Live τώρα    
Έγκλημα των Τεμπών / Κίνδυνος αποκλεισμού από τη δίκη συγγενών και ΜΜΕ
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Έγκλημα των Τεμπών / Κίνδυνος αποκλεισμού από τη δίκη συγγενών και ΜΜΕ

135651526α-tempiiiii.jpg

«Εικόνες ντροπής στην έναρξη της δίκη των Τεμπών». Με αυτό τον τίτλο παρουσίασαν τα περισσότερα ΜΜΕ την απαράδεκτη κατάσταση που επικράτησε κατά την έναρξη της κατ’ όνομα κύριας δίκης για τα Τέμπη την περασμένη Δευτέρα. Όμως την εικόνα αυτή, που είδε με τα μάτια της όλη η κοινωνία και οι απεσταλμένοι δημοσιογράφοι, δεν την είδαν μόνο οι κυβερνητικοί παράγοντες, όπως εξάλλου αναμενόταν, αλλά ούτε και ο Άρειος Πάγος, που υιοθέτησε πλήρως το κυβερνητικό αφήγημα για επάρκεια της αίθουσας και παράγοντες της δίκης, που δυναμίτισαν το κλίμα".

Αποτέλεσμα της παραπάνω αντιμετώπισης είναι πλέον να θεωρείται κάτι περισσότερο από βάσιμος ο κίνδυνος αποκλεισμού δημοσιογράφων και συγγενών με πρόσχημα την ομαλή διεξαγωγή της δίκης, επιχειρώντας ένα ακόμη μπάζωμα στην υπόθεση των Τεμπών.

Αυτό δείχνουν εξάλλου και οι δηλώσεις τού ως συνήθως αντιδραστικού και εμπρηστικού υπουργού Δικαιοσύνης Γ. Φλωρίδη, ο οποίος μιλώντας την Παρασκευή στο Σκάι προανήγγειλε κατασταλτικά μέτρα και «ψαλίδι» στους ακροατές και παράγοντες της δίκης. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «στην επόμενη συνεδρίαση θα υπάρξει έλεγχος από την αστυνομία και θα εισέλθουν μόνο όσοι προβλέπει ο νόμος, ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή διεξαγωγή της δίκης».

Αναφερόμενος ειδικότερα στον χώρο διεξαγωγής, ο υπουργός Δικαιοσύνης τόνισε για πολλοστή φορά τις τελευταίες μέρες ότι η αίθουσα είναι απολύτως κατάλληλη και επαρκής, εξηγώντας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη οφείλεται και σε οργανωτικά ζητήματα, καθώς δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία εισόδου. Στο σημείο αυτό φυσικά επιτέθηκε εκ νέου σε συνηγόρους και πολιτικούς, οι οποίοι επιχειρούν, όπως ισχυρίστηκε, συστηματικά να καθυστερήσουν ή να αποτρέψουν την έναρξη της δίκης. Όπως σημείωσε, κατά τη διάρκεια της πολύμηνης ανάκρισης υπήρξαν επανειλημμένες νομικές κινήσεις, όπως μηνύσεις και αιτήματα εξαίρεσης του ανακριτή, που οδήγησαν σε καθυστερήσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο των καθυστερήσεων φρόντισε να συμπεριλάβει και την απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι που είχε ως αίτημα την εκταφή του παιδιού του.

Σε πανομοιότυπη γραμμή και ο Άρειος Πάγος

Στην επιθετική γραμμή Φλωρίδη φαίνεται πως συντάχθηκε και ο Άρειος Πάγος, που σε μακροσκελή ανακοίνωσή του για τις εικόνες ντροπής υπερασπίστηκε την επάρκεια της αίθουσας και ανέφερε ότι γίνεται προσπάθεια για καθυστέρηση της έναρξης της δίκης, επισημαίνοντας ότι «το γεγονός ότι ορισμένοι καταγγέλλοντες την καθυστέρηση της δίκης ήταν ταυτόχρονα και οι προκαλούντες αυτή, δεν αποτελεί σύμπτωση».  

Προχωρώντας κι ένα βήμα παραπέρα, έκανε λόγο για «φαινόμενα “αγανακτισμένων δήθεν πολιτών”, που ουδεμία σχέση έχουν με την υπόθεση, μη όντες διάδικοι, οι οποίοι απειλούν τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των δικαστών», όπως επίσης και για «κραυγές ορισμένων, ευτυχώς ελάχιστων, παραγόντων της δίκης, διατυπούμενες εκ των προτέρων, περί μη έναρξης και μη διενέργειας της δίκης, οι οποίοι πολέμησαν και παρεμπόδισαν με κάθε τρόπο την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας».

Συγγενείς θυμάτων: συνειδητός σχεδιασμός αποκλεισμού

Τούτων δοθέντων, μόνο παράλογη δεν είναι η εξαρχής σφοδρή αντίδραση των συγγενών, που κάνουν λόγο για κυβερνητική «κοροϊδία» απέναντί τους και «συνειδητό σχέδιο αποκλεισμού». Σε σχετική ανακοίνωση του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών σημειώνεται χαρακτηριστικά πως «οι εικόνες συνωστισμού, οι δικηγόροι χωρίς έδρανα και η προσβολή της μνήμης των νεκρών μας μέσα στην ίδια τη δικαστική αίθουσα, δεν ήταν ένα “οργανωτικό λάθος”. Ήταν ένας συνειδητός σχεδιασμός αποκλεισμού», παρότι, όπως προσθέτουν, «η κυβέρνηση είχε στη διάθεσή της τρία χρόνια και όλα τα δεδομένα (αριθμός παραγόντων, δικηγόρων κατηγορουμένων, κ.τ.λ.) για να προετοιμάσει, να σχεδιάσει και να διαμορφώσει κατάλληλα κάποια αίθουσα για να φιλοξενήσει τη μεγάλη δίκη».

Ωστόσο, «η πραγματικότητα δείχνει ότι σκόπιμα απαξιώνεται η σημασία της δίκης», ενώ «αποκαλύπτεται ότι το κράτος επιχειρεί να διεξαγάγει ουσιαστικά μια δίκη κεκλεισμένων των θυρών, μακριά από τα μάτια της κοινωνίας».

Οι συγγενείς των θυμάτων απαιτούν πλέον την άμεση αλλαγή του χώρου, ώστε να διασφαλιστεί η αξιοπρεπής παρουσία όλων των συγγενών, των δικηγόρων, αλλά και των ΜΜΕ, τα οποία ήδη κλήθηκαν από την έδρα -κατά την πρώτη συνεδρίαση, με πρόσχημα τον συνωστισμό- να αποχωρήσουν και να μην καταγράφουν με τεχνολογικά μέσα τη δίκη.

Απέρριψαν το αίτημα μεταφοράς σε Θεσσαλονίκη ή Αθήνα

Η ακαταλληλότητα των συνθηκών διεξαγωγής της δίκης στη Λάρισα είχε επισημανθεί σε προ μηνών αίτημα συνηγόρων για αλλαγή της έδρας της δίκης από το Εφετείο Λάρισας σε εκείνη του Εφετείου Θεσσαλονίκης ή του Εφετείου Αθηνών· ωστόσο ο Άρειος Πάγος, με την υπ’ αριθμ. 149/2026 απόφαση του Ζ΄ Ποινικού Τμήματος, απέρριψε αίτηση.

Κατά αυτόν τον τρόπο, μάλλον, συνετελέσθη και η υπεράσπιση -εκτός των άλλων- και της κυβερνητικής απόφασης να δαπανηθεί πακτωλός χρημάτων για την αναδιαμόρφωση της αίθουσας διαλέξεων του Συνεδριακού Κέντρου του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας που αποδείχθηκε δραματικά ανεπαρκής για τα δεδομένα της δίκης. Η αναδιαμόρφωση της τελευταίας ξεκίνησε με αρχικό προϋπολογισμό περίπου 1,1 εκατ. ευρώ, όμως το τελικό κόστος αυξήθηκε σημαντικά, φτάνοντας περίπου τα 1,6-1,7 εκατ. ευρώ, ενώ μαζί με τον εξοπλισμό και τις λειτουργικές δαπάνες ξεπέρασε τα 1,8 εκατ. ευρώ.

Η υπέρβαση αυτή αποδόθηκε από κυβερνητικές πηγές κυρίως σε συμπληρωματικές εργασίες και αλλαγές στον σχεδιασμό, καθώς κρίθηκε απαραίτητη η εγκατάσταση σύγχρονων τεχνικών υποδομών, όπως οπτικοακουστικά συστήματα, ενισχυμένη ασφάλεια, κλιματισμός και ειδική διαρρύθμιση για την κάλυψη των αυξημένων αναγκών μίας τόσο μεγάλης και σύνθετης διαδικασίας.

Η ως άνω δικαιολόγηση, πάντως, όπως και εν γένει η κυβερνητική υπερασπιστική στάση, προοιωνίζεται την επιμονή -παρά τις έντονες ενστάσεις συγγενών και δικηγόρων- στη διεξαγωγή στην ακατάλληλη αίθουσα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, όπου η δίκη αναμένεται να συνεχιστεί την προσεχή Τετάρτη 1 Απριλίου. Συνέχιση που, όπως διαφαίνεται, θα γίνει με αστυνομικό αποκλεισμό αγνώστου αριθμού συγγενών και δημοσιογράφων.

 

Tα χαμένα βίντεο και η χαμένη τιμή της Δικαιοσύνης

Συνεχίζεται στις 2 Απριλίου η δίκη για τα χαμένα βίντεο της εμπορευματικής αμαξοστοιχίας, η οποία σημαδεύτηκε από την εκκωφαντική ανάκληση της απόφασης χορήγησης στους συγγενείς αντιγράφων φωτογραφιών και βίντεο, που δεν είχαν παραδώσει στις Αρχές οι δικαστικοί πραγματογνώμονες

Η χαμένη τιμή της Δικαιοσύνης δεν αναζητείται μόνο στην ακατάλληλη αίθουσα του Πανεπιστημίου της Θεσσαλίας, όπου εκτυλίχθηκαν εικόνες ντροπής λόγω του συνωστισμού συγγενών, δικηγόρων και δημοσιογράφων στην έναρξη της δίκης των Τεμπών. Λίγες μέρες νωρίτερα, πρωτόγνωρες, ντροπιαστικές εικόνες διαδραματίστηκαν και στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο της Λάρισας, όπου διεξάγεται η περίφημη δίκη για τα χαμένα βίντεο της εμπορευματικής αμαξοστοιχίας στον Εμπορευματικό Σταθμό Θεσσαλονίκης.

Η δίκη που ξεκίνησε τον περασμένο Ιούνιο με κατηγορούμενους τον υπεύθυνο της εταιρείας σεκιούριτι Interstar για υπεξαγωγή εγγράφων κατ’ εξακολούθηση από πρόθεση και απείθεια, καθώς ακόμη και δύο διευθυντικά στελέχη του ΟΣΕ (Τερεζάκης, Πατέρας) ως ηθικούς αυτουργούς της καταστροφής των βίντεο, αναμένεται να συνεχιστεί την προσεχή Πέμπτη 2 Απριλίου, μετά και τη νέα διακοπή της διαδικασίας στις 19 Μαρτίου. Διαδικασία που πρωτίστως σημαδεύτηκε από την εκκωφαντική άρνηση χορήγησης στους συγγενείς αντιγράφων του οπτικοακουστικού υλικού, που αποκαλύφθηκε πως είχαν στην κατοχή τους οι δύο δικαστικοί πραγματογνώμονες -χωρίς να τα έχουν παραδώσει στις Αρχές- από τις πρώτες ώρες του δυστυχήματος.

Το υλικό αυτό, να θυμίσουμε, είχε κατασχεθεί μετά από σχετική εντολή του δικαστηρίου στις 6/3, τόσο από τις οικείες τους όσο και από τους χώρους εργασίας τους στην Περιφέρεια Θεσσαλίας και στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Στερεάς Ελλάδας και Θεσσαλίας. Η ακροαματική διαδικασία είχε προσδιοριστεί να συνεχιστεί στις 10 Μαρτίου· ωστόσο, λόγω αδιαθεσίας της προέδρου, διεκόπη για την Παρασκευή 19/3, με αντικείμενο να εξεταστεί, μεταξύ άλλων, και το αίτημα για τη χορήγηση αντιγράφων του υλικού των δύο πραγματογνωμόνων, που είχαν καταθέσει οι συνήγοροι μετά την κατάσχεση.

Χειρόγραφη ανάκληση

Εντούτοις, τα όσα ακολούθησαν στις 19/3, σίγουρα δεν περιποιούν τιμή στον θεσμό της Δικαιοσύνης. Η δίκη διεκόπη εκ νέου, με την Πρόεδρο Υπηρεσίας όμως να δίνει τουλάχιστον την έγκρισή της για τη χορήγηση των αντιγράφων που εκκρεμούσε, η οποία μάλιστα ξεκίνησε να υλοποιείται από τους τεχνικούς του δικαστικού μεγάρου. Και ενώ είχε ξεκινήσει κανονικά η μεταφορά των αρχείων με την παρουσία των συνηγόρων, εισήλθε στο γραφείο η πρόεδρος του Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία, αν και δεν είχε εμπλακεί άμεσα στη διαδικασία, ζήτησε τον λόγο της αντιγραφής.

Κατόπιν, εμφανίστηκε και η πρόεδρος Υπηρεσίας, που είχε δώσει αρχικά την έγκρισή της, ανακοινώνοντας όμως στους συνηγόρους ότι ανακαλεί την απόφασή της. Η ανάκληση μάλιστα έγινε με… χειρόγραφο κείμενο της δικαστίνας, στο οποίο επικαλείται «αναρμοδιότητα» για την αρχική έγκριση. Αποτέλεσμα ήταν φυσικά να σταματήσει η μεταφορά και οι παρόντες συνήγοροι να καταθέτουν μήνυση μετά τα… μεσάνυχτα κατά των δύο δικαστικών λειτουργών για παράβαση καθήκοντος σχετικά με τη μεταχείριση των βίντεο.

Η παλινωδία των δικαστών γέννα αναπόδραστα ερωτήματα για το τι ακριβώς επιχειρούν να κρύψουν από το υλικό που υπάρχει στην κατοχή των δύο πραγματογνωμόνων, όπως και ποιος έδωσε την εντολή ανάκλησης της αρχικής απόφασης να χορηγηθούν τα βίντεο, 4 μέρες πριν την προγραμματισμένη έναρξη της λεγόμενης κύριας δίκης των Τεμπών.

Ερωτήματα που αναμένονται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον να τεθούν και στη διαδικασία της προσεχούς Πέμπτης, πλάι στην προφανή αγωνία για το τι μέλλει γενέσθαι με τις επίμαχες φωτογραφίες και βίντεο.

Η χειρόγραφη ανάκληση χορήγησης στους συγγενείς των βίντεο που κατασχέθηκαν από τους δύο δικαστικούς πραγματογνώμονες

Στις 24/4 η δίκη των ελεγκτών της ΕΑΔ 

Στο μεταξύ, με έντονο ενδιαφέρον αναμένεται στις 24 Απριλίου και η συνέχιση της δίκης στην Αθήνα των δύο επιθεωρητών ελεγκτών της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (ΕΑΔ), οι οποίοι κατηγορούνται για παράβαση καθήκοντος από κοινού για τη διάτρητη και αντιφατική έκθεση που συνέταξαν τον Σεπτέμβριο του 2021 για τη (μη) υλοποίηση της σύμβασης 717.

Το κατηγορητήριο, που έχει εξετάσει η ΑΥΓΗ, κάνει λόγο για παράνομη και δόλια εξαγωγή συμπερασμάτων με σκοπό «να μην καταλογισθούν ποινικές ευθύνες» στους εμπλεκόμενους υπαλλήλους της ΕΡΓΟΣΕ, παρότι στην έκθεση διαπιστώνουν ότι οι τελευταίοι δεν επέβαλαν -ως όφειλαν- τις ποινικές ρήτρες στην Ανάδοχο Κοινοπραξία για τις επάλληλες καθυστερήσεις, με συνέπεια η Κοινοπραξία να εισπράξει στο τέλος και αποζημιώσεις από το ελληνικό Δημόσιο ύψους 3,3 εκατ. ευρώ.

Μάλιστα, παρατίθεται και συγκεκριμένο απόσπασμα από το πόρισμά τους που βγάζει λάδι τα εμπλεκόμενα μέρη, όπου αναφέρουν ότι «δεν πρέπει να αποδοθούν ευθύνες στα όργανα της Διευθύνουσας Υπηρεσίας και της Προϊσταμένης Αρχής της ΕΡΓΟΣΕ για την επιβάρυνση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων με το ποσό των 3.332.130,49 εκατ. ευρώ από αναντίρρητα σημειωθείσες καθυστερήσεις των ανωτέρω οργάνων της ΕΡΓΟΣΕ και χωρίς πρόθεση, κατά το χρονικό διάστημα από 01-02-2019 έως 31-10-2020».

Να σημειώσουμε, τέλος, πως η εν λόγω δίκη έχει σημαδευτεί και από τη στάση της διοικήτριας της ΕΑΔ, Αλ. Ρογκάκου, η οποία απάντησε αρνητικά στο ερώτημα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους αν επιθυμεί να παραστεί το Νομικό Συμβούλιο ως υποστηρικτής της κατηγορίας κατά των δύο επιθεωρητών, κατά παράβαση της δικαστικής απόφασης του Γ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που επέβαλε το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους να παρασταθεί υπέρ του Δημοσίου.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0