Θέμα παραβίασης προσωπικών δεδομένων έθεσε χθες στη δίκη του ο Άκης Τσοχατζόπουλος, ζητώντας να μην αναγνωστούν δημοσίως σελίδες του προσωπικού του ημερολογίου που κατασχέθηκαν στο πλαίσιο της προδικασίας στο γραφείο του και αποτελούν βασικό στοιχείο της δικογραφίας. Την απόρριψη του αιτήματος πρότειναν οι δύο εισαγγελείς (τακτικός και αναπληρωτής), ενώ το δικαστήριο επιφυλάχθηκε να απαντήσει.
Η τοποθέτηση του πρώην υπουργού αποτέλεσε εστία έντασης και στη χθεσινή διαδικασία, καθώς ο Α. Τσοχατζόπουλος χαρακτήρισε το ημερολόγιο "προσωπικό κείμενο", για το οποίο, όπως είπε, "δεν περίμενα σε καμία περίπτωση να έρθουμε στο σημείο να υποχρεωθούμε με απόφαση δικαστηρίου να ασχοληθούμε".
Είπε επίσης ότι τα κατασχεθέντα χειρόγραφα έγιναν βορά των ΜΜΕ και αποτέλεσαν τον βασικό κορμό της διαπόμπευσής του. "Το υλικό αυτό έγινε φέιγ βολάν στο σύνολό του. Επί μήνες βρισκόταν στη δημοσιότητα με κατευθυνόμενες πληροφορίες από συγκεκριμένα μέσα και γνωστά έντυπα, που διακρίθηκαν στο παρελθόν με επιθέσεις εναντίον μου για τη διαπόμπευσή μου. Δεν είναι δυνατόν να επαναληφθεί. Και θα επαναληφθεί αν επιτρέψετε να αναγνωστούν τα προσωπικά μου δεδομένα", είπε χαρακτηριστικά.
Η τακτική εισαγγελέας Γεωργία Αδηλίνη ζήτησε την απόρριψη του αιτήματος, κρίνοντας ότι δεν αποτελούν προσωπικές επιστολές, ενώ ο αναπληρωτής εισαγγελέας Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος τόνισε ότι "οτιδήποτε βρίσκεται στον συλληφθέντα κατηγορούμενο και παν ό,τι έχει κατασχεθεί κατά τη διάρκεια της έρευνας και σχετίζεται με το έγκλημα, ακόμα κι αν είναι απόρρητο, επιτρέπεται η κατάσχεση και η χρησιμοποίησή του".