Άλλο στα αστεία και άλλο στα σοβαρά και όταν μπερδεύονταν όλα αυτά μεταξύ τους, το πράγμα γινόταν πιο περίπλοκο απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς.
Φαινόταν πως θα είχε ενδιαφέρον αρχικά να ζει σε κωμωδία, μιας και όλα τ’ άλλα, τα σοβαρά, δεν πήγαιναν και όπως πρέπει.
Έτσι κάπως αποφάσισε να δώσει μια ευκαιρία. Εξάλλου, αν όλοι ήταν λιγότεροι από την περίσταση, ας αναλάμβανε τη δουλειά ένας επαγγελματίας. Μια προσφιλής προσωπικότητα.
Ακόμα και αν δεν ήταν το ίδιο αποτελεσματικός, τουλάχιστον θα είχε πλάκα. Έτσι είχε πάρει την απόφασή του. Με αυτά τα κριτήρια.
Έπειτα, καθώς ζόριζαν τα πράγματα, δεν είχε κάτι άλλο να σκεφτεί, πως τελικά όλοι ήταν το ίδιο. Τούτος τουλάχιστον δεν ήταν επαγγελματίας και έτσι ήταν πιο εύκολο να συγχωρεθούν τα λάθη... και αν ήταν και σκιτζής, εκείνος ήταν ο Κασίδης, που στο κεφάλι του έμαθαν πολλοί. Ας μάθαιναν και άλλοι. Ήταν κι αυτό μια σύμβαση μεταξύ τους.
Και εκείνος όμως, ο κωμικός, κάπως έτσι το είχε σκεφτεί αλλά από την ανάποδη. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά μιας έξυπνης κωμωδίας; Μερικές καλοστημένες ατάκες, κανά - δυο χειραψίες με εγκαρδιότητα και ένας σωρός συμβούλων, αφανών, που το μόνο που αρκούσε είναι να είναι άλλοι από τους άλλους. Τους παλιούς και φθαρμένους.
Μια επίσημη χειραψία, ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη και μερικά μυστικά του συστήματος θα ήταν αρκετά για να χωρέσει κι εκείνος. Φουσκώσαν τα μυαλά του καθώς φούσκωνε και ο ίδιος από αυτοεκτίμηση. Άρχισε να εντάσσεται και όσο του συγχωρούνταν τα λάθη, τόσο πιο εύκολα έπαιρνε τις αποφάσεις.
Όλα τούτα όμως ανήκαν πλέον στην ιστορία, που ήρθε και την καπέλωσε η Ιστορία. Ο κακός γείτονας, ο δεσποτικός, εκείνος που ήθελε να αποφασίζει επί παντός του επιστητού.
Δεν είχε όμως χρόνο για τέτοιες σκέψεις. Ούτε για τον γείτονα, ούτε για τον κωμικό. Μάζεψε τη βαλίτσα του, φόρεσε τα ζεστά του και έπιασε απ’ το χέρι το παιδί.
Γονάτισε μπροστά της, στην πόρτα του λεωφορείου, της έκλεισε με δύναμη τα πέτα απ’ το παλτό καθώς την κοίταζε στα μάτια. Έκλαψε μπροστά της καθώς την αποχαιρετούσε. Βράχηκαν τα μάγουλά τους από τα δάκρυα. Μπροστά στην πόρτα του λεωφορείου, κάτω από τα ελικόπτερα, μέσα στις κόρνες της αεράμυνας.
Εκείνη έκλαιγε που την άφηνε ο μπαμπάς της, εκείνος που δεν ήξερε αν θα την ξαναδεί, την ώρα που του κόσμου οι μικροί έπαιρναν θέση για τους μεγάλους. Και οι μεγάλοι αδιαφορούσαν για τους μικρούς... μαζί και για τη μικρή με τον μπαμπά της.