Live τώρα    
Το 1/5 των πλουσιότερων Ελλήνων δαπανά 5,7 φορές το μερίδιο του 1/5 των φτωχότερων, που για να επιβιώσει αφιερώνει τα 2/3 των εξόδων του σε φαγητό, στέγαση, υγεία / Περικόπηκε το 31% του οικογενειακού προϋπολογισμού μεταξύ 2009 και 2013
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Το 1/5 των πλουσιότερων Ελλήνων δαπανά 5,7 φορές το μερίδιο του 1/5 των φτωχότερων, που για να επιβιώσει αφιερώνει τα 2/3 των εξόδων του σε φαγητό, στέγαση, υγεία / Περικόπηκε το 31% του οικογενειακού προϋπολογισμού μεταξύ 2009 και 2013

Τα 725.000 νοικοκυριά που έκοψαν τη θέρμανση με πετρέλαιο λόγω της απόφασης της κυβέρνησης Σαμαρά - Βενιζέλου να εκτινάξει στα ύψη την τιμή του πετρελαίου θέρμανσης, αυξάνοντας τον φόρο κατανάλωσης του καυσίμου κατά 450%, από τα 6 στα 33 λεπτά το λίτρο, και ο εξαναγκασμός των Ελλήνων να μειώσουν ακόμη και δαπάνες διατροφής δεν αποτελούν παρά την "κορυφή του παγόβουνου" της βίαιης φτωχοποίησης που συντελείται τα τελευταία χρόνια. Το 2013, το 21% του πληθυσμού ζούσε κάτω από το όριο της φτώχειας, δαπανώντας λιγότερα από 5.253,77 ευρώ (κατώφλι φτώχειας), ποσοστό ανάλογο του 2012 που ήταν 21,2%, με ετήσια δαπάνη μικρότερη των 5.524,20 ευρώ.

Παράλληλα, ένα τεράστιο χάσμα χωρίζει τις καταναλωτικές δυνατότητες πλούσιων και φτωχών στην Ελλάδα, καθώς πέρυσι η μέση μηνιαία δαπάνη του οικογενειακού προϋπολογισμού συρρικνώθηκε σε σχέση με το 2009 κατά 694 ευρώ (από 2.203,55 ευρώ σε 1.509,39 ευρώ), καταγράφοντας μείωση σχεδόν κατά το ένα τρίτο και συγκεκριμένα κατά 31% σε σταθερές τιμές 2013 (26,9% σε τρέχουσες τιμές). Σε σύγκριση δε με το 2012, η μείωση ήταν 7,8% ή 127,71 ευρώ. Το χάσμα αυτό κατοπτρίζεται ανάγλυφα στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, που δείχνουν ότι το 2013 αφενός το 20% των πλουσιότερων νοικοκυριών της χώρας κατανάλωνε 5,7 φορές το μερίδιο του 20% των φτωχότερων. Και αφετέρου στο ότι ενώ το φτωχότερο 20% αναγκάζεται να διαθέτει τα 2/3 των δαπανών του για διατροφή, στέγαση και υγεία (64,9% των συνολικών δαπανών του) το πλουσιότερο 20% δαπανά μηνιαίως μόλις κάτι λιγότερο από το 1/3 των εξόδων του για τις ίδιες βασικές ανάγκες (31,2%).

Ως αποτέλεσμα, οι πλουσιότεροι Έλληνες έχουν τη δυνατότητα να ψυχαγωγούνται σε πολλαπλάσιο βαθμό (6,4% των δαπανών τους προορίζονται για αναψυχή και πολιτισμό έναντι μόλις 1,9% των φτωχότερων), όπως επίσης πλεονεκτούν στις ευκαιρίες που παρέχει η μόρφωση (3,3% των δαπανών τους προορίζεται για εκπαίδευση έναντι 1,5%) και εν γένει διάγουν μια σαφώς ανετότερη ζωή (11,9% των δαπανών για ξενοδοχεία, εστιατόρια, καφετέριες έναντι 4,9% του φτωχότερου ενός πέμπτου του πληθυσμού).

Τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η ΕΛΣΤΑΤ για τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς του 2013 δείχνουν ακόμη ότι:

Το μεγαλύτερο μερίδιο των δαπανών του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών προορίζεται για είδη διατροφής (20,4%) και ακολουθούν στέγαση (13,7%) και μεταφορές (12,5%), ενώ oι υπηρεσίες της εκπαίδευσης αποτελούν το μικρότερο μερίδιο των δαπανών (3,4%).

Σε σχέση με το 2012, το 2013 καταγράφηκε μεγαλύτερη μείωση δαπανών (σε σταθερές τιμές) για διαρκή αγαθά (-9,5%), στέγαση (-8,9%), επικοινωνίες (-7,6%), εκπαίδευση (-7,6%), ξενοδοχεία, καφενεία και εστιατόρια (-6,4%), είδη διατροφής (-5,7%), ένδυση-υπόδηση (-5,5%) και για διάφορα αγαθά και υπηρεσίες (-5,2%). Μικρότερες μειώσεις παρατηρήθηκαν στις δαπάνες στα οινοπνευματώδη ποτά και στον καπνό (-2,7%), στην αναψυχή και στον πολιτισμό (-2,6%) και στην υγεία (-1,0%).

Ποσοτικοποιημένα τα ίδια στοιχεία μεταφράζονται σε μεγαλύτερη μείωση στη μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών σε ευρώ (τρέχουσες τιμές) στα υγρά καύσιμα (-17,56 ευρώ), τα εστιατόρια (-14,82 ευρώ) και στην κίνηση μεταφορικών μέσων (-9,74 ευρώ) που αποτελούν το 34% της συνολικής μείωσης της δαπάνης, ενώ μεγαλύτερη αύξηση καταγράφεται στα φάρμακα (5,11ευρώ) και τα καφενεία (3,68 ευρώ).

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την περίοδο της κρίσης, δηλαδή από το 2009 έως το 2013. Για να επιβιώσουν τα ελληνικά νοικοκυριά, περιέκοψαν σχεδόν κατά ένα τρίτο (κατά 31% ή 694 ευρώ) τις δαπάνες. Σε σταθερές τιμές 2013, καταγράφεται μείωση της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών από 2.203,55 ευρώ το 2009 σε 1.509,39 ευρώ το 2013. Η αντίστοιχη μείωση σε τρέχουσες τιμές ανέρχεται σε 26,9%.

Η μεγαλύτερη μείωση τόσο σε τρέχουσες όσο και σε σταθερές τιμές 2013 εμφανίζεται στα είδη ένδυσης και υπόδησης (-46,3% και -48,4% αντίστοιχα). Αντίθετα, η μικρότερη μείωση στα οινοπνευματώδη ποτά και στον καπνό (-8,5%) σε τρέχουσες τιμές, ενώ σε σταθερές τιμές 2013 καταγράφεται στην εκπαίδευση (-16,6%).


 

Τεράστια η ανισότητα πλούσιων - φτωχών

Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης (αγορές σε τρέχουσες τιμές) του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 5,7 φορές μεγαλύτερο από το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης του φτωχότερου 20% των Ελλήνων (5,9 για το 2012). Ο δείκτης διαμορφώνεται στο 4,5 εάν συμπεριληφθούν στην καταναλωτική δαπάνη και οι τεκμαρτές δαπάνες (τελική καταναλωτική δαπάνη) (4,7 για το 2012). Το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης για είδη διατροφής των νοικοκυριών του φτωχότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 32,3% των δαπανών των νοικοκυριών της χώρας, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 13,5%.

O κίνδυνος φτώχειας απειλεί το 21% του πληθυσμού της χώρας, όταν στον υπολογισμό του δείκτη λαμβάνεται υπόψη μόνο η δαπάνη με τρόπο κτήσεως την αγορά (21,2% το 2012), ενώ ο δείκτης μειώνεται στο 14,7% του πληθυσμού (15,3% το 2012), όταν λαμβάνονται υπόψη όλες οι καταναλωτικές δαπάνες, ανεξάρτητα από τον τρόπο κτήσεως (τεκμαρτό ενοίκιο από ιδιοκατοίκηση, ιδιοπαραγόμενα αγαθά, αγαθά και υπηρεσίες παρεχόμενες δωρεάν από τον εργοδότη, άλλα νοικοκυριά, μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, κράτος κ.λπ.).

Η μέση μηνιαία δαπάνη των φτωχών νοικοκυριών (ήτοι του πληθυσμού με δαπάνη μικρότερη ή ίση από το κατώφλι της φτώχειας, όπως ως τέτοιο ορίζεται το 60% της διάμεσης ισοδύναμης δαπάνης από αγορές του νοικοκυριού) εκτιμάται στο 32,8% των δαπανών των μη φτωχών νοικοκυριών. Τα φτωχά νοικοκυριά δαπανούν το 33,6% του μέσου προϋπολογισμού τους σε είδη διατροφής, ενώ τα μη φτωχά το 18,8%. Λόγω της σύνθεσης των φτωχών νοικοκυριών (ηλικιωμένοι, ανασφάλιστοι κ.λπ.) η δαπάνη τους για την υγεία ανέρχεται στο 9% του μέσου προϋπολογισμού τους, ενώ η αντίστοιχη δαπάνη των μη φτωχών ανέρχεται σε ποσοστό 7%.

Περίπου 725.000 νοικοκυριά της χώρας δεν χρησιμοποίησαν το 2013 την κεντρική θέρμανση στην κατοικία τους. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 2013 κεντρική θέρμανση στο σπίτι τους χρησιμοποίησαν 1.592.835 νοικοκυριά, μειωμένα κατά 31,3% από τα 2.317.127 νοικοκυριά το 2012. Μάλιστα, η μέση μηνιαία ποσότητα υγρών καυσίμων και φυσικού αερίου που καταναλώνεται στην κύρια κατοικία μειώθηκε κατά 46,1% και 3,2% αντίστοιχα, ενώ η μέση μηνιαία ποσότητα στερεών καυσίμων (καυσόξυλα, πελλέτες, πυρήνας κ.λπ.), ηλεκτρικής ενέργειας και υγραερίου αυξήθηκε κατά 20,7 %, 1,2% και 0,3% αντίστοιχα.

Καταναλωτικά πρότυπα στην Ευρώπη

Στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία, το σχετικά μεγαλύτερο μερίδιο των δαπανών του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών αφορά τα είδη διατροφής. Στη Γερμανία και τη Νορβηγία καταγράφονται ως υψηλότερες οι δαπάνες που αφορούν τη στέγαση, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο οι δαπάνες για μεταφορές.

Οι δαπάνες για εκπαίδευση κυμαίνονται από 0,2% του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών στη Νορβηγία, έως 3,4% στην Ελλάδα. Τέλος, η Ελλάδα και η Βουλγαρία καταγράφουν τη μεγαλύτερη ιδιωτική δαπάνη για την υγεία (6,9% και 6,3 % του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών αντίστοιχα).

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0