Η κρίση του σχολείου και των συστημάτων της επίσημης εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Η εγγενώς εύθραυστη ισορροπία μεταξύ των τριών βασικών λειτουργιών κάθε εκπαιδευτικού οργανισμού, της παιδαγωγικής λειτουργίας, της διδακτικής λειτουργίας και της διοικητικής λειτουργίας, δεν άντεξε απέναντι στην αυξανόμενη εσωτερική δυσφορία και την εξωτερική απαξίωση.
Η σύνθεση των σχολικών τάξεων γίνεται όλο και πιο διαφοροποιημένη, με αυξανόμενη δυσκολία παιδαγωγικής διαχείρισης, ενώ αυξάνεται ο σχολικός αποκλεισμός μεγάλων πληθυσμών λόγω πάσης φύσεως διακρίσεων ή λόγω μαζικής μετανάστευσης και συχνής μετακίνησης.
Η ραγδαία τεχνολογική ανάπτυξη με τη μαζική διάδοση εκπαιδευτικών προϊόντων και υπηρεσιών συνδέθηκε πιο εύκολα και πιο γρήγορα με τις παρασχολικές επιχειρηματικές δραστηριότητες παρά με τις σχολικές μονάδες και τον εκπαιδευτικό κόσμο.
Σε αυτό το μεταβαλλόμενο πλαίσιο δεν αρκεί η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Για τη διαχείριση των πολυπολιτισμικών τάξεων και την προσέλκυση και ένταξη όλων των παιδιών της σχολικής ηλικίας, το σχολείο καλείται να αναλάβει ένα νέο παιδαγωγικό και εκπαιδευτικό ρόλο στην κοινωνία, για τον οποίο πρέπει να οργανωθεί και να διοικηθεί κατάλληλα, με περισσότερη αυτονομία, τόλμη και φαντασία.
Οι ψηφιακές και δικτυακές δυνατότητες είναι σημαντικές, αλλά δεν έχουν ενταχθεί στους στόχους και στην πρακτική των σχολείων. Αντίθετα σε πολλές περιπτώσεις συμπράττουν ή συνιστούν το λεγόμενο παράπλευρο ή «εκπαιδευτικό σύστημα στη σκιά»1, ένα σχήμα παράλληλων ή συμπληρωματικών προς το σχολείο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που πήρε τα σκήπτρα στην προετοιμασία των πολιτών και της αυριανής κοινωνίας. Αυτή η παράλληλη και άτυπη εκπαίδευση σε πολλές χώρες μετατρέπεται ατύπως σε τυπική, πιστοποιεί τη μάθηση και λαμβάνει πλέον τις αποφάσεις για την κρατική εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες, ασφαλώς και για το επίσημο σχολείο.
Πραγματοποιούνται σε όλον τον κόσμο συναντήσεις εργασίας, δημοσιεύονται επεξεργασίες, παρουσιάζονται ενδιαφέρουσες διδακτικές πρακτικές, εξετάζονται εναλλακτικές παιδαγωγικές και διοικητικές πρωτοβουλίες. Η Ελλάδα είναι πανηγυρικά απούσα.
Κοινός τόπος σε όλη αυτή τη σύνθετη διεργασία η σύνθεση μεταξύ της μαθησιακής θεωρίας και της νέας παιδαγωγικής οργάνωσης και διοίκησης του σχολείου. Αναζητούνται εκπαιδευτικές πρακτικές που επικεντρώνουν στη συνεργατική μάθηση, στη διεπιστημονική προσέγγιση, στη νέα πολυπολιτισμική σύνθεση των τάξεων, στην επέκταση της ψηφιακής και δικτυακής τεχνολογίας, στους αποκλεισμένους από την εκπαίδευση πληθυσμούς.
Η αντιμετώπιση της κρίσης του σχολείου έχει επομένως σήμερα συγκρουσιακό χαρακτήρα και χαρακτηρίζεται από μια ποικιλία εναλλακτικών μορφών σύνδεσης και ταυτόχρονα αυτονομίας των σχολικών μονάδων, καθώς επιχειρείται η επανανομιμοποίηση του σχολείου στην κοινωνία και η διεύρυνση της ευθύνης και των αρμοδιοτήτων του.
Η σημαντική αυτή επιχείρηση υπερβαίνει τα ποιοτικά και ποσοτικά κριτήρια των έως τώρα εκαπιδευτικών μεταρρυθμίσεων και αναφέρεται ταυτόχρονα και συνδυαστικά στο επίπεδο της διοικητικής οργάνωσης, στο επίπεδο των παιδαγωγικών πρακτικών, στο επίπεδο του εκπαιδευτικού περιεχόμενου και των διδακτικών μεθόδων στο πλαίσιο ενός ψηφιακού, δικτυακού και πολυπολιτισμικού περιβάλλοντος. Ενός περιβάλλοντος που παγκοσμιοποιείται και παγκοσμιοποιεί μαζί την ποικιλία των γλωσσών και των πολιτισμών. Γιατί όταν χάνεται η ποικιλία δεν υπάρχει εξέλιξη, αλλά εξαφάνιση των ειδών.
Μέσα στο πλαίσιο όμως της παγκοσμιοποιούμενης και παγκοσμιοποιούσας κρίσης δεν μπορούν να εξαφανιστούν ούτε οι ιδιαιτερότητες, ούτε οι δυνατότητες κάθε χώρας, κάθε πολιτισμού και κάθε σχολικής παράδοσης.
Στη χώρα μας δυστυχώς κυριαρχεί η πεζή πραγματικότητα μιας σκονισμένης και κουτοπόνηρης πολιτικής διοίκησης, μια καρικατούρα των ευρωπαϊκών θεσμών και διαδικασιών επεξεργασίας και λήψης των αποφάσεων που αφορούν την εκπαίδευση, το σχολείο, τις τεχνολογίες, τη νέα σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού.
Μετά την πομφόλυγα του «έξυπνου σχολείου» επανήλθαμε στην κοινοτοπία του «νέου σχολείου» και συνεχίζουμε με τους ίδιους όρους που οδήγησαν σε απαξίωση, σε μελαγχολία και απογοήτευση τον κόσμο των εκπαιδευτικών, των μαθητών, των μαθητριών και των γονέων.
Αντιμετωπίζουμε πάλι αφενός την επιφυλακτικότητα και την άρνηση για κάθε τοπική εκπαιδευτική πρωτοβουλία ή παιδαγωγική καινοτομία και αφετέρου τη γιγάντωση ενός εξεταστικού και ανταγωνιστικού συστήματος χωρίς μαθησιακούς στόχους, χωρίς ανθρωπιστική συνείδηση και χωρίς δημοκρατική πρόνοια.
Οι αποφάσεις για την εκπαίδευση συνεχίζουν να λαμβάνονται εκτός του εκπαιδευτικού συστήματος, με λάθος τρόπο, από λάθος ανθρώπους και με αλλότριους στόχους. Αποτέλεσμα είναι η αναπαλαίωση ενός ανίσχυρου εκπαιδευτικού συστήματος χωρίς στόχους, χωρίς μνήμη και νοημοσύνη, όπου όλοι και όλες θα εργάζονται εντατικά χωρίς να παράγουν τίποτε! Ενδεικτικά:
* Δεν λαμβάνονται υπόψη τα δεδομένα που διαθέτει το υπουργείο από τα λεγόμενα στατιστικά των σχολείων, οπότε η Ελλάδα θεωρείται σαν μια ενιαία και ομοιόμορφη περιφέρεια, με ίδιες δυνατότητες πρόσβασης στην εκπαίδευση και ίδια ποιότητα στελέχωσης και οργάνωσης των σχολικών μονάδων. Οδηγούμαστε έτσι στην επανάληψη του λάθους ενός ισοπεδωτικού συγκεντρωτισμού που απαγορεύει την αναζήτηση ευέλικτων και διοικητικών, παιδαγωγικών και διδακτικών ρυθμίσεων προσαρμοσμένων στις τοπικές συνθήκες.
* Κατά την επεξεργασία των αποφάσεων είναι απόντες οι εκπρόσωποι του κόσμου της εκπαίδευσης, της έρευνας, της σχολικής διοίκησης. Αντίθετα είναι παρόντες οι προσκείμενοι πολιτικοί, οι επιχειρηματίες και εμπειρογνώμονες της προσχολικής επιχειρηματικότητας.
* Απόντες οι εκπρόσωποι των τοπικών κοινωνιών, της αυτοδιοίκησης, των οικογενειών, των πληθυσμών που υφίστανται διακρίσεις και αποκλεισμούς. Παρόντες οι εκπρόσωποι της εκκλησίας, ορισμένων ισχυρών λόμπι αποφοίτων, κάποιοι διανοούμενοι ευρείας πολιτικής χρήσης που βλέπουν το σχολείο από απόσταση, με ένα μείγμα κοινωνικού ελιτισμού και φοβικού εθνικισμού.
* Οι πρακτικές που εισηγούνται οι παραπάνω συνθέσεις και διαδικασίες περιορίζονται στην αύξηση της γραφειοκρατίας και του αυταρχισμού, ενώ οι στόχοι που διαμορφώνουν αφορούν κυρίως το έξω από το σχολείο ή τα σύνορα του σχολείου με την μετασχολική εκπαίδευση: την πανεπιστημιακή, την τεχνική, την επαγγελματική.
Η αποθέωση της ιθύνουσας ακαταλληλότητας και ανευθυνότητας φαίνεται και από το γεγονός ότι η φύλαξη αυτών των εκπαιδευτικών συνόρων δεν επαφίεται στο επίσημο σχολείο: το απολυτήριο, το οποίο επιτρέπει τη διέλευση των συνόρων προς τα Πανεπιστήμια, τείνει πλέον να παρέχεται είτε από ιδιωτικές επιχειρήσεις με την επωνυμία ιντερνάσιοναλ μπακαλορεά (το γράφω στην εγχώρια διάλεκτο γιατί ταιριάζει καλύτερα στην ξενογλωσσία των ιθυνόντων, ενώ παραπέμπει σε οικεία των συναγελαζόμενων επαγγέλματα), είτε σε νεοσύστατους και ακριβούς ιδιωτικο-κρατικούς οργανισμούς πολλαπλών εξετάσεων που θα πιστοποιούν σχολικές γνώσεις και δεξιότητες υπό την επιτροπεία και εποπτεία όλου αυτού του κόσμου της σκιάς και τους παρασκηνίου που αναφέραμε ότι μετέχει στη λήψη των αποφάσεων.
Πού θα βρουν τα νέα παιδιά τη χαρά της μάθησης, πώς θα αναπτύξουν την πνευματική περιέργεια, πότε θα αναζητήσουν την ψυχολογική ενδυνάμωση της προσωπικότητάς τους, πώς θα καλλιεργήσουν την ιδέα της συμπληρωματικότητας και της συνεργασίας, πού θα αναπτύξουν το ενδιαφέρον τους για άλλους τόπους, γλώσσες, πολιτισμούς και βιώματα; Οπουδήποτε έξω από αυτόν τον κόσμο, θα έλεγε ο Μπωντλαίρ, και πάντως σίγουρα έξω από το «νέο σχολείο» που επεξεργάζεται το υπουργείο μας.
Στις θερινές κυβερνητικές ρυθμίσεις θα βρούμε μόνο νέες εξεταστικές ιεραρχήσεις παλαιών γνωστικών αντικειμένων, άφθονη άγνοια της έννοιας της νοημοσύνης στην οργάνωση και παντελή αγνόηση της επείγουσας ανάγκης για νέα, προσαρμοσμένα μοντέλα ανάπτυξης σχολικών μονάδων.
Σαν να ζούμε σε μια χώρα της οποίας η γλώσσα μιλιέται σε όλον τον κόσμο, όπου όλα τα σπίτια διαθέτουν σύγχρονο εξοπλισμό, είναι μόνιμα συνδεδεμένα με τα σχολεία αξιοποιώντας τα ψηφιακά δίκτυα, οι μαθητές και οι μαθήτριες έχουν πρόσβαση σε αθλητικές εγκαταστάσεις και κέντρα πολιτισμού σε κάθε γειτονιά. Μόνη τους έγνοια, δυστυχώς, να φανεί ότι δήθεν κάτι προσπάθησαν να κάνουν, αλλά να μην κάνουν τίποτε.
Η ψευδαίσθηση ολοκληρώνεται με την ανάθεση αποφασιστικής αρμοδιότητας στις προνομιούχες οικογένειες να επιλέγουν ιδιωτικές υπηρεσίες εκπαίδευσης της αρεσκείας τους κατά τις απογευματινές ώρες, ώστε οι έφηβοί τους να μην μπορέσουν να οδηγηθούν σε κάτι διαφορετικό από την επαγγελματική κλωνοποίηση και την πνευματική φτωχοποίηση, το πρότυπο της οποίας εύκολα αλιεύουμε στους γόνους εγχώριων πολιτικών και επιχειρηματικών τζακιών.
Το ζήτημα της αναμόρφωσης του σχολείου έχει τεθεί σήμερα σε όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στην Ευρώπη με όρους νομιμοποίησης και διεύρυνσης της ευθύνης και της αρμοδιότητας των κρατών και της κοινωνίας στην εκπαίδευση των πολιτών και τη δημοκρατική πρόσβαση όλων των παιδιών που κατοικούν σε κάθε επικράτεια.
Οι κυβερνητικές πρακτικές αποκόπτουν την επίσημη Ελλάδα από τη διεθνή αναζήτηση. Ευτυχώς συμμετέχει σε αυτό το γίγνεσθαι σημαντικός αριθμός εκπαιδευτικών της πράξης, επιστημόνων και ερευνητών μέσα από διεθνή συνέδρια, προγράμματα και κινηματικές πρωτοβουλίες.
Η συνάντηση αυτών των πρωτοβουλιών με τις οικογένειες και τις κοινωνικές ομάδες που υφίστανται διακρίσεις και αποκλεισμούς, καθώς και η επεξεργασία πρωτοβουλιών ευρύτερης εκπαιδευτικής ευθύνης σε τοπικό επίπεδο μπορούν να διαμορφώσουν ένα εναλλακτικό και ρεαλιστικό σχέδιο μετασχηματισμού του σχολείου και εκπαιδευτικής ανάπτυξης στη χώρα μας.
* Ο Φραγκίσκος Καλαβάσης είναι καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου
1 Mark Bray "Confronting the Shadow Education System" Paris UNESCO et IIEP, 2009. Για όποιον ενδιαφέρεται, η σημαντική αυτή μελέτη βρίσκεται στη διεύθυνση http://www.iiep.unesco.org/fileadmin/user_upload/Info_Services_Publications/pdf/2009/Bray_Shadow_education.pdf