Τι συμβαίνει με τις σήραγγες της Εγνατίας Οδού και γιατί βρίσκονται σε ισχύ κυκλοφοριακές ρυθμίσεις; Το ερώτημα αυτό επανήλθε στη δημόσια συζήτηση μετά τις συνθήκες εκτεταμένης συμφόρησης που σημειώθηκαν το Πάσχα. Επισήμως, οι παρεμβάσεις αποδίδονται σε μέτρα ασφαλείας και στη διαδικασία πιστοποίησης των σηράγγων. Ωστόσο, από την πλευρά εργαζομένων στην Εγνατία Οδό Α.Ε. -τον κρατικό οργανισμό που είχε αναπτύξει, λειτουργήσει και διαχειριστεί τον αυτοκινητόδρομο μέχρι την ιδιωτικοποίηση στα τέλη του 2025 (Ν. 5260)-, γίνεται λόγος για επιλογές συνειδητές αλλά όχι αναγκαίες.
Οι κυκλοφοριακές ρυθμίσεις πριν και εντός των σηράγγων επιβάρυναν την κυκλοφορία την περίοδο του Πάσχα, με αντίστοιχα φαινόμενα να έχουν καταγραφεί και τα Χριστούγεννα, ενώ εκτιμάται ότι θα ενταθούν το καλοκαίρι που η κυκλοφορία αυξάνεται σημαντικά. Από την πλευρά του παραχωρησιούχου, της «Νέα Εγνατία Οδός Παραχώρηση Α.Ε.» οι ρυθμίσεις αυτές χαρακτηρίστηκαν αναγκαίες για την ασφαλή διέλευση των οχημάτων, καθώς οι σήραγγες δεν είναι πιστοποιημένες. Πώς φτάσαμε όμως και οι σήραγγες που λειτουργούν στον αυτοκινητόδρομο να βρίσκονται σε διαδικασία επαναδειοδότησης;
Αδειοδοτούνται... οι αδειοδοτημένες σήραγγες
Από τις 35 σήραγγες άνω των 500 μέτρων της Εγνατίας Οδού, οι 19 δόθηκαν σε χρήση μετά το 2007 και είχαν αδειοδοτηθεί κανονικά, όπως προέβλεπε ευρωπαϊκή Οδηγία που ενσωματώθηκε τότε στην ελληνική νομοθεσία. Οι υπόλοιπες 16 είχαν δοθεί σε χρήση πριν από την ενσωμάτωση του σχετικού νομικού πλαισίου και, ως εκ τούτου, δεν είχαν λάβει τυπική αδειοδότηση, παρότι υπερκάλυπταν σε σημαντικό βαθμό τις τεχνικές απαιτήσεις της ευρωπαϊκής Οδηγίας.
Αυτό τονίζει στην ΑΥΓΗ της Κυριακής ο Γιώργος Γοδέβενος, πρόεδρος του «Συλλόγου Εργαζομένων της Εγνατία Οδός Α.Ε. (ΣΕΤΕΟ)», σημειώνοντας πως τα προηγούμενα χρόνια οι 16 σήραγγες ήταν σε εντατική διαδικασία αδειοδότησης από την αρμόδια Διοικητική Αρχή Σηράγγων (ΔΑΣ), η οποία μετά από ελέγχους και επιθεωρήσεις υποδείκνυε σταδιακά -από το 2019 έως και το 2025- διάφορες παρεμβάσεις περαιτέρω αναβάθμισης των σηράγγων. Η κρατική «Εγνατία Οδός Α.Ε.» πραγματοποιούσε τις παρεμβάσεις τόσο στις σήραγγες που ήταν σε διαδικασία αδειοδότησης από τη ΔΑΣ αλλά και στις σήραγγες που ήταν ήδη αδειοδοτημένες. «Κατά 90% η Εγνατία Οδός Α.Ε. είχε υλοποιήσει ό,τι εργασία είχε ζητηθεί μέχρι τον Δεκέμβρη του 2025» λέει, σημειώνοντας επίσης ότι στην ευρωπαϊκή Οδηγία και στο Προεδρικό Διάταγμα με το οποίο αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία, δεν προβλέπεται συγκεκριμένη χρονική διάρκεια των αδειοδοτήσεων σηράγγων.
«Δεν υπάρχει πουθενά αναφορά για λήξη μιας αδειοδότησης» λέει και εξηγεί πως η διαδικασία προβλέπει περιοδικούς ελέγχους από τη ΔΑΣ, η οποία αν διαπιστώσει σοβαρές ελλείψεις μπορεί να ζητήσει μέτρα βελτίωσης και να θέσει προσωρινούς περιοριστικούς όρους. Στις σήραγγες της Εγνατίας Οδού, όσο τουλάχιστον ήταν υπό δημόσιο έλεγχο, ουδέποτε -όπως τονίζει- είχαν προκύψει ουσιώδεις ελλείψεις σε θέματα ασφάλειας. Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι ήταν αντίθετοι στη δυνατότητα που δόθηκε στον παραχωρησιούχο -βάση τροποποίησης που έγινε στη σύμβαση παραχώρησης λίγο πριν κυρωθεί στη Βουλή- να επανεκκινήσει οριζόντια διαδικασία αδειοδότησης για το σύνολο των σηράγγων.
Στο ίδιο πλαίσιο, εξέφρασαν επιφυλάξεις για τη σκοπιμότητα των κυκλοφοριακών μέτρων που εφαρμόστηκαν και συνέδεσαν τις σχετικές αποφάσεις με επιλογές που δεν υπαγορεύτηκαν από τεχνική αναγκαιότητα. «Το λέω με όλη την ευθύνη. Οι επιλογές έχουν γίνει αποκλειστικά και μόνο για την κερδοφορία και όχι για την πραγματική ασφάλεια του κόσμου» σημειώνει ο κ. Γοδέβενος, επισημαίνοντας πως οι συνέπειες αυτών των παρεμβάσεων στην κυκλοφορία ήταν σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενες.
Χαρακτηρίζει δε οξύμωρο ότι ενώ πριν την έναρξη της παραχώρησης, το ΤΑΙΠΕΔ είχε εκπονήσει μελέτες που πρότειναν επιμέρους παρεμβάσεις, οι οποίες σχεδόν είχαν ολοκληρωθεί πριν την παραχώρηση, ο ίδιος μελετητής εκπροσωπώντας πλέον τον παραχωρησιούχο «έρχεται σήμερα και υποβάλλει στη ΔΑΣ νέα μέτρα ως αναγκαία για τη λειτουργία του δρόμου», λέγοντας ότι με αυτόν τον τρόπο αναιρείται η προηγούμενη μελέτη που εκπόνησε ο ίδιος μελετητής για το ΤΑΙΠΕΔ. «Οι μελέτες δεν μπορεί να εκπονούνται “à la carte"» σχολιάζει.
Αποφάσεις και αντιφάσεις
Σημαντική διάσταση, αναφέρει ο κ. Γοδέβενος, προσθέτει το γεγονός ότι η συντήρηση του αυτοκινητόδρομου, τα τελευταία χρόνια που ήταν ακόμα υπό δημόσιο έλεγχο, είχε ανατεθεί σε ιδιωτική τεχνική εταιρεία, που είναι ταυτόχρονα βασικός μέτοχος του σχήματος της παραχώρησης. «Ο εργολάβος που υλοποιούσε τις εργασίες συντήρησης ήταν ο ίδιος ο βασικός μέτοχος της παραχώρησης» αναφέρει, διατυπώνοντας παράλληλα την εκτίμηση ότι το πλαίσιο που είχε διαμορφωθεί δεν δημιουργούσε κίνητρο για την πλήρη ολοκλήρωση του προγράμματος αναβάθμισης πριν την παραχώρηση· αντιθέτως, όπως λέει, ο εργολάβος είχε όλα τα κίνητρα για να καθυστερήσει τις εργασίες. Από την άλλη, προσθέτει, αν όντως τίθενται ζητήματα ασφάλειας, τότε αυτά αφορούν και την περίοδο κατά την οποία την ευθύνη συντήρησης είχε ο ίδιος ανάδοχος.
Με βάση δε την τροποποίηση της σύμβασης παραχώρησης, από το τίμημα της παραχώρησης που θα καταβάλει ο παραχωρησιούχος παρακρατείται σε ειδικό ταμείο ποσό 180 εκατομμυρίων ευρώ που θα επιστρέφεται στον παραχωρησιούχο με την εκτέλεση νέων εργασιών στο πλαίσιο μιας νέας διαδικασίας αδειοδότησης σηράγγων που συμφωνήθηκε. Μάλιστα, εφόσον το ποσό υπερβαίνει τα 180 εκατομμύρια ευρώ, θα καταβάλλονται επιπλέον χρήματα στον παραχωρησιούχο μέσω του κρατικού προϋπολογισμού. «Επιστρέφουν μεγάλο μέρος από τα χρήματα του τιμήματος στην ίδια τσέπη» σχολιάζει ο κ. Γοδέβενος, εκτιμώντας ότι το συνολικό κόστος θα φτάσει τα 350 εκατομμύρια ευρώ.
Την ίδια στιγμή, λέει ο ίδιος, η κυβέρνηση «μερίμνησε» ώστε να υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ αρμοδιότητας και ευθύνης για τη διαδικασία αδειοδότησης. Δηλαδή, όπως εξηγεί, ενώ η υλοποίηση της αδειοδότησης ανατίθεται στον παραχωρησιούχο και συνοδεύεται από τη σχετική χρηματοδότηση, η ευθύνη για τη λειτουργία του αυτοκινητοδρόμου σε αυτό το σκέλος παραμένει στο Δημόσιο -ή στην Εγνατία Οδό Α.Ε.- για μεταβατική περίοδο τριών ετών. «Του δίνει τα χρήματα αλλά δεν δίνει την ευθύνη» λέει, περιγράφοντας ένα καθεστώς που δημιουργεί αντιφάσεις.
