Κάθε φορά που η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με υψηλές θερμοκρασίες, η Πολιτεία ενεργοποιεί τον ίδιο μηχανισμό: εκδίδονται οδηγίες προστασίας, απευθύνονται συστάσεις προς τους πολίτες να αποφεύγουν την έκθεση στον ήλιο και υπενθυμίζονται στους εργοδότες τα μέτρα που οφείλουν να λαμβάνουν για την προστασία των εργαζομένων. Ωστόσο, αυτό που επαναφέρουν με κάθε αφορμή οι εργαζόμενοι και οι συνδικαλιστικοί φορείς είναι πως η χώρα εξακολουθεί να στερείται ενός μόνιμου και δεσμευτικού νομοθετικού πλαισίου για την προστασία όσων εργάζονται σε εξωτερικούς χώρους σε έντονα καιρικά φαινόμενα.
Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρίσκονται οι διανομείς, οι οποίοι, ακόμη και τις ημέρες που ο υδράργυρος προσεγγίζει τους 40 βαθμούς Κελσίου, συνεχίζουν να κινούνται στους δρόμους, εκτεθειμένοι στη θερμική καταπόνηση. Με αφορμή το νέο κύμα καύσωνα, εργαζόμενοι επαναφέρουν το αίτημα για σαφείς κανόνες που δεν θα αφήνουν την προστασία της υγείας τους να εξαρτάται από εγκυκλίους ή από την κρίση του κάθε εργοδότη.
Οι εγκύκλιοι δεν αρκούν
Το υπουργείο Εργασίας υπενθύμισε για άλλη φορά χθες ότι οι εργοδότες υποχρεούνται να εφαρμόζουν τα προβλεπόμενα στην εγκύκλιο για την πρόληψη της θερμικής καταπόνησης. Μεταξύ των οργανωτικών μέτρων που προβλέπονται είναι, όπου απαιτείται, ακόμη και η παύση εργασιών σε υπαίθριες δραστηριότητες, όπως οι υπηρεσίες διανομής, όταν οι συνθήκες καθίστανται επικίνδυνες. Παράλληλα, διευκρινίζει ότι την τήρηση των μέτρων ελέγχουν οι Επιθεωρητές Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία.
Τι γίνεται όμως στην πράξη; Οι εργαζόμενοι επισημαίνουν ότι η συγκεκριμένη εγκύκλιος δεν συνιστά ένα σταθερό νομοθετικό πλαίσιο που να ενεργοποιείται αυτομάτως με αντικειμενικά κριτήρια. Αντίθετα, κάθε φορά απαιτούνται νέες αποφάσεις ή συστάσεις, ενώ στην πράξη η εφαρμογή των μέτρων εξαρτάται από το αν και κατά πόσο οι εργοδότες συμμορφώνονται. Βασικό αίτημα των εργαζομένων είναι να πάψει η προστασία να εξαρτάται από αποσπασματικές εγκυκλίους ή από την καλή θέληση των εργοδοτών και να θεσπιστούν συγκεκριμένα όρια θερμοκρασίας και δείκτες θερμικής καταπόνησης που θα ενεργοποιούν αυτομάτως περιορισμούς ή αναστολή εργασιών.
Το κενό της νομοθεσίας
Σε παρέμβασή της η ΓΣΕΕ κάλεσε τις επιχειρήσεις να εφαρμόσουν απαρέγκλιτα όλα τα μέτρα προστασίας από τη θερμική καταπόνηση, υπογραμμίζοντας ότι η προστασία της ζωής και της υγείας των εργαζομένων αποτελεί αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση. Αιχμηρή τοποθέτηση και από την Ομοσπονδία Συλλόγων Εργαζομένων Τεχνικών Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΟΣΕΤΕΕ), η οποία ανακοίνωσε ότι ξεκινά καμπάνια ζητώντας την άμεση θεσμοθέτηση πλαισίου προστασίας από τον καύσωνα και τα έντονα καιρικά φαινόμενα.
«Στο Μουντιάλ αναγνωρίστηκε δίκαια η ανάγκη για ‘cool break’ στους ποδοσφαιριστές. Στην Ελλάδα, όμως, δεν αναγνωρίζεται νομοθετικά η ανάγκη προστασίας για τον εργατοτεχνίτη, τον αγρεργάτη, τον σερβιτόρο ή τον διανομέα που εργάζεται κάτω από ακόμη δυσκολότερες συνθήκες», ανέφερε σε δήλωσή του ο πρόεδρος της ΟΣΕΤΕΕ, γραμματέας Υγείας και Ασφάλειας της ΓΣΕΕ και Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Υγεία και Ασφάλεια στην Εργασία Ανδρέας Στοϊμενίδης, επισημαίνοντας ότι χώρες όπως η Κύπρος και η Μάλτα έχουν ήδη θεσπίσει αντίστοιχες ρυθμίσεις.
«Κανένα μέτρο προστασίας»
Την απουσία σαφούς πλαισίου ανέδειξε μιλώντας στο «Κόκκινο Θεσσαλονίκης 91,4» και την Ευγενία Χατζηγεωργίου ο Αντώνης Καναβάρης, πρόεδρος των εργαζομένων στην efood στη Θεσσαλονίκη τονίζοντας πως το αποτέλεσμα είναι να επαφίεται στον κάθε εργοδότη αν και πώς θα εφαρμόσει τις οδηγίες.
Περιγράφοντας τις συνθήκες που βιώνουν οι διανομείς που καλούνται να εργαστούν σε υψηλές θερμοκρασίες, είπε: «Είναι που είναι επικίνδυνο το επάγγελμα, φανταστείτε να είσαι 8-10 ώρες ασταμάτητα στον ήλιο», σε ένα περιβάλλον μάλιστα πλήρους εντατικοποίησης της δουλειάς.
Τα αιτήματα των σωματείων είναι σε θερμοκρασίες από 38 βαθμούς και πάνω να σταματούν οι διανομές χωρίς μείωση αποδοχών, αλλά και κάτω από τους 38 να υπάρχουν μέτρα προστασίας όπως επιπλέον διαλλείματα, διάθεση νερού και πρόσβαση σε σκιερούς ή κλιματιζόμενους χώρους.
«Δεν εφαρμόζεται τίποτα προς το παρόν. Δεν υπάρχει κανένα μέτρο προστασίας. Όπως δουλεύουμε στους 20 βαθμούς με τον ίδιο τρόπο αναγκαζόμαστε να δουλεύουμε και στους 37-38 βαθμούς», υπογράμμισε και πρόσθεσε πως ακόμη και όταν κάποιος εργαζόμενος αδυνατεί να εργαστεί λόγω ζέστης, δεν αποζημιώνεται.
«Συνολικά για τον κλάδο των διανομέων, στην πράξη οι οδηγίες που βγαίνουν δεν είναι δεσμευτικές για τους εργοδότες. Ο καθένας πιέζει τον εργαζόμενο να βγει να δουλέψει, ιδίως σε μικρές επιχειρήσεις», σημείωσε και αναφέρθηκε σε περιπτώσεις από το παρελθόν που το κλαδικό σωματείο είχε απευθυνθεί στις αρμόδιες αρχές για καταστρατήγηση οδηγιών, δεν έγιναν όμως έλεγχοι λόγω υποστελέχωσης της Επιθεώρησης Εργασίας.
Όπως συμπλήρωσε, η επικινδυνότητα του επαγγέλματος οδηγεί εργαζόμενους στη σκέψη να σταματήσουν τη δουλειά ή σε άλλους να μην μπουν στο επάγγελμα και υπενθύμισε πως ο εν λόγω κλάδος είναι από τους κλάδους με τα υψηλότερα ποσοστά ατυχημάτων και δυστυχημάτων. «Ένα επάγγελμα που αυτονόητα θα έπρεπε να είναι στα βαρέα και ανθυγιεινά, δεν είναι», σχολίασε και πρόσθεσε πως αντί να δίνεται η δυνατότητα συνταξιοδότησης νωρίτερα, υπάρχει κόσμος στα 65-67 που αναγκάζεται να δουλεύει στη διανομή μέσα στον καύσωνα. «Αυτό δεν είναι εγκληματικό;», διερωτήθηκε.
Τόσο η ένταξη στα βαρέα και ανθυγιεινά όσο και η νομοθετική προστασία της εργασίας σε έντονα καιρικά φαινόμενα είναι στα πάγια αιτήματα των διανομέων διαχρονικά, αλλά όπως τόνισε ο ίδιος, δεν έχει γίνει πράξη παρά τις υποσχέσεις που κατά καιρούς λαμβάνουν.
Το ηχητικό απόσπασμα της συνέντευξης: