της Ευφροσύνης Τσακίρη*
Το σπίτι μου βρίσκεται στην περιοχή του Νέου Βουτζά Αττικής, στην πρώτη είσοδο και στον προσφυγικό συνοικισμό Νέος Πόντος. Είναι κοντά στην κορυφογραμμή και το δεύτερο στη σειρά σπίτι στη γραμμή της φωτιάς. Η οικογένειά μου υπήρξε ως εκ τούτου θύμα της πυρκαγιάς, από τις τυχερές όμως, καθώς το οίκημα, οι άνθρωποι, τα ζωάκια μας σώθηκαν, αλλά δυστυχώς το ίδιο δε συνέβη για πολλούς από τους γείτονες και φίλους μας.
Έχει περάσει ένας μήνας από την τραγική ημέρα. Κάποιες πληγές έχουν ήδη επουλωθεί (οι υλικές), κάποιες άλλες παραμένουν ανοιχτές (οι ψυχολογικές). Για εμάς τα δύσκολα πέρασαν: έχουμε πλέον νερό, ρεύμα, η καθημερινότητα σιγά-σιγά αποκαθίσταται. Ο πόνος όμως για όλους εκείνους που έφυγαν είναι μεγάλος.
Πριν μερικές ημέρες κατέθεσα την προσωπική μου μαρτυρία από την πυρκαγιά στα κοινωνικά δίκτυα.1
Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μια επέκταση και προσωπική υποσημείωση: Ορμώμενη από τις συζητήσεις και τις ανακοινώσεις που διαβάζω και που μετά λύπης μου βλέπω να αναπαράγουν κατηγορητήρια, θα ήθελα να καταθέτω και την δική μου οπτική για το ‘φλέγον’ ζήτημα της αυθαίρετης δόμησης, που προκύπτει από την θέση μου ως κάτοικος μιας εκτός σχεδίου περιοχής που συνυφαίνεται με την επιστημονική μου ιδιότητα ως αρχιτέκτονας μηχανικός και πολεοδόμος.
Νέος Πόντος: ο αυθαίρετος οικισμός μας
Εγκατασταθήκαμε στον συνοικισμό «Νέος Πόντος» το 1979, έναν χρόνο μετά την ιστορική πυρκαγιά του 1978, στην οποία 25.000 στρέμματα πευκοδάσους απανθρακώθηκαν. Τότε κάηκαν 2-3 άνθρωποι και αυτό θεωρήθηκε εξαιρετικά τραγικό... Σπίτια δεν υπήρχαν, παρά λίγα προσφυγικά, καθώς ο οικισμός Νέος Πόντος ήταν οικοπεδικός συνεταιρισμός και ο κάθε δικαιούχος είχε, σύμφωνα με το καταστατικό, δικαίωμα να κτίσει ένα μικρό κατάλυμα 50 τ.μ. Η φωτιά σταμάτησε έξω από ένα μικρό παρεκκλήσιο της Αγίας Παρασκευής και όλοι έλεγαν ότι είναι θαύμα γιατί ξεκίνησε πολύ κοντά στην ημέρα της γιορτής της2. Με την τωρινή πυρκαγιά κλείνει ένας κύκλος 40 χρόνων από τότε, στη διάρκεια του οποίου κτίστηκαν περίπου 50 νέα σπίτια στον συνοικισμό με υψηλές οικοδομικές προδιαγραφές και στατική ή και αρχιτεκτονική μελέτη…
Ο Νέος Πόντος είναι εκτός σχεδίου, ‘αυθαίρετος οικισμός’, αλλά αυτό υπήρξε μία κοντόφθαλμη και αναχρονιστική επιλογή κάποιων λίγων ‘γέρων’ του συνεταιρισμού, καθώς υπήρξαν τόσο οι κατάλληλες προδιαγραφές (πλάτη δρόμων και μεγέθη οικοπέδων, δημόσιοι χώροι για πλατείες, κοινοτικά κτίρια και άλλες υποδομές, σύνδεση με τα δίκτυα ύδρευσης, ηλεκτρισμού, αργότερα τηλεφώνου), όσο και κάποια τότε πρόταση να γίνουμε μέρος του γειτονικού εντός σχεδίου συνοικισμού του Νέου Βουτζά3 που θα είχε ως απώτερο αποτέλεσμα να ενταχθούμε στο σχέδιο4. Οι γέροι δυστυχώς σκέφτηκαν μόνο ότι θα χάσουν τον έλεγχο του συνεταιρισμού και απέρριψαν την πρόταση, ενώ οι νεότεροι ‘τραβούσαμε τα μαλλιά μας’5. Αργότερα δεν ξανά υπήρξε άλλη τέτοια ευκαιρία αν και προσπαθήσαμε... Οι νέοι ιδιοκτήτες χτίσαμε καλά σπίτια, και για όσους βιαστούν να φωνάζουν περί αυθαιρέτων και μας κατηγορούν ως κακούς και ανεύθυνους καταπατητές6 χωρίς όμως να έχουν βιώσει κάτι παρόμοιο, ας υπενθυμίσουμε ότι τότε διαφορετικά ήταν τα μέτρα και σταθμά και ο τρόπος σκέψης... οπότε στις συνθήκες εκείνες κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε με τη σκέψη κάποιας επικείμενης νομιμοποίησης και ένταξης στο σχέδιο... για την οποία έγιναν έκτοτε πολλές ενέργειες αλλά δεν καρποφόρησαν, καθώς υπήρξε διεκδίκηση της περιοχής από την εκκλησία που εμπόδιζε τις διαδικασίες. Το βαθύτερο όμως αίτιο της μη ένταξής μας στο σχέδιο, όπως και για άλλες περιοχές, οφειλόταν, κατά τη γνώμη μου, στην αδυναμία του κράτους και των αρχών τότε να διερευνήσουν και να αποδεχτούν ποικίλες παραμέτρους, κοινωνικές, ανθρωπιστικές, πολιτιστικές, με τις οποίες είναι συνυφασμένο το καθεστώς της αυθαίρετης δόμησης. Αυτή η αδυναμία με κάνει ακόμη να αναρωτιέμαι το κατά πόσον αποτελούσε συχνά η μη ένταξη στο σχέδιο, πολιτική σκοπιμότητα που άφηνε σε ένα αδιευκρίνιστο (μεταξύ νόμιμου και παράνομου) ενδιάμεσο κενό ορισμένες περιοχές, έτσι ώστε να υπάρχει πάντα η αίσθηση ότι είμαστε ένοχοι, υποδεέστεροι, κατηγορούμενοι, φταίχτες, και να μην μπορούμε να διεκδικήσουμε τα ίδια επίσημα δικαιώματα που είχαν οι κοντινοί σε εμάς, εντός σχεδίου οικισμοί.
Έτσι κάπως, εγκατασταθήκαμε και εμείς στην περιοχή το 1979, και το 1987 είχαμε επιτέλους ένα νέο σπίτι κτισμένο με το εφάπαξ του πατέρα και κάποιο πουλημένο κτήμα, νομιμοποιημένο βάση νόμου Τρίτση7, ένα σπίτι κυρίας κατοικίας, μεγάλο μέρος του οποίου έγινε από τη χειρωνακτική εργασία του πατέρα και της μητέρας μου... με πολύ κόπο και αγάπη. Με έναν κήπο πολυαγαπημένο...
Δεν διαφέρουν πολύ οι ιστορίες των γειτόνων... ήμασταν όλοι μια χαρούμενη και ιδιόρρυθμη μικρή κοινότητα που απέναντι στην αδιαφορία του κράτους και των άρχων πήραμε το νόμο στα χέρια μας. Φτωχοί, χωρίς τη δυνατότητα να αγοράσουμε οικόπεδο στην διπλανή εντός σχεδίου περιοχή, παλεύοντας με τα χέρια, τρώγοντας και πίνοντας όλοι μαζί, βοηθώντας καθένας μας στην οικοδόμηση του σπιτιού του γείτονα... προσπαθώντας από το 1978 να κάνουμε πράσινο ό,τι είχε γίνει μαύρο, ξανά και ξανά... Και αυτό τότε ήταν απόλυτα σωστό και λογικό και αξιέπαινο, όχι μόνο γιατί ήταν το μικρό, ειλικρινές μας όνειρο, αλλά περισσότερο γιατί όλη η οικοδόμηση της νέας Ελλάδας, από την απελευθέρωση και έπειτα, στηρίχθηκε στην αλληλεγγύη και την προσωπική πρωτοβουλία –γιατί ας μην κατηγορούμε μόνο την αυθαίρετη δόμηση, ας δούμε συνολικά το φαινόμενο με τις ποικίλες παραλλαγές του, ας αναγνωρίσουμε τα προβλήματα, αλλά και τις δυναμικές που μας προσέφερε, τόσο οικοδομικά, όσο και οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά. Και τα καταφέραμε καλά, καθώς τα τελευταία χρόνια η περιοχή είχε γίνει φυσικό καταφύγιο για πολλά ζωάκια που βλέπαμε, αλεπούδες, λαγουδάκια, πέρδικες, κουκουβάγιες, χελώνες, σαύρες, τα οποία ταΐσαμε και προστατεύαμε...
Σκέψεις για την αυθαίρετη δόμηση
Ο όρος ‘αυθαίρετη’, ‘εκτός σχεδίου’ δόμηση ή ‘ιδιωτική πολεοδόμηση’, όπως την αναφέρουν κάποιοι, είναι ένας όρος-ομπρέλα που περιγράφει διεθνείς πρακτικές δόμησης, και τουλάχιστον στη χώρα μας, περιλαμβάνει πολυποίκιλες διαφορετικές περιπτώσεις με κάποια κοινά χαρακτηριστικά, που όμως δεν επαρκούν ούτε και δικαιολογούν τη θεώρηση και πραγμάτευσή της ως ένα ενιαίο και ομοιογενές φαινόμενο. Ως αυθαίρετη δόμηση8 χαρακτηρίζεται σήμερα, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ό,τι δεν προβλέπεται επισήμως από τον νόμο. Η αυθαίρετη δόμηση αφορά σε: παράβαση της δόμησης και της κάλυψης, όπως το ‘πανωσήκωμα’, το παράνομο κύριας χρήσης υπόγειο, ο κλεισμένος ημιυπαίθριος σε εντός σχεδίου περιοχές, το παραδοσιακό αγροτόσπιτο και η βίλα που έχουν κτιστεί σε εκτός σχεδίου οικόπεδα με ενίοτε υψηλές προδιαγραφές στατικής και αρχιτεκτονικής μελέτης και οι κατασκευές που βρίσκονται σε καταπατημένα (ή μη) ρέματα και στη ζώνη του αιγιαλού.
Η κοινή γνώμη συχνά αδυνατεί να διαχωρίσει τις παραπάνω περιπτώσεις και αποδίδει χαρακτηριστικά κάποιων εξ αυτών σε όλη την αυθαίρετη δόμηση. Αντιστοίχως, μέχρι προσφάτως, στην εντός σχεδίου, νόμιμη δόμηση περιλαμβάνονταν αρκετές μεικτές ή και ευτελείς κατασκευές με εύφλεκτα υλικά και χαλαρές προδιαγραφές πυρασφάλειας, έτσι ώστε ο διαχωρισμός μεταξύ νόμιμου και αυθαιρέτου να μην είναι πάντα εμφανής και επαρκώς αιτιολογημένος. Η αυθαίρετη δόμηση εμφανίζεται επιπλέον σε τόσες πολλές παραλλαγές που ο καθένας, είτε θα έχει κάποια μικρή ή μεγαλύτερη αυθαιρεσία στην ιδιοκτησία του, είτε θα είναι χρήστης κάποιου αυθαίρετου χώρου, είτε θα έχει κάποιον συγγενή, είτε θα γνωρίζει κάποιον φίλο που θα έχει κάποιο αυθαίρετο, θα έχει αποδεχτεί, θα έχει υπάρξει χρήστης, ή θα έχει συμμετάσχει οικονομικά και κοινωνικά, με άλλα λόγια, θα είναι μέρος με πολλούς τρόπους αυτού του άτυπου και πολυπρόσωπου θεσμού. Προκύπτει επομένως το ερώτημα, μήπως αυτό που ονομάζουμε αυθαίρετη δόμηση δεν είναι κάτι άλλο, παρά η αντανάκλαση της ενεργούς, άτυπης συμμετοχής του κάθε νεοέλληνα χρήστη στην συνεχή διαμόρφωση και νοηματοδότηση του χώρου9, (εν τέλει της κατοίκησης);
Αν εξετάσουμε την οικοδομική παράδοση της χώρας μας ιστορικά και σε ένα εύρος χρόνου, θα διαπιστώσουμε ότι η ‘αυθαίρετη δόμηση’ αποτελεί έναν σχετικά πρόσφατο χαρακτηρισμό ορισμένων πρακτικών παραγωγής κτισμένου χώρου που διατηρούν αρκετές συγγένειες με αντίστοιχους ιστορικούς μηχανισμούς που περιγράφονται ως ‘άτυπη’, ‘λαϊκή’ ‘οργανική’, ‘παραδοσιακή’, ‘τοπική’, κ.ο.κ. αρχιτεκτονική και χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης. Και είναι γεγονός ότι η άτυπη, ή ‘φυσική’, ή ‘οργανική’, κ.ο.κ. δόμηση αποτελεί όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά και διεθνώς, έναν αξιόλογο μηχανισμό παραγωγής ‘φυσικών οικισμών’ (organic settlements) με μεγάλη ιστορία και καταβολές από την προβιομηχανική εποχή που έχουν πρόσφατα διερευνηθεί και η πολυποίκιλη συμβολή τους από άποψη περιβαλλοντική, οικονομική, κοινωνική, κ.ά. έχει επανεκτιμηθεί. Μετά τα μέσα του 20ού αιώνα οι πρακτικές αυτές, που στο Μοντέρνο Κίνημα, δηλαδή στις αρχές του 20ού αιώνα, είχαν κατηγορηθεί, επανέρχονται στο προσκήνιο, γίνονται αντικείμενο έρευνας και αξιολογούνται πλέον θετικά. Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική, όπως και η αρχιτεκτονική των λαϊκών στρωμάτων, τα ‘παραπήγματα’ των φτωχών και τα προσφυγικά σπίτια, γίνονται αντικείμενο ανθρωπολογικής έρευνας10 και συμβάλλουν αισθητικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης αστικής θεωρίας11 και του αρχιτεκτονικού λεξιλογίου. Ας δούμε κάποια θετικά στοιχεία για τους αυθαίρετους οικισμούς που προκύπτουν από τα παραπάνω:
Όπως οι παραδοσιακοί οικισμοί, έτσι και οι αυθαίρετοι εμφανίζουν τοπικά μορφολογικά χαρακτηριστικά που συγκροτούν την ιδιαίτερη φυσιογνωμία τους, όπως ακανόνιστα οικόπεδα, μικρή κλίμακα, στενοί, καμπύλοι, ‘γραφικοί δρόμοι’ που αναπαράγουν φυσικές διαμορφώσεις και το ανάγλυφο του εδάφους, αδιέξοδα, ποικιλία υλικών κατασκευής, ευρηματικές λύσεις, πρόχειρης κατασκευής βοηθητικοί χώροι (αποθήκες), ιδιομορφία στις αρχιτεκτονικές επιλύσεις, κ.ο.κ. Η ιδιαίτερη φυσιογνωμία, η τοπική ταυτότητα, το ‘brand’ του τόπου, είναι σημαντικός αναπτυξιακός πόρος και συνεισφέρει ποικιλοτρόπως στην ευημερία των τόπων12.
Τόσο οι φυσικοί, όσο και οι αυθαίρετοι οικισμοί αποτελούν θύλακες συσσώρευσης και διατήρησης πολυποίκιλων ιστορικών, πολιτιστικών, κοινωνικών, ανθρωπολογικών στοιχείων. Πέρα από την τεχνογνωσία και τις παραδοσιακές τεχνικές που αφορούν σε πολλές κλίμακες και είδη κατασκευής, μεταφέρουν και άλλου είδους στοιχεία παράδοσης, όπως ο ‘παλιός’ τρόπος ζωής, οι καθημερινές δραστηριότητες, οι συλλογικές δράσεις, η έννοια της ‘γειτονιάς’, οι αυτο-ρυθμιζόμενες σχέσεις μεταξύ των κατοίκων, κ.ο.κ., στοιχεία όλα που τείνουν να εξαφανιστούν στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ως εκ τούτου, οι αυθαίρετοι οικισμοί των ‘εξοχικών σπιτιών’ δεν είναι, όπως υποστηρίζεται, μόνο δείγμα νεοπλουτισμού και ‘lifestyle’, αντιθέτως αντανακλούν σε πολλές περιπτώσεις την βαθύτερη ανάγκη του σύγχρονου κατοίκου της πόλης, επαρχιώτη και εσωτερικού μετανάστη, να πολεμήσει την κοινωνική αποξένωση της μεγαλούπολης και να μεταφέρει το βίωμα, και τον τρόπο ζωής στους προβιομηχανικού τύπου, αγροτικούς οικισμούς, στο νέο τόπο εγκατάστασής του (Simmel, 1993). Με απλά λόγια, το εξοχικό σπίτι είναι για πολλούς υπαρξιακά σημαντικό γιατί θυμίζει το χωριό και αποτελεί ενδεχομένως τον μοναδικό κρίκο σύνδεσης με αυτό.
Σύμφωνα με πρόσφατες επιστημονικές μελέτες, οι φυσικοί οικισμοί που έχουν προκύψει από μηχανισμούς παραγωγής κτισμένου χώρου -μέσω άτυπων διαδικασιών- εμφανίζουν χαρακτηριστικά πολύπλοκων συστημάτων13, τυπικές ιδιότητες των οποίων είναι η δράση που ξεκινά από τη βάση (bottom-up) σε τοπική κλίμακα (local scale), η συνέργεια και αυτο-οργάνωση των μερών που έχει ως αποτέλεσμα την ανάδυση (emergence) σε συνολική κλίμακα νέων ιδιοτήτων, την προσαρμοστικότητα στο περιβάλλον και την ανθεκτικότητα του συστήματος14 (Heylighen, 2008). Τα παραπάνω εξηγούν το πώς ορισμένοι τέτοιοι οικισμοί έχουν αποτελέσει ανθεκτικούς θύλακες και τοπικά οικοσυστήματα, όπου η συνέργεια φύσης και ανθρώπου έχει επιφέρει αμοιβαία οφέλη.
Με την πρόσφατη αλλαγή στις πρακτικές παραγωγής κτισμένου χώρου και τον λεγόμενο ‘εκσυγχρονισμό’, έγινε λοιπόν απότομα η αυθαίρετη δόμηση, ένας πρότερα επωφελής, μηχανισμός παραγωγής στέγης από τον απλό λαό, η εξαίρεση, το πρόβλημα, το λάθος, το κατακριτέο. Είναι γεγονός ότι δεν μπορείς να ξεριζώσεις ή και να μεταμορφώσεις μέσω ενός νομικού χαρακτηρισμού πρακτικές που έχουν διαμορφώσει ολόκληρες περιοχές, ολόκληρους τόπους, καθώς, όπως αποδεικνύεται, οι τόποι αποτελούν πυκνωτές πολυποίκιλων διεργασιών και αλληλεπιδράσεων, εκφράζουν παραδόσεις, κοινωνικές και οικονομικές δομές, μεταφέρουν ζωντανές παραδόσεις, ήθη και έθιμα, αντιπροσωπεύουν κουλτούρες, που χαρακτηρίζοντάς τες ως ‘περιθωριακές’, απλά κλείνεις τα μάτια στο πραγματικό πρόβλημα που είναι ο συμβιβασμός διαφορετικών προτύπων ζωής και η παραγωγή δίπολων, όπως η παράδοση και ο εκσυγχρονισμός, το παλαιό και το νέο, το συναίσθημα και η λογική, η Δύση και η Ανατολή, κ.ο.κ. (Ράμφος, 2010). Αντιθέτως, αποτελούν σήμερα αντικείμενο εκτεταμένης μελέτης οι μηχανισμοί ήπιας παρέμβασης στην πολεοδομική ανάπτυξη τέτοιων, φυσικών, άτυπων, ‘αυθαίρετων’ περιοχών. Οι στρατηγικές θετικής ή αρνητικής ανάδρασης, (positive / negative feedback, ενίσχυση, δηλαδή ή άμβλυνση τάσεων που εκδηλώνονται σε ένα πολύπλοκο πολεοδομικό σύστημα μέσω συμβουλευτικής ή ήπιων πολεοδομικών κανονιστικών διατάξεων), κερδίζουν έδαφος. Στην πόλη Pacific Grove στην Καλιφόρνια, για παράδειγμα, η αυθαίρετη δόμηση αντιμετωπίστηκε όχι ως πρόβλημα και περιορισμός, αλλά αντιθέτως ως μια ευκαιρία για ελεγχόμενη αστική ανάπτυξη ενσωματώνοντας τις δυναμικές της εκ των κάτωθεν (bottom-up) πολεοδόμησης. Στους κατοίκους δόθηκε η ευκαιρία να νομιμοποιήσουν τα αυθαίρετα κτίσματά τους, ενώ στους οικονομικά ασθενέστερους προσφέρθηκαν κίνητρα και οικονομική ενίσχυση ώστε να βελτιώσουν την κατασκευαστική ποιότητα των ακινήτων τους και να πληρούν τις προδιαγραφές τής εντός σχεδίου δόμησης και των ειδικών διατάξεων που διατυπώθηκαν για τις εν λόγω περιοχές (Σαμαράς, 2008). Με αυτό το σκεπτικό η αυθαίρετη δόμηση αντιμετωπίζεται εκ των υστέρων χωρίς ηθικούς χρωματισμούς (‘καλώς ή κακώς’ – ‘ό,τι έγινε έγινε’) ως ένα σύστημα που αφήνεται εν μέρει να δρα με τους δικούς του όρους αλλά με ελεγχόμενη παρέμβαση για την ομαλή, σταδιακή του ενσωμάτωση στο ευρύτερο σύστημα. Η πολεοδομία παραδέχεται ότι ο κεντρικός σχεδιασμός δεν είναι ο μοναδικός μηχανισμός ρύθμισης της οικιστικής ανάπτυξης του χώρου, ούτε τα σχέδια χρήσεων γης αποτελούν αυθεντία. Οι ιδιοκτήτες, αντί να αντιμετωπίζονται ως εγκληματίες και ένοχοι, καλούνται να αναλάβουν τις ευθύνες των πράξεων τους όχι τιμωρητικά, αλλά ενεργά και δημιουργικά, συνειδητοποιώντας τα οφέλη για εκείνους και για το περιβάλλον, με ρόλο συμμάχου και συνεργάτη, αντί για φταίχτη, ενάντιου και εχθρού.
Για να επανέλθουμε στη χώρα μας, η αυθαίρετη δόμηση προέκυψε ως ιδιαίτερος προσδιορισμός στην Ελλάδα κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, όταν εφαρμόστηκε ο πολεοδομικός και χωροταξικός σχεδιασμός σε μεγάλη κλίμακα15, λιγότερο από δύο δεκαετίες μετά την θέσπιση της πολεοδομικού σχεδιασμού σε Ευρώπη και Αμερική16, είχε επομένως πολύ μικρή απήχηση και ισχύ έναντι στις παραδοσιακές πρακτικές. Η περίοδος που ακολούθησε (από το 1923 έως το 198317) ήταν για την Ελλάδα μια πολυτάραχη εποχή πολέμων, μετανάστευσης, εξωτερικής και εσωτερικής, και κυρίως προσφυγιάς. Σε αυτή την περίοδο ουσιαστικά καθορίστηκαν νομικά οι προϋποθέσεις της εντός σχεδίου δόμησης, που ήρθαν να αντικαταστήσουν το παλαιότερο άτυπο καθεστώς οικοδομικής αυτοδιαχείρισης. Όμως, δεν ακολούθησε (δεν μπορούσε να υπάρχει) παράλληλη κατανόηση, αποδοχή και συμμόρφωση με τους νέους αυτούς όρους, καθώς η παράδοση της άτυπης δόμησης ήταν ο βασικός και μοναδικός μηχανισμός παραγωγής στέγης για αιώνες, κυρίως για τα λαϊκά στρώματα. Με την εσωτερική μετανάστευση στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ελλάδας οι κάτοικοι μικρών παραδοσιακών, ορεινών και νησιωτικών οικισμών μετέφεραν στο νέο τόπο τα ήθη και τις συνήθεις πρακτικές τους. Οι δε πολυάριθμοι πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής του 1922, που εγκαταστάθηκαν σε περιοχές (όπως η Ραφήνα και η Νέα Μάκρη), βρέθηκαν αντιμέτωποι με αντίξοες συνθήκες και ένα κράτος όχι πάντα με το μέρος τους, γεγονός που τους ανάγκασε να δράσουν και με δική τους πρωτοβουλία18. Οι άνθρωποι αυτοί όχι μόνο εφάρμοσαν ό,τι γνώριζαν, ώστε να επιβιώσουν, αλλά επίσης επηρέασαν τους γύρω τους να δράσουν με παρόμοιο τρόπο.
Το πρόβλημα με την αυθαίρετη δόμηση αρχίζει να γίνεται εμφανές τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα (στην Αττική και σε άλλα αστικά κέντρα) όταν ξεκινά η μαζική ανοικοδόμηση εξοχικών και αργότερα κύριων κατοικιών κοντά στις παραλίες και σε περιοχές φυσικού κάλλους. Το καθεστώς είναι κοινό και νομοθετικά ‘σαφές’ (εκτός σχεδίου), αλλά οι συνθήκες διαφορετικές για κάθε περίπτωση: δίπλα στον εντός σχεδίου οικισμό, με πανομοιότυπα χαρακτηριστικά βρίσκονται οικισμοί εκτός σχεδίου, στις παρειές των μεγάλων δρόμων η δόμηση είναι νόμιμη, ενώ απαγορεύεται σε ενδιάμεσα στενά, οι χαρακτηρισμοί των δρόμων αλλάζουν, το ίδιο και η εικόνα της νόμιμης δόμησης. Οι λόγοι ένταξης κάποιων περιοχών στο σχέδιο και ο αποκλεισμός άλλων δεν είναι πάντα εμφανείς, τα ερωτηματικά που εγείρονται πολλά, όπως και κάποιες αδικίες. Και καθώς αυτή η κατάσταση διαιωνίζεται, χωρίς κάποια οριστική λύση, αναρωτιέται κανείς μήπως τέτοιου είδους καταστάσεις διατηρούνται (σκοπίμως;) σε μια ασαφή, ενδιάμεση, αντιφατική κατάσταση, με σκοπό να υπάρχουν εύκαιροι οι ένοχοι που θα φορτώνονται τις ευθύνες, θα εξαγοράζονται ακριβά, αλλά μερικώς (και ποτέ απολύτως) οι ενοχές, θα γίνονται οι άνθρωποι υπόδουλοι πολιτικών διαβουλεύσεων, έρμαια της διαστρεβλωμένης κοινής γνώμης και αντικείμενα κοινωνικής κατακραυγής από συνανθρώπους τους που όμως, όπως προανέφερα, έχουν υπάρξει μέτοχοι και έχουν επωφεληθεί και οι ίδιοι από την κατάσταση που κατηγορούν. Το γραφικό ταβερνάκι στο Ζούμπερι19, η ταβέρνα του ‘Αη Γιάννη’ στην Αργυρά Ακτή, το καφέ ‘Μπαλκόνι’ στο Κόκκινο Λιμανάκι, τα εστιατόρια στο αισθητικό δάσος του Σκοινιά (επιτέλους, έζησα φέτος την πολυπόθητη απομάκρυνσή τους), τα κάμπινγκ, τα ξενοδοχεία, οι καφετέριες με κατασκευές αμφιβόλου νομιμότητας, πόσες φορές δεν στέγασαν τους Αθηναίους επισκέπτες (τους ίδιους που σήμερα κατηγορούν για δολοφόνους τους ιδιοκτήτες τους…). Πόσοι θα παραδεχτούν με ειλικρίνεια ότι πίσω από τις κατηγόριες γι’ αυτούς που μπλόκαραν με τείχη την πρόσβαση στις παραλίες κρύβεται και κάποιος φθόνος, πόσοι θα αναλάβουν την ευθύνη να εξομολογηθούν ότι είχαν κάποτε το κρυφό όνειρο να έχουν στην κατοχή τους ένα μικρό, προσωπικό παράδεισο μπροστά στη θάλασσα; Όλα αυτά είναι, πιστεύω, ανθρώπινα και δεν νομίζω ότι η λύση είναι να ψάχνουμε ενόχους και να κατηγορούμε, αντιθέτως θα πρέπει όλοι να μάθουμε να σεβόμαστε το όνειρο του διπλανού, να έχουμε κοινά όνειρα, να συνεργαζόμαστε, να θυσιάζουμε, να συνεισφέρουμε ένα τμήμα του προσωπικού μας ονείρου για την πραγματοποίηση του κοινού ονείρου, τώρα που πλέον αντιμετωπίσαμε την φρικτή εφιαλτική εκδοχή των μόνο προσωπικών και καθόλου κοινών ονείρων... δεν υπάρχουν πλέον δικαιολογίες…
Από όλα τα παραπάνω συνάγεται ως συμπέρασμα ότι η ‘αυθαίρετη δόμηση’, ένας πρόσφατος σε σχέση με την ιστορία του τόπου μας όρος που βασίζεται και εφορμά από μια πολύ παλαιότερη φυσική τακτική, αποτέλεσε μάλλον απότομα και επιφανειακά έναν τρόπο οριοθέτησης που δεν μπορούσε να αφορά και να καλύπτει όλες τις περιπτώσεις και η εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας έκτοτε, έγινε αγνοώντας τις ποικίλες κοινωνικές, ανθρωπολογικές, ιστορικές παραμέτρους, καθώς και τις δυναμικές της φυσικής, εκτός σχεδίου δόμησης. Η άτυπη δόμηση όμως αποτελεί πολύπλοκο φαινόμενο με πολλά συνυφασμένα παρακλάδια που συμπαρασύρουν και άλλα φαινόμενα, νοοτροπίες, ήθη, έθιμα, πολιτισμούς. Αντί να μελετηθεί δημιουργικά, αντιμετωπίστηκε αρνητικά με προκατάληψη με το χάραγμα μιας γραμμής που εγκαθίδρυσε σχέσεις κυριαρχίας και υποτέλειας, δημιούργησε θύτες και θύματα, ενόχους και κατήγορους και εγκατέστησε το περιθώριο με τις αναμενόμενες ψυχολογικές του αντιδράσεις: Ο περιθωριοποιημένος, ο παράνομος, ο αντισυστημικός, ο εκτός ομάδας στοχοποιήθηκε και εξαναγκάστηκε να δημιουργήσει δικές του δομές και νόμους ώστε να μην ισοπεδωθεί από το σύστημα (Dalal, 2007). Υπό αυτή την έννοια η τακτική της αυθαίρετης δόμησης, αποτέλεσε έναν τρόπο διαμαρτυρίας και συμμαχίας απέναντι στην εξουσία. Οι αυθαίρετοι οικοδόμοι ένιωθαν ότι υπερασπίζονταν την ‘τάξη’ τους απέναντι σε αυτούς που τους περιθωριοποίησαν.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, θα ήταν πιστεύω επωφελές σήμερα να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο που βλέπουμε την αυθαίρετη δόμηση και να εστιάσουμε στα θετικά, δυναμικά στοιχεία της, αναλαμβάνοντας όλοι μαζί την ευθύνη να συνεισφέρουμε ό,τι μας αναλογεί.
1. Το κείμενο αναδημοσιεύτηκε και στο left: https://left.gr/news/i-prosopiki-moy-martyria-apo-tin-pyrkagia-me-kapoies-endiaferoyses-proektaseis
2. Η καταστροφική και επίμονη φωτιά του 1978 ξεκίνησε τα ξημερώματα στις 27 Ιουλίου 1978 στον Νέο Βουτζά και έκαιγε καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
3. Ο οικοδομικός συνεταιρισμός Νέος Βουτζάς εντάχθηκε στο σχέδιο το 1969 με το ΠΕ9.
4. Σε αντίθεση με τον φτωχό Νέο Πόντο, ο Νέος Βουτζάς ήταν πολυπληθής και επιπλέον είχε τον πλούτο και την πολιτική δύναμη να ‘κινήσει τα νήματα’ για την ένταξη της περιοχής μας στο σχέδιο.
5. Ας σημειωθεί ότι ο ενεργός πληθυσμός του οικισμού τότε αριθμούσε γύρω στις 30 οικογένειες που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή από τη δεκαετία του ’30, ενώ ο συνολικός πληθυσμός του συνοικισμού (που είχε δικαίωμα ψήφου) αριθμούσε γύρω στους 300. Οι ‘γέροι’ που αποφάσισαν για την τύχη του οικισμού ουδέποτε επισκέφτηκαν την περιοχή, ούτε και την κατοίκησαν ποτέ.
6. Όλοι όσοι κτίσαμε στην περιοχή, είχαμε νόμιμα συμβόλαια και τα οικόπεδα που είχαμε, είτε ως μέλη του συνεταιρισμού, είτε ως αγοραστές οικοπέδων που ανήκαν στα μέλη, είχαν παραχωρηθεί στον συνεταιρισμό από το κράτος ως αποζημίωση για τα δεινά της μικρασιατικής καταστροφής.
7. Ο νόμος 1337/1983, γνωστός και ως ‘Νόμος Τρίτση’, που δυστυχώς ποτέ δεν υλοποιήθηκε πλήρως, με το δημοφιλές τότε διαφημιστικό σύνθημα «αν το δηλώσεις μπορείς να το σώσεις», προέβλεπε την προσωρινή νομιμοποίηση αυθαίρετων κτισμάτων, αλλά κυρίως στόχευε στην προστασία των ακτών με την θεσμοθέτηση ενός πλατιού μετώπου μπροστά στη θάλασσα, στο οποίο απαγόρευε τις περιφράξεις και ρύθμιζε τις μέγιστες διαστάσεις των ιδιοκτησιών. Όπως αναφέρει η Γ. Παπαγεωργίου, «η λογική του συγκεκριμένου σλόγκαν βρίσκει εφαρμογή σε ένα ευρύ πεδίο, από τις διαπροσωπικές σχέσεις μέχρι και πάσης φύσεως αδικήματα. Από τη στιγμή που κάποιο παράπτωμα ομολογείται, αναγνωρίζεται ως ελαφρυντικό και η αντιμετώπιση του παραβαίνοντος είναι ευνοϊκότερη» (Εφημερίδα ‘Η Αυγή’, 21–6–2018). Κατά την άποψή μου όμως, η ίδια λογική μπορεί να τοποθετήσει το άτομο σε μια θέση μειονεκτική, το καθιστά υπόλογο και συμμέτοχο σε μια κατάσταση που δεν μπορεί να ελέγξει, ενώ επαφίεται στην καλή διάθεση, πρόνοια και έλεος του κράτους. Επιπλέον, δεν είναι ξεκάθαρο το ποια ακριβώς είναι τα όρια της ευθύνης και των υποχρεώσεων του ατόμου.
8. Σύμφωνα με το άρθρο 22 του ΓΟΚ, ως αυθαίρετη κατασκευή προσδιορίζεται η κατασκευή χωρίς νόμιμη άδεια, ή με παράβασή της και η υπέρβαση πολεοδομικών διατάξεων. Η παράβαση μπορεί να αφορά σε πολεοδομικούς, κτιριολογικούς, ή περιβαλλοντικούς κανονισμούς και διατάξεις. Αυθαίρετα κτίσματα μπορεί να βρίσκονται σε εντός και εκτός σχεδίου περιοχές και σε ζώνες ειδικού χαρακτηρισμού, όπως δασικές και αιγιαλού. Η αυθαίρετη δόμηση δύναται να προσδιοριστεί ως πρωταρχικός μηχανισμός άτυπης πολεοδομικής επέκτασης των πόλεων και απόκτησης κατοικίας. Ως κύρια προβλήματα της αυθαίρετης δόμησης και των αυθαίρετων οικιστικών συνόλων αναφέρονται η μειωμένη ποιότητα των κατασκευών, οι ελλείψεις σε υποδομές και υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και η απουσία κανονισμών χρήσης γης (Σαμαράς, 2008).
9. Ο χώρος εκτός από αρχιτεκτονική κατασκευή, αποτελεί προϊόν πολύπλοκων κοινωνικών διαδικασιών και κυρίως πεδίο βιωμάτων. Σύμφωνα με τον Lefebvre (1991) –στο έργο του The Production of Space, η αδυναμία σύλληψης της πολύπτυχης λειτουργίας του χώρου έχει ως αποτέλεσμα να αντιμετωπίζεται αυτός ως ένα ομοιογενές και αφηρημένο νοητικό κατασκεύασμα και να σχεδιάζεται αντιστοίχως. Ο χώρος όμως αποτελεί ένα δοχείο εμπειριών, το οποίο ως επί το πλείστον διαμορφώνεται και νοηματοδοτείται από τις δράσεις και τακτικές οικειοποίησης των χρηστών του (Yiannoudes, 2015).
10. Bλέπε, για παράδειγμα, την εξαιρετική ανθρωπολογική έρευνα της Renée Hirschon για τον οικισμό ‘Γερμανικά’ στην Κοκκινιά, τις μελέτες για τα σπίτια στο Πέραμα της σχολής αρχιτεκτόνων μηχανικών του ΕΜΠ, και την μελέτη της Α. Βρυχέα για τα προσφυγικά της Θήβας.
11. Στην Ελλάδα (Λεοντίδου, 1989, Νικολαϊδου, 1993), αλλά και διεθνώς ήδη από την δεκαετία του ’60 εμφανίζονται διάφορα κείμενα που επαινούν την άτυπη αρχιτεκτονική (Ventury et al., 1972).
12. Να επισημανθεί εδώ ότι τα παραπάνω χαρακτηριστικά δεν είναι πάντα εμφανή, αλλά πολλά ενυπάρχουν ως δυνατότητες που με την κατάλληλη ενίσχυση μπορούν να αναδειχτούν. Έτσι, δεν είναι και τόσο προφανές, για παράδειγμα, ότι οι αυθαίρετοι οικισμοί της Ανατολικής Αττικής χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη φυσιογνωμία, αντιθέτως κυριαρχεί η άποψη ότι στερούνται φυσιογνωμίας, ότι αναπαράγουν επιφανειακά πρότυπα ή ότι είναι ακόμη και κιτς. Όμως, η αντίληψη αυτή είναι, πιστεύω, επηρεασμένη από τα πολιτιστικά πρότυπα αυτών που κρίνουν, καθώς πολλοί ταξιδιώτες, επισκέπτες από άλλες χώρες, αυτών των περιοχών, θαυμάζουν κάποια χαρακτηριστικά που σε εμάς φαίνονται ασήμαντα.
13. Η συσχέτιση αυτή ξεκινά σε Ευρώπη και Αμερική τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα και σήμερα αποτελεί ένα αναπτυσσόμενο πεδίο έρευνας (βλέπε, για παράδειγμα, Batty & Longley, 1995).
14. Η συνέργεια, η ανταλλαγή, δηλαδή, πληροφορίας μεταξύ των μερών του συστήματος έχει ως αποτέλεσμα να γίνεται αμοιβαία ανταλλαγή προτύπων και προσαρμογή του ενός μέρους στο άλλο. Σταδιακά αναπτύσσονται δεσμοί και πρότυπα που επαναλαμβάνονται σε πολλές κλίμακες, προσδίδοντας στο σύστημα συνοχή και ανθεκτικότητα.
15. Με το διάταγμα 17.7.1923 «Περί Σχεδίων Πόλεων, Κώμων και Συνοικιών του Κράτους και οικοδομής αυτών» καθορίζονται τα όρια των πόλεων (οικισμών εντός σχεδίου με ρυμοτομικό σχέδιο, των υφιστάμενων και νεοσύστατων οικισμών).
16. Το 1909 θεσμοθετούνται επίσημα στην Αγγλία η πολεοδομική μελέτη και ο σχεδιασμός μέσα από την Town and Country Planning Act, ενώ ακολουθεί η Αμερική λίγο αργότερα με την ίδρυση πανεπιστημιακού τμήματος πολεοδομίας (1924). Γενικότερα ο χαρακτηρισμός ‘εντός’ και ‘εκτός’ σχεδίου εμφανίζεται διεθνώς στις αρχές του 20ου αιώνα.
17. Όπως, για παράδειγμα, η θέσπιση του νόμου 410/1968 «Περί αυθαίρετων οικοδομικών κατασκευών» και αργότερα των νόμων που αφορούσαν στην εκτός σχεδίου πόλεως δόμηση του 1973 και 1974, μέχρι τον νόμο Τρίτση του 1983.
18. Οφείλουμε εδώ να διευκρινίσουμε ότι ειδικότερα στην περίπτωση της Ανατολικής Αττικής, που αποτελεί τον τόπο–έναυσμα της παρούσας εξιστόρησης, ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων και αυθαίρετων οικοδόμων είναι πρόσφυγες και απόγονοι προσφύγων που τους παραχωρήθηκαν γαίες προς εκμετάλλευση (αγροτική και οικιστική) από το κράτος, όπως οι Τριγλιώτες από την Τρίγλια στην Ραφήνα ή οι Λεβισιώτες από το Λιβίσι της Μικράς Ασίας (Πιστικίδης, 1985), (Δελησάββας, 2010).
19. Αναφέρομαι στην ελληνική ταινία «Τα κίτρινα γάντια» του Α. Σακελάριου, 1960.
Συνοπτική βιβλιογραφία
Alexander, C. (1965). A city is not a tree. Ανάκτηση από Graduate Institute of Building & Planning, National Taiwan Univerisity: http://www.bp.ntu.edu.tw/wp-content/uploads/2011/12/06-Alexander-A-city-is-not-a-tree.pdf
Batty, M., & Longley, P. (1994). Fractal Cities. A Geometry of Form and Function. London: Academic Press Limited.
Boyer, C. (1994). The City of Collective Memory: its historical imagery and architectural entertainments. Cambridge, Mass: The MIT Press.
Dalal, F. (2007). Η Ομαδική Ανάλυση μετά τον S. H. Foulkes. Αθήνα: Κανάκη.
Heylighen, F. (2008). “Complexity and Self-organization”. Στο M. Bates, & M. Maack (Επιμ.), Encyclopedia of Library and Information Sciences. Taylor & Francis.
Hirschon, R. (2004). Κληρονόμοι της μικρασιατικής καταστροφής. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
Lefebvre, H. (1991). The Production of Space. Blackwell.
Simmel, G. (1993). Πόλη και ψυχή (Die Großstädte und das Geistesleben). Έρασμος.
Sitte, C. (1889). City Planning According to Artistic Principles. (G. Collins, & Collins, Μεταφρ.) New York: Random House.
Venturi, R., Scott Brown, D., & Izenour, S. (1972). Learning from Las Vegas. Cambridge MA: MIT Press.
Yiannoudes, S. (2015, June). Actor-networks in Le Corbusier’s housing project at Pessac. Fusion, no. 6.
Αραβαντινός, Α. (1993). Πολεοδομικός Σχεδιασμός. Θέματα από τη θεωρία και την πρακτική. Αθήνα: Εκδόσεις Συμμετρία.
Βρυχέα, Α. (1992). Συμμετοχικός σχεδιασμός στον προσφυγικό συνοικισμό στη Θήβα: ένας χρόνος έρευνας - δράσης 1990-1991. (Χ. Δωρή, Μεταφρ.) Θήβα: John Bicknell.
Δελησάββας, Μ. (2010). Η ιστορία της Νέας Μάκρης Αττικής (1923-1990). Αθήνα: Λεξίτυπον.
Λεοντίδου, Λ. (1989). Πόλεις της σιωπής. Αθήνα: Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ.
Νικολαΐδου, Σ. (1993). Η κοινωνική οργάνωση του αστικού χώρου. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.
Πιστικίδης, Θ. (1985). Ριζώματα Βιώματα Παθήματα Αληθινές Ιστορίες Ραφήνα.
Ράμφος, Σ. (2010). Το αδιανόητο τίποτα: Φιλοκαλικά ριζώματα του νεοελληνικού μηδενισμού. Αθήνα: Αρμός.
Σαμαράς, Γ. (2008). Η αυθαίρετη δόμηση στην Ελλάδα: προσδιορισμοί, παράγοντες και ιστορική εξέλιξη. Βόλος: Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης.
Στεφάνου, Ι. (2001). Η φυσιογνωμία ενός τόπου. Ο χαρακτήρας της ελληνικής πόλης τον 21ο αιώνα. Αθήνα: ΕΜΠ και ΥΠΕΧΩΔΕ.
Τσακίρη, Ε. (2018). Από την πολλαπλότητα στην πολυπλοκότητα. Η εικόνα της πόλης στις αναπαραστάσεις της. Διδακτορική Διατριβή. Αθήνα: Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.
Φιλιππίδης, Δ. (1984). Νεοελληνική αρχιτεκτονική. Αθήνα: Μέλισσα.
*H Ευφροσύνη Τσακίρη είναι αρχιτέκτων - μηχανικός, πολεοδόμος (ΕΜΠ, UCL).