Παραλία Θεσσαλονίκης σκοτεινή, 6.30 το πρωί γαρ..., αχάραγα. Κάνω την πρωινή μου άσκηση... Περπάτημα.
Έπρεπε να σηκωθώ από το γραφείο, τον υπολογιστή, τον καναπέ.
Το αποφάσισα εδώ και μια βδομάδα καθότι πρωινός τύπος. Βάζω μπουφάν, μποτάκια, μπερεδάκι στο κεφάλι για το αγιάζι και ξεκινώ. Ομολογώ πως είμαστε ελάχιστοι οι περιπατητές, όλοι βέβαια με πλήρη αθλητική εξάρτυση, καμία σχέση με τη δική μου εμφάνιση και, απ’ ό,τι πρόσεξα, πάντα οι ίδιοι .
Ορισμένοι καλημερίζονται, άλλοι έχουν ραντεβού, συναντιούνται και ξεκινούν παρεάκι. Πέντε χιλιόμετρα πήγαινε - έλα μέχρι τον Λευκό Πύργο, άλλοτε με ομίχλη, να βλέπεις ξαφνικά μια φιγούρα να ξεπροβάλλει σαν από σκηνή βιβλίου του Στίβεν Κινγκ, άλλοτε με ψιλόβροχο κι άλλοτε με αέρα, ν’ ακούς τη θάλασσα και να σηκώνεις τον γιακά μέχρι ψηλά μήπως και σώσεις τον αυχένα σου από μελλοντικές περιπέτειες.
Η μάσκα απαραίτητο αξεσουάρ, όλοι τη φορούν. Είναι, βλέπεις, στον «χαρακτήρα των Θεσσαλονικέων», όπως είπε και ο Άδωνις, εννοώντας βέβαια την απειθαρχία, ξεχνώντας ότι με τα λιγοστά λεωφορεία που κυκλοφορούν στην πόλη, ορισμένα εκ των οποίων έχουν μόνο ένα μικρό παράθυρο για αερισμό (ναι, μιλάω για τα περίφημα αποκτήματα από τη Λειψία) και τους πολίτες στοιβαγμένους, ο «χαρακτήρας» πάει περίπατο.
Τα ξεχνώ όμως όλα αυτά, απολαμβάνω την ομορφιά, βλέπω τα φώτα της πόλης, του λιμανιού, αφουγκράζομαι την ησυχία που μας επέβαλε ο κορωνοϊός με την απαγόρευση των μετακινήσεων και επιστρέφω. Πετώ γάντια, μάσκα, βγάζω στη βεράντα τα ρούχα του κορωνοϊού, πλένω σχολαστικά τα χέρια και επιτέλους χώνομαι στην κουζίνα για μια ζεστή λαχταριστή σοκολάτα...
Καλημέρα, ζωή!