Live τώρα    
Γυναικοκτονίες / Αποσπασματικά μέτρα για την αντιμετώπιση μιας επιδημίας
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Γυναικοκτονίες / Αποσπασματικά μέτρα για την αντιμετώπιση μιας επιδημίας

Λουλούδια και σύνθημα στο σημείο της γυναικοκτονίας
ΚΩΣΤΑΣ ΤΖΟΥΜΑΣ/EUROKINISSI

Απρόθυμη να θεσπίσει ένα ολιστικό πλαίσιο αντιμετώπισης της έμφυλης βίας στη χώρα μας εμφανίζεται η κυβέρνηση, παρότι το φαινόμενο τείνει να λάβει μορφή επιδημίας. Είναι ενδεικτικό πως το προωθούμενο νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών, παρά τις θετικές διατάξεις που περιλαμβάνει, κατατέθηκε σε διαβούλευση εν μέσω γιορτών, δεν περιλαμβάνει βασικές διεκδικήσεις του γυναικείου κινήματος και δεν στοχεύει στην πρόληψη και στην αλλαγή αντίληψης.

Δεν έχει τέλος ο μακρύς κατάλογος των θυμάτων έμφυλης βίας στη χώρα μας. Το 2024 έκλεισε με (τουλάχιστον) 16 καταγεγραμμένες γυναικοκτονίες και ήδη το 2025 σημειώθηκε άλλη μία, που «προετοιμάστηκε» την προηγούμενη χρονιά. Μία 40χρονη, η Ευγενία, η οποία και στο παρελθόν υπήρξε θύμα ενδοοικογενειακής βίας, έχασε τη ζωή της μετά τον άγριο ξυλοδαρμό της από τον 42χρονο σύντροφό της. Το βίαιο περιστατικό σημειώθηκε στην περιοχή της Ροδόπης τον περασμένο Οκτώβριο, το θύμα μεταφέρθηκε αρχικά στα Επείγοντα του Σισμανόγλειου Νοσοκομείου Κομοτηνής με σοβαρά τραύματα, όπως σπασμένους αυχενικούς σπονδύλους και βαριά χτυπήματα σε όλο το σώμα. Από εκεί διακομίστηκε στην Εντατική του Γενικού Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης και στη συνέχεια νοσηλεύτηκε για δύο περίπου μήνες σε ειδικό νοσοκομείο στη Βουλγαρία, όπου άφησε την τελευταία της πνοή στις αρχές του έτους. Η γυναικοκτονία της Ευγενίας, η πρώτη για το 2025, άνοιξε έναν νέο θλιβερό κατάλογο με θύματα της πιο ακραίας μορφής βίας κατά των γυναικών στη χώρα μας. Παρότι δεν υπάρχουν επίσημα στατιστικά στοιχεία ούτε κάποια ενιαία μεθοδολογία που θα επέτρεπαν την αναλυτική καταγραφή των γυναικοκτονιών στη χώρα μας, ακόμη και τα έως σήμερα -ελλιπή- δεδομένα που υπάρχουν δείχνουν πως το φαινόμενο λαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις. Είναι ενδεικτικό πως μετά την υπόθεση του ομαδικού βιασμού και της δολοφονίας της 19χρονης φοιτήτριας Ελένης Τοπαλούδη τον Νοέμβριο του 2018 στη Ρόδο, οπότε άνοιξε ευρέως η συζήτηση για τις γυναικοκτονίες, υπολογίζεται ότι 125 γυναίκες έχουν πέσει θύματα γυναικοκτονιών από το 2019 έως σήμερα - τα ονόματα κάποιων εξ αυτών δεν έχουν γίνει καν γνωστά.

Απουσία ουσιαστικής διαβούλευσης

Παρότι το νομοσχέδιο που προωθεί το υπουργείο Δικαιοσύνης για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών θα μπορούσε να αποτελέσει το έναυσμα ώστε να υπάρξει -επιτέλους- ένα ολοκληρωμένο και ουσιαστικό σχέδιο παρέμβασης για την καταπολέμηση του φαινομένου της έμφυλης βίας, ο τρόπος σύνταξης και δημόσιας διαβούλευσης του νομοσχεδίου κρίνεται από τις φεμινιστικές οργανώσεις ως αντιδεοντολογικός και οι προβλέψεις του ως ελλιπείς, οπότε επικρατεί μεγάλη αμφιβολία για το κατά πόσο ακόμη και τα μέτρα που κινούνται σε θετική κατεύθυνση θα μπορέσουν να αποτελέσουν πραγματικά «ανάχωμα» στη ζοφερή πραγματικότητα που βιώνουν τα θύματα έμφυλης βίας. Είναι χαρακτηριστικό πως η κυβέρνηση έθεσε το νομοσχέδιο σε δημόσια διαβούλευση κατά τις ημέρες των γιορτών, από τις 24 Δεκεμβρίου έως τις 7 Ιανουαρίου, μην δίνοντας τη δυνατότητα ουσιαστικής διαβούλευσης. Δεν συγκροτήθηκε, επίσης, Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή για τη σύνταξή του, ενώ για την εφαρμογή του εμπλέκεται μια σειρά υπουργείων και φορέων. Επίσης, το σχέδιο νόμου ενσωματώνει στο εσωτερικό Δίκαιο μόνο κάποια άρθρα από την Οδηγία της Ε.Ε. 2024/1385 και όχι το σύνολό της, παρότι αυτή περιλαμβάνει ιδιαίτερα σημαντικές προβλέψεις και λαμβάνει υπόψη και τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης και τις επείγουσες συστάσεις της Επιτροπής Ελέγχου της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης (Grevio).

Τα προβληματικά στοιχεία του σχεδίου νόμου υπογραμμίζει η Πρωτοβουλία κατά των Γυναικοκτονιών, στην οποία συμμετέχουν πολλές γυναικείες οργανώσεις και έχει συγκροτηθεί τα τελευταία χρόνια προκειμένου να συνδράμει την ανάδειξη και την αναγνώριση του φαινομένου της γυναικοκτονίας και να διεκδικήσει τη λήψη μέτρων για την προστασία των θυμάτων έμφυλης βίας. Σε αντίστοιχες επισημάνσεις έχει προχωρήσει, επίσης, και η Επιτροπή για το Οικογενειακό Δίκαιο και τη Συναινετική Συνεπιμέλεια.

Εμμονική άρνηση να αναγνωριστεί ο όρος «γυναικοκτονία»

Μετά από μεγάλο αγώνα του γυναικείου κινήματος τα τελευταία χρόνια εμπεδώθηκε και καθιερώθηκε η χρήση του όρου «γυναικοκτονία» στον δημόσιο διάλογο, συμβάλλοντας στην ορατότητα της βίας κατά των γυναικών και στην ευαισθητοποίηση της κοινωνίας. Υπενθυμίζεται πως μέχρι πολύ πρόσφατα σε περιπτώσεις γυναικοκτονιών κυριαρχούσαν αναφορές στα μέσα ενημέρωσης όπως «οικογενειακή τραγωδία», «έγκλημα πάθους», «έγκλημα τιμής» κ.ά. Πλέον ακόμη και η κυβέρνηση, ενώ αρχικά πολέμησε τη χρήση του όρου, τον αποδέχεται, ωστόσο επιμένει στη μη αναγνώριση της γυναικοκτονίας ως αυτοτελούς ποινικού αδικήματος, παρότι, όπως επισημαίνουν οι γυναικείες οργανώσεις, μια τέτοια θεσμική αλλαγή θα συνέβαλε στην απονομή δίκαιων δικαστικών αποφάσεων, στην πρόληψη, αλλά και στην προστασία και στη στήριξη των οικογενειών των θυμάτων. Στο προωθούμενο νομοσχέδιο η κυβέρνηση συνεχίζει να μην ανταποκρίνεται στο πάγιο αίτημα των γυναικείων οργανώσεων να νομοθετηθεί η γυναικοκτονία ως ιδιαίτερο ποινικό κακούργημα και να ενταχθεί στον Ποινικό Κώδικα ως τέτοιο. Είναι αξιοσημείωτο δε ότι απουσιάζει και οποιαδήποτε αναφορά στον όρο «γυναικοκτονία», μία παράλειψη που μειώνει ακόμη περισσότερο τη δυναμική του νομοσχεδίου.

Απουσία ολιστικής προσέγγισης

Αδιαμφισβήτητα είναι σημαντική η εισαγωγή για πρώτη φορά στη χώρα μας νομοθετικού πλαισίου για την άσκηση βίας κατά των γυναικών ως αυτοτελές αδίκημα. Ωστόσο, όπως διαπιστώνουν μέλη γυναικείων οργανώσεων που κατέθεσαν τις θέσεις τους στο πλαίσιο της διαβούλευσης, το πλέγμα των προωθούμενων μέτρων δεν αξιολογείται ως μία ολιστική αντιμετώπιση της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών. Στις βασικές διατάξεις του σχεδίου νόμου περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων: η αυστηροποίηση των ποινών, ιδίως για τις νέες μορφές βίας που αναγνωρίζονται, η επιτάχυνση της δικαστικής διαδικασίας, η λήψη προσωρινών μέτρων προστασίας θυμάτων μέχρι την εκδίκαση των υποθέσεων, η δημιουργία αρχείου αναφορών ενδοοικογενειακής βίας. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα κάθε νομοθέτησης δεν κρίνεται αποκλειστικά από την αυστηροποίηση των ποινών- ήδη για το κομμάτι αυτό υπάρχει έντονη συζήτηση και από τον νομικό κόσμο-, αλλά από την ικανότητα της Πολιτείας να προωθεί παρεμβάσεις και να διαμορφώνει πολιτικές που συμβάλλουν στη μείωση της έμφυλης βίας. Ζητούμενο, δυστυχώς, παραμένει η διαμόρφωση ενός πλαισίου που:

- θα ενθαρρύνει τα θύματα κάθε μορφής έμφυλης βίας να καταγγέλλουν την κακοποίηση που υφίστανται,

- θα στηρίζει ουσιαστικά τις γυναίκες -οικονομικά, ψυχολογικά, δικαστικά- στον αγώνα που δίνουν για να ξεφύγουν από ένα κακοποιητικό περιβάλλον,·

- θα θεσμοθετεί οικογενειακά δικαστήρια στελεχωμένα με ειδικούς οι οποίοι θα υποστηρίζουν το δικαστήριο και θα επιτηρούν την εφαρμογή των αποφάσεων,

- θα ενισχύει τους προληπτικούς και υποστηρικτικούς μηχανισμούς σε όλη τη χώρα,

- θα στοχεύει στην ευαισθητοποίηση της κοινωνίας και στην αντιμετώπιση των στερεοτύπων που θυματοποιούν τους δράστες και ενοχοποιούν τα θύματα,

- θα καθιερώσει σε όλες τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης προγράμματα για την ισότητα των φύλων και

- θα παρέχει συντονισμένη εκπαίδευση στους εμπλεκόμενους επαγγελματίες.

Μηδενικός διάλογος με το γυναικείο κίνημα

Παρότι οι γυναικείες οργανώσεις που δρουν εθελοντικά, με μεγάλο αγώνα, αξιέπαινη προσπάθεια και πενιχρά μέσα, στο πεδίο διαθέτουν πολύτιμη γνώση και εμπειρία για το φαινόμενο της έμφυλης βίας, η κυβέρνηση όχι απλώς δεν επιδιώκει τον διάλογο μαζί τους, αλλά δεν έχει ανταποκριθεί και σε επανειλημμένα αιτήματα για συνάντηση που έχουν καταθέσει δεκάδες γυναικείες οργανώσεις, οι οποίες εκφράζονται μέσα από την Πρωτοβουλία κατά των Γυναικοκτονιών. Ακολουθώντας την τακτική του μη διαλόγου, η κυβέρνηση επέλεξε να μην διαβουλευτεί με τις γυναικείες οργανώσεις ούτε κατά τη σύνταξη του εν λόγω νομοσχεδίου. Με αυτόν τον τρόπο συνεχίζει να παραβιάζει τις συστάσεις της Επιτροπής Ελέγχου της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης (Grevio), η οποία μετά από έλεγχο στη χώρα μας το 2022 είχε εκδώσει ένα πόρισμα-καταπέλτη με 71 συστάσεις προς την Ελλάδα (οι 34 επείγουσες και οι 18 κατεπείγουσες), στις οποίες περιλαμβάνεται και η ανάγκη διαβούλευσης με ένα φάσμα οργανώσεων για τα δικαιώματα των γυναικών προκειμένου να συμπεριληφθούν οι απόψεις και οι εμπειρίες τους στον σχεδιασμό νόμων, πολιτικών και μέτρων για την πρόληψη και την καταπολέμηση όλων των μορφών βίας κατά των γυναικών.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0