημειώνει αναφορικά με τις αβεβαιότητες ότι αυτές «οφείλονται στις εκκρεμότητες της οικονομικής πολιτικής, στην πορεία των φορολογικών εσόδων (π.χ. αν θα επιτευχθεί η είσπραξη του 25% των νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών των ιδιωτών προς το Δημόσιο) και στην κατάσταση του ασφαλιστικού συστήματος. Το ζήτημα είναι ότι οι σχεδιασμοί και ανασχεδιασμοί δεν έχουν τέλος, τροφοδοτώντας τη γενικότερη αβεβαιότητα, που με τη σειρά της εμποδίζει την ανάπτυξη».
Στον τομέα των μεταρρυθμίσεων που έχουν και άμεσες δημοσιονομικές επιπτώσεις το τοπίο είναι ασαφές και ευμετάβλητο. «Η εντύπωση που έχουμε είναι ενός εργοταξίου όπου το έργο προχωρεί χωρίς αποσαφηνισμένο σχέδιο ή είναι υπό συνεχή διαπραγμάτευση και δεν τελειώνει ποτέ».
Διαπιστώνεται ότι πολλοί από τους εκάστοτε ψηφιζόμενους κανόνες:
* Δεν εφαρμόζονται πλήρως, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εκτίμηση της επίπτωσής τους στις εισπράξεις του κράτους (υπολειτουργία του συστήματος εισροών - εκροών στα πρατήρια) ή στις δαπάνες (βλ. σχέδιο "Αθηνά" του 2013 που τελικά δεν απέδωσε τις εξοικονομήσεις που είχαν προβλεφθεί στο Μνημόνιο, ύψους 70 εκατ. ευρώ).
* Σχεδιάζονται και ανασχεδιάζονται συνεχώς (ΕΝΦΙΑ).
* Αποφασίζονται προκειμένου να τακτοποιηθεί κάποια ομάδα σε βάρος γενικών αρχών και κανόνων.
* Αποδεικνύονται εκ των υστέρων ανεπαρκείς (όπως η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού), ενώ άλλες αποφάσεις αναβάλλονται συνεχώς («συνδικαλιστικός νόμος») ή δεν εντάσσονται σε μια λογική σειρά (οι αξιολογήσεις υπαλλήλων πριν από την εφαρμογή οργανογραμμάτων και κανονισμών με σαφείς περιγραφές έργου κ.λπ.) είναι δηλαδή πρωθύστερες.
* Οι ιδιωτικοποιήσεις υποφέρουν από τη συνεχή αναβλητικότητα.
ΔΗΜ.ΑΡ.: Ευρύτατη συζήτηση στη Βουλή για τις αλλαγές πολιτικών
Σε ανακοίνωσή της η ΔΗΜ.ΑΡ. τονίζει πως οι αναφορές στο ατελέσφορο των σχεδιασμών ή το ατεκμηρίωτο των παρεμβάσεων για μεγέθυνση οικονομίας κατά 2,9% και η επισήμανση ότι στον κρίσιμο τομέα των μεταρρυθμίσεων δίνεται η εντύπωση ενός εργοταξίου όπου το έργο προχωρεί χωρίς αποσαφηνισμένο σχέδιο ή είναι υπό συνεχή διαπραγμάτευση και δεν τελειώνει ποτέ, πρέπει να προβληματίσουν ιδιαιτέρως την κυβέρνηση. Ακόμη, πρέπει να προκαλέσουν ευρύτατη συζήτηση στη Βουλή για τις απολύτως αναγκαίες αλλαγές πολιτικών.
Ο πρόεδρος των Ανεξαρτήτων Ελλήνων Πάνος Καμμένος δήλωσε ότι "το πόρισμα του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής αποτελεί ένα πόρισμα - κόλαφο για την κυβέρνηση Σαμαρά", της οποίας ζήτησε την παραίτηση.
ΘΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ