Τα μεγάλα ερωτήματα στη ζωή έχουν την τάση να έρχονται από παντού και κυρίως από εκεί που δεν τα περιμένεις. Οι μεγάλες απαντήσεις όμως έρχονται πάντα από εκεί που δεν τις περιμένεις και όταν δεν τις περιμένεις.
Οι βροχερές ημέρες απαιτούν ειδική προετοιμασία για να μπορέσεις να μετακινηθείς, ειδικά όταν κάποιος κινείται με μοτοσικλέτα.
Διότι, αφενός πρέπει να ντυθείς καλά, αφετέρου πρέπει να μεριμνήσεις ώστε να έχεις μαζί σου κάποια βασικά ρούχα, γιατί πώς να δουλέψεις με βρεγμένες κάλτσες για παράδειγμα. Και, τέλος, χρειάζεται επιπλέον χρόνος προετοιμασίας αφού πρέπει να φορέσεις μια στολή που μοιάζει με αυτές που φοράνε οι δύτες για να είναι αδιάβροχη και αυτή που φοράνε οι αστροναύτες με τον μπόγο στην πλάτη, που στη δική μου περίπτωση είναι η τσάντα της δουλειάς.
Κάπως έτσι λοιπόν, ως ένα υβρίδιο αστροναύτη και δύτη, άνοιξα την πόρτα του σπιτιού, έκανα αναστροφή πριν από την έξοδο και οπισθοδρόμησα με προσεκτικά βήματα προκειμένου να μην μπλεχτούν οι σακούλες του σούπερ μάρκετ που φορούσα πάνω από τα μποτάκια μου με το χαλάκι της εξώπορτας.
Αφού κλείδωσα προσεκτικά την πόρτα και έφαγα κάμποση ώρα να βρω κάποια τρύπα να χώσω τα κλειδιά μου, ξεκίνησα να κατεβαίνω την σκάλα ώσπου έφτασα στον στενό διάδρομο της εισόδου, η οποία ήταν αποκλεισμένη.
Ο κύριος του 3ου, για τον οποίο έχουμε ξαναμιλήσει στο παρελθόν, ένας συνταξιούχος ταξιτζής, είχε στρώσει ένα παιχνίδι τάβλι με τον γείτονα από απέναντι, που και αυτός προσφάτως μπήκε στο κλαμπ των συνταξιούχων.
Τρούκου τρούκου τρούκου τρούκου και φρααπ-γκρρρ τα ζάρια στο τάβλι που ήταν ακουμπισμένο σε ένα πλαστικό σκαμπό που έχουμε στην είσοδο για κάποια έκτακτη ανάγκη, χλαααπ τακ και χλααπ τακ τα πούλια στο ξύλο.
«Ένα λεπτό» είπε ο κύριος του 3ου, που μάλλον εξαιτίας του ταξί είχε αναπτύξει και όραση στην πλάτη.
«Μάλιστα» απάντησα κι εγώ περιμένοντας.
Μια απάντηση που βγήκε αυθόρμητα, μιας και ήταν η τυπική απάντηση που έδινα στον παππού μου όταν ζητούσα να φύγουμε από το καφενείο που έπαιζε κι εκείνος τάβλι κάνοντας παράλληλα «πολιτική δουλειά», όπως μου εξηγούσε αυστηρά όταν με έπαιρνε από το χέρι για να γυρίσουμε σπίτι.
Όταν μάλιστα, χρόνια αργότερα, έπαψα να πηγαίνω στο καφενείο με τον παππού και έχοντας χάσει το προνόμιο της πρωινής πορτοκαλάδας και του μεσημεριανού μεζέ που, όπως κατάλαβα αργότερα, ήταν μάλλον η δικαιολογία στη γιαγιά για να πίνει ο παππούς ούζο, τον προκάλεσα για απαντήσεις. Κυρίως διότι επέμενε να μάθω τάβλι και όχι σκάκι.
Στην επιχειρηματολογία εκείνης της κουβέντας μάλιστα είχαν επιστρατευτεί δεκάδες επιχειρήματα για την αξία της συνδυαστικής σκέψης, της στρατηγικής και άλλα τέτοια πολλά που συχνά επικαλούμαστε για την σπουδαιότητα του πιο γνωστού στρατηγικού παιχνιδιού. Όπως επίσης και άλλα επιχειρήματα που είχαν να κάνουν με τα άσπρα πιόνια, τα μαύρα πιόνια και τις... νίκες.
Ο παππούς λοιπόν, που ήταν κάκιστος σκακιστής αλλά απαράμιλλος ταβλαδόρος, προσπαθούσε να μου εξηγήσει ότι και το τάβλι έχει στρατηγική και επειδή είναι σύμφυτο με τη φασαρία αφήνει χώρο και για κουβέντες.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα στις αναμνήσεις και στις σκέψεις, ο νεόκοπος συνταξιούχος είπε στον κύριο του 3ου: «Σήκω, ρε, να πάει ο άνθρωπος στη δουλειά του».
Καθώς έκλεινε πίσω μου η εξώπορτα της πολυκατοικίας, τους άκουσα να μιλούν για πολιτική.
Βάζοντας το κλειδί στη μηχανή, θυμήθηκα και τον παππού να λέει: «Δεν μετράει η ζαριά, αλλά πώς θα παίξεις».