Ενα κλίμα πανηγυρισμού επιχειρείται να επιβληθεί στην πόλη της Θεσσαλονίκης με την αποκάλυψη του σταθμού Βενιζέλου του μετρό. Κυβερνητικά στελέχη και πρόθυμα ΜΜΕ σε ένα ρεσιτάλ μονοφωνίας καλλιεργούν ένα αφήγημα ενθουσιασμού, όπου κάθε διαφορετική άποψη μοιάζει παράταιρη. Όμως η Κοινωνία των Πολιτών, οι επιστήμονες και όσοι-ες αγωνίστηκαν για την κατά χώραν διατήρηση των αρχαιοτήτων μουδιασμένοι επιβεβαιώνουν την πληγή που αφήνει η υπόθεση της Βενιζέλου στην πολιτιστική μας κληρονομιά.
Αναμενόμενο χαρακτηρίζει τον πανηγυρισμό η Κλεοπάτρα Θεολογίδου, αρχιτέκτονας μηχανικός- αναστηλώτρια, μέλος του Δ.Σ. της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, επισημαίνοντας στην ΑΥΓΗ της Κυριακής πως «μεθοδεύεται από την επόμενη ημέρα της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας» για απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων. «Επιχειρούν από τότε να καλλιεργήσουν το αφήγημα ότι ήταν η μοναδική λύση για να έχουμε μετρό και τον σταθμό Βενιζέλου και να αιτιολογήσουν το έγκλημα που έγινε» προσθέτει.
Για την ίδια το τι έχει συμβεί με την υπόθεση της Βενιζέλου είναι απολύτως ξεκάθαρο. Όσο για το πώς είναι σήμερα ο χώρος και τι συνιστά αυτό που παρουσιάστηκε προ ημερών, θεωρεί ότι απαιτείται χρόνος για τεκμηριωμένες τοποθετήσεις. «Ένα κομμάτι από αυτό που υπήρχε πριν υπάρχει. Αυτό που δεν υπάρχει σίγουρα είναι η ατμόσφαιρα, η αίσθηση του χώρου. Όταν κατέβαινες στον χώρο πριν, μεταφερόσουν στον χρόνο, είχες την αίσθηση της ανθρώπινης παρουσίας, ήταν τα συναισθήματα πολύ έντονα παράλληλα με την εικόνα. Τώρα βλέπεις μία πολύ επιμελημένη εικόνα, αλλά είναι κάτι άλλο, δεν είναι ο χώρος όπως αποκαλύφθηκε. Η Θεσσαλονίκη έχασε το στοίχημα να έχει έναν αυθεντικό χώρο».
«Ήμουν ανάμεσα στους τυχερούς που μπόρεσα να δω τον χώρο όπως αποκαλύφθηκε τρεις φορές. Αυτό που είδα σήμερα με πλήγωσε βαθιά. Είδα κάτι που θα το χαρακτήριζα και ως installation, εντυπωσιακό, φωτισμένο, αλλά δεν ήταν αυτό που είχαμε δει τότε» μοιράζεται στην ΑΥΓΗ της Κυριακής η Μελίνα Παϊσίδου, καθηγήτρια Βυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. «Αναμφισβήτητα είναι κάτι εντυπωσιακό, ειδικά για κάποιον που δεν έχει δει την προηγούμενη κατάσταση» συνεχίζει και συντάσσεται με την άποψη ότι ήταν μία συνειδητή επιλογή να μην παρουσιαστεί σε ευρεία κλίμακα στον κόσμο τι αποκαλύφθηκε.
Κι αυτό γιατί «υπάρχει ένας φόβος διάχυτος στο πώς θα σταθεί ο κόσμος σε αυτό που ήταν και χάθηκε δυστυχώς οριστικά. Βασική αρχή της αναστήλωσης και της συντήρησης είναι να γίνονται επεμβάσεις αντιστρέψιμες. Αυτό δεν είναι αντιστρέψιμο, τελείωσε» σημειώνει. «Διαβάζαμε για το “επτασφράγιστο μυστικό” της Βενιζέλου. Γιατί επτασφράγιστο μυστικό για ένα έργο που ισχυρίζονται πως ήταν με όλες τις προδιαγραφές; Γιατί δεν ήταν ανοιχτό στο κοινό για να παρακολουθήσει όλη την πορεία των εργασιών;» διερωτάται από την πλευρά της η κ. Θεολογίδου.
Η κριτική αντιμετωπίζεται ως γκρίνια
Τι έχασε την ευκαιρία να δει ο κόσμος; «Ο κόσμος θα έβλεπε έναν πραγματικό αρχαιολογικό χώρο, όπως όταν πηγαίνουμε στην Πέλλα, στη Βεργίνα, στην Ολυμπία, στους Δελφούς και περπατάμε έναν χώρο με το χώμα του, βλέπουμε την έκταση, τον ορίζοντά του, αντιλαμβανόμαστε τη στρωματογραφία του. Όταν το αρχαίο ήταν άθικτο στη θέση του, είχε αυτήν την παλαιότητα, την πατίνα του χρόνου που δεν μπορεί κανένας ποτέ να την επαναλάβει, αυτήν την αύρα που γίνεται αντιληπτή και μόνο που βλέπεις ένα μνημείο το οποίο δεν έχει πειραχτεί» επισημαίνει η κ. Παϊσίδου, σημειώνοντας πως πλέον υπάρχουν στοιχεία στον χώρο που δεν υπήρχαν κατά την ανασκαφή και μοιάζουν περισσότερο μέρος της ανάδειξης των εκθεμάτων παρά του ίδιου του μνημείου.
Παρότι συντονισμένες φωνές σήμερα ομνύουν για τη δήθεν διάσωση των αρχαιοτήτων, η αυθεντικότητα και η ακεραιότητα του μνημείου έχουν πλέον χαθεί, όπως ξεκάθαρα διαπιστώνουν τόσο η κ. Θεολογίδου όσο και η κ. Παϊσίδου, και αυτό που παρουσιάστηκε μετά βαΐων και κλάδων μοιάζει ενδεχομένως περισσότερο με ένα σκηνικό, με μία αναπαράσταση. Τι περιθώρια όμως αφήνονται στον δημόσιο διάλογο να διατυπωθούν επισημάνσεις που δεν ακολουθούν το κεντρικό αφήγημα; «Αυτό που βλέπω και με στεναχωρεί βαθιά είναι ότι η οποιαδήποτε κριτική χαρακτηρίζεται ως γκρίνια και μιζέρια, ενώ θα έπρεπε να είναι ευπρόσδεκτη καθώς στο πλαίσιο της δημοκρατίας έχει κανείς το δικαίωμα και την υποχρέωση να πει την άποψή του» σχολιάζει η κ. Θεολογίδου. «Απολύτως αντιεπιστημονικό και αντιδεοντολογικό να μην αφήνεις περιθώριο για την άλλη άποψη» συνομολογεί η κ. Παϊσίδου.
Απαξίωση των επιστημόνων
Η αντιμετώπιση αυτή βέβαια δεν μοιάζει ανοίκεια, θυμίζει την απαξιωτική στάση με την οποία ήρθαν αντιμέτωποι οι επιστημονικοί φορείς εθνικής και παγκόσμιας εμβέλειας που εναντιώθηκαν στην κυβερνητική επιλογή της κατασκευής του σταθμού Βενιζέλου με την απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων. «Αγνοήθηκαν πλήρως, δεν τηρήθηκε καμία διαδικασία διαβούλευσης. Ήταν μία ειλημμένη απόφαση που ήρθε σαν κεραυνός εν αιθρία τον Σεπτέμβρη του 2019 και επιβλήθηκε» σημειώνει η κ. Θεολογίδου.
Το παζλ της επικοινωνιακής διαχείρισης της υπόθεσης ολοκληρώνεται δε με την οικειοποίηση του συνθήματος «Και μετρό και αρχαία», το οποίο, όπως θυμίζει η κ. Παϊσίδου, «είχε πρωτοακουστεί από τον αείμνηστο Γιάννη Μπουτάρη και όσους-ες συντάχθηκαν γύρω του. Ένας κύκλος ανθρώπων που όλο και μεγάλωνε, διευρυνόταν και κατάφερε να πείσει την Πολιτεία ότι αυτό έπρεπε να γίνει». «Είναι η μεγαλύτερη φενάκη να ακούγεται από το στόμα αυτών που εξαρχής είχαν πει δεν υπάρχει άλλη λύση, ότι έπρεπε να ξηλωθούν τα αρχαία, αλλιώς δεν θα έχετε μετρό, και χρησιμοποιήθηκε ως απειλή στον κόσμο της Θεσσαλονίκης. Αυτό το φοβιστικό δίλημμα ήταν το δικό τους σύνθημα και τώρα κλέβουν το “Ή μετρό ή αρχαία” από αυτούς που παλέψαμε και δώσαμε πάρα πολύ από τη ζωή μας και την επιστημοσύνη μας. Είναι προσβολή».
Δημοσιεύτηκε στο φύλλο της ΑΥΓΗΣ 8/12