Στη δραματουργία, λένε οι ειδικοί, οι συγγραφείς επεξεργάζονται έννοιες και ιδέες σχεδόν αρχετυπικές, δηλαδή ερωτήματα που οι απαντήσεις τους έχουν δοθεί ξανά και ξανά ή δεν μπορούν να δοθούν και επανέρχονται.
Η αναμφισβήτητη σχετικότητα που κυριαρχεί σε όλες τις πτυχές της ανθρώπινης δραστηριότητας εντείνει αυτό το πρόβλημα, με αποτέλεσμα πολλοί άνθρωποι να αποφεύγουν στο τέλος να δώσουν απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα. Από την άλλη, επιτρέπουν στους συγγραφείς να γεμίζουν σελίδες με μελάνι, επαναδιατυπώνοντας το ίδιο ερώτημα με άλλους ήρωες και με την προσδοκία κάποτε οι άνθρωποι να δώσουν και τις κατάλληλες απαντήσεις.
Ετσι λοιπόν, όταν άρχισε να ανάβει η συζήτηση στο τραπέζι ενός παραδοσιακού μουσικού καφενείου στο Κερατσίνι σχετικά με τις ανθρώπινες σχέσεις και τις επιλογές των ανθρώπων συνολικά, οι ελάχιστοι θαμώνες που είχαν απομείνει έστησαν αυτί για να ακούσουν. Αφορμή γι’ αυτή τη βαθιά συζήτηση της παρέας των τεσσάρων κοριτσιών, που υποχρέωσαν τους λιγοστούς θαμώνες να διακόψουν τις δικές τους κουβέντες, φαίνεται να ήταν μία θεατρική παράσταση που είχαν δει μαζί και προσπαθούσαν να την αποκωδικοποιήσουν. Από τα συμφραζόμενα δεν ήταν απόλυτα σαφές ποια ακριβώς ήταν αυτή η παράσταση, διότι φαίνεται ότι ο σκηνοθέτης της είχε φροντίσει να περιπλέξει τόσο πολύ το κείμενο με τα σκηνικά και τις ερμηνείες που ομολογουμένως κάθε προσπάθεια αποκωδικοποίησης ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατη. Πάντως οι συζητήσεις οδήγησαν στην πρώτη διαπίστωση ότι πιθανότατα τα κορίτσια αναφέρονταν είτε στο δράμα του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας είτε στο αριστούργημα του Σάμιουελ Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό». Το συμπέρασμα αυτό, που δεν είναι και απόλυτα ασφαλές, προέκυψε από την ένταση της φωνής της μίας από τις κοπέλες που επέμενε ότι η αναμονή και η προσδοκία να αλλάξει κάτι χωρίς να κάνεις τίποτα είναι οπωσδήποτε μία επιλογή, αλλά όχι η σωστή. Εξάλλου, κατά μία έννοια το να περιμένεις να ωριμάσουν οι αντικειμενικές συνθήκες μέχρι να «κουμπώσουν» με τις υποκειμενικές δυνατότητες ονομάζεται και τυχοδιωκτισμός.
Βέβαια, αυτό δραματουργικά αυτοεκπληρώνεται στο συγγραφικό ρεύμα του θεάτρου του παραλόγου, όπου ο Βλαδίμηρος και ο Εστραγκόν, άβουλοι και άμοιροι, ανέμεναν από σκηνή σε σκηνή την άφιξη του Γκοντό για να τους σώσει (;), ο οποίος βέβαια ακόμα και εάν επρόκειτο να φανεί, εξαιτίας τους δεν θα εμφανιζόταν ποτέ.
Τα πράγματα, όμως, για εμάς που είχαμε στήσει αυτί άρχισαν να περιπλέκονται, κι εδώ έρχεται και ο Σαίξπηρ, όταν μία άλλη από τις κοπέλες του τραπεζιού επέμενε με εξίσου έντονο ύφος ότι, πέρα από την όποια απάντηση μπορεί να δώσει καθένας ή καθεμιά ξεχωριστά, υπάρχει και ένα τελικό αποτέλεσμα που είναι αναμφισβήτητο, διότι κανένας, όπως είπε, δεν κατάφερε να συναντήσει τη ροδοκόκκινη αυγή που ξημέρωνε την επόμενη μέρα. Άρα λοιπόν, συμπλήρωσε, ανεξάρτητα από τις προθέσεις που μπορεί να είχαν οι πρωταγωνιστές του έργου, το αποτέλεσμα ήταν τελικό και μη αναστρέψιμο, οπότε και οι δύο, επισήμανε, όφειλαν να έχουν χειριστεί την κατάσταση αλλιώς διότι αυτό που συνέβη στο τέλος ήταν παράλογο.
Για να είμαι ειλικρινής, αυτή ακριβώς η τοποθέτηση με μπέρδεψε και σε σχέση με το έργο για το οποίο μιλούσαν, διότι στο δικό μας τραπέζι πια τείναμε να συμφωνήσουμε είτε ότι όλα τα έργα είναι ίδια τελικά είτε ότι η παράσταση ήταν εξαιρετικά κακοσκηνοθετημένη.