Οι συμβασιούχοι των μερικών μηνών σήμερα υπάρχουν σχεδόν παντού στον Δήμο Καλλιθέας. Είναι τα μόνα νέα πρόσωπα υπαλλήλων. Συνήθως μικρής ηλικίας, μορφωμένοι, δουλεύουν σκληρά ελπίζοντας πως η δημοτική αρχή θα αναγνωρίσει τον ζήλο τους και κάτι θα γίνει ώστε να μη χάσουν τη δουλειά τους μόλις λήξουν οι συμβάσεις. «Μέχρι να εγκλιμαστισθούν, να καταλάβουν τι συμβαίνει σε μια υπηρεσία, πρέπει να φύγουν. Δεν γίνεται δουλειά έτσι!» λένε οι προϊστάμενοί τους. Δεν βοηθάει στην ποιότητα των υπηρεσιών αυτό το πήγαινε-έλα υπαλλήλων. Δεν είναι παραγωγικό. Ειδικά το εκπαιδευτικό έργο και η ψυχική στήριξη είναι αδύνατον να παραχθεί με ανθρώπους που υποχρεώνονται να φεύγουν στο μέσον της χρονιάς. Ας φανταστούμε το νήπιο, για παράδειγμα, που αναρωτιέται: «Γιατί έφυγε η δασκάλα μου; Τι της έκανα;» ή τον άνθρωπο με κατάθλιψη -κατάσταση που έχει διογκωθεί λόγω της ανθρωπιστικής κρίσης- να ψάχνει μάταια τον ψυχολόγο του για να μπορεί να συνεχίσει να ζει. Ό,τι πιο σημαντικό έχει παραχθεί από τον δήμο σε υπηρεσίες είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας δουλειάς από σταθερούς υπαλλήλους. 10 χρόνια, 20 χρόνια... Γιατί αφού υπάλληλοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες δεν προσλαμβάνονται με ΑΣΕΠ ή εν πάση περιπτώσει με συμβάσεις αορίστου χρόνου; Γιατί η δημοτική αρχή δεν αγωνίζεται σήμερα προς αυτή την κατεύθυνση; Όταν το προσωπικό «ανανεώνεται» μ' αυτόν τον τρόπο, πού οδηγείται η κατάσταση; Είναι αυτό ανθρώπινη συμπεριφορά ενός δημόσιου φορέα προς εργαζομένους; Όχι. Είναι ομηρεία, είναι προσπάθεια υφαρπαγής ψήφου, είναι «παιχνίδια με τη ζωή των άλλων», είναι συμπεριφορά που τελικά διαλύει τη συνοχή της κοινωνίας από έναν φορέα που υποτίθεται πως οφείλει να επιδιώκει το αντίθετο.
Κι ακόμα άλλα ερωτήματα. Γιατί η σημερινή δημοτική αρχή παρέλαβε ή έφτιαξε κοινωνικές δομές πολύ απαραίτητες για την κοινωνία (περισσότερο σήμερα με την κρίση), αλλά δεν τις προβάλλει, δεν κάνει μια πλατιά καμπάνια ενημέρωσης των πολιτών για την ύπαρξή τους, για τις υπηρεσίες που προσφέρουν; Γιατί τις κρατάει «μικρές» για να εξυπηρετούν, σε έναν δήμο με πάνω από διακόσιες χιλιάδες πολίτες, μόνο μερικές εκατοντάδες ανθρώπους; «Υπάρχουμε, γιατί μας έχουν ξεχάσει;» λέει μια εργαζόμενη. Γιατί η φροντίδα, το ενδιαφέρον του δήμου κατάντησε φόβος; Εάν ο δήμος τούς «θυμηθεί», τι θα κάνει; «Ζητάμε να σεβαστούν την ιστορία μας!» συμπληρώνει κάποια άλλη εργαζόμενη.
Η δημοτική αρχή θέλει να αποδυναμώσει τον δήμο, θέλει υπηρεσίες που να μην παρέχουν την ποιότητα που θα μπορούσαν, θέλει υπηρεσίες άγνωστες στον πολύ κόσμο γιατί, αν γίνουν γνωστές, θα υποχρεωθεί να τις μεγαλώσει, λόγω της κοινωνικής πίεσης, για ν' αγκαλιάσουν πολύ περισσότερο κόσμο, να επενδύσει δηλαδή σ' αυτές. Θέλει υπηρεσίες που σιγά-σιγά να φύγουν από τον δήμο προς τους ιδιώτες, όπως υπαγορεύει το νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο. Θέλει τελικά έναν δήμο ανίσχυρο, που να παραδώσει τα όπλα του αφήνοντας την κοινωνία ανυπεράσπιστη για πολύ βασικά πράγματα της ζωής, έρμαιο στα χέρια των εργολάβων.
* O Βαγγέλης Παπαδάκης είναι υποψήφιος δήμαρχος Καλλιθέας