Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων φτάνει η υπόθεση της Μανωλάδας έπειτα από προσφυγή 42 θυμάτων, αναγνωρισμένων ή μη, μεταναστών από το Μπαγκλαντές, εργατών γης, και η χώρα μας καλείται να απολογηθεί για παράβαση του άρθρου 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (απαγόρευση της δουλείας και της καταναγκαστικής εργασίας).
Μιλάμε για αναγνωρισμένα και μη αναγνωρισμένα θύματα, καθώς θυμίζουμε ότι κατά την προδικασία η αστυνομία πήρε κατάθεση και θεώρησε ότι ήταν θύματα μόνο οι 35 εργάτες που μεταφέρθηκαν στο κέντρο υγείας, με συνέπεια όσοι ήταν πιο ελαφρά τραυματισμένοι και δεν αναζήτησαν ιατρική βοήθεια να μην καταγραφούν καν στη δικογραφία καν ως θύματα.
Όπως σημειώνει το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (ΕΣΠ), το οποίο έχει αναλάβει την προσφυγή και το οποίο συμμετείχε στην ομάδα της πολιτικής αγωγής και στα ελληνικά δικαστήρια, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αναμένεται να εξετάσει την προσφυγή μετά τις 20 Δεκεμβρίου και πρόκειται για την πρώτη φορά που η χώρα μας φτάνει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για το συγκεκριμένο άρθρο και η πρώτη υπόθεση σε ευρωπαϊκό επίπεδο που αναφέρεται σε ένα τόσο μεγάλης κλίμακας φαινόμενο καταναγκαστικής εργασίας.
Τέσσερις διεθνείς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ένα ακαδημαϊκό ίδρυμα έκαναν παρέμβαση τρίτου στη δίκη, όπως τονίζει το ΕΣΠ. Οι ελληνικές αρχές καλούνται έως τις 20 Ιανουαρίου 2016 να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την παράβαση των θετικών υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 4.
Για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των φαινομένων αυτών απαιτείται νομοθετική παρέμβαση και ορθή εφαρμογή στη πράξη ενός σχεδίου δράσης για την αποτροπή των χειρότερων μορφών της καταναγκαστικής εργασίας, την τιμωρία των δραστών και την προστασία των θυμάτων, καταλήγει το ΕΣΠ, προσθέτοντας πως ελπίζουν η προσφυγή να αποτελέσει ένα πρώτο βήμα στην προσπάθεια για την αποκατάσταση της νομιμότητας και την αποτροπή μελλοντικών «Μανωλάδων».
Η εκδίκαση αλλά και η προανάκριση της υπόθεσης της Μανωλάδας είχε αναδείξει πολλές παθογένειες της ελληνικής Δικαιοσύνης οδηγώντας στην αθώωση των ηθικών και φυσικών λειτουργών, απόφαση που είχε επικυρωθεί και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος είχε κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος να ασκηθεί αναίρεση κατά της ομόφωνης αθωωτικής ετυμηγορίας που είχε ξεσηκώσει αντιδράσεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η αθωωτική ετυμηγορία άφησε τα θύματα χρεωμένα, καθώς σε αυτούς εκδικάστηκαν τα δικαστικά έξοδα!
Η καλή ημέρα όμως για την υπόθεση αυτή φάνηκε από την αρχή, όταν, αντί να αναλάβει την προανάκριση το ειδικό τμήμα anti-trafficking της ΓΑΔΑ, την ανέλαβαν οι τοπικές αρχές, οι οποίες στη δικογραφία κατέγραψαν ως θύματα μόνο όσους πήγαν στο κέντρο υγείας, με αποτέλεσμα οι παρακολουθούντες τη δίκη να γίνουν μάρτυρες της παγκόσμιας πρωτοτυπίας, σύμφωνα με την οποία η ιδιότητα του θύματος trafficking λόγω εργασιακής εκμετάλλευσης συνδεόταν αποκλειστικά με το τυχαίο περιστατικό του τραυματισμού του από τα σκάγια των πυροβόλων όπλων των επιστατών.
Ένα ακόμα από τα highlights της υπόθεσης ήταν ότι η εξέταση των θυμάτων δεν έγινε από ανεξάρτητους διερμηνείς, αλλά από άλλους εργαζομένους των κατηγορουμένων, καθώς επίσης και ότι δεν εξασφαλίστηκε η προστασία των θυμάτων, που κατήγγειλαν ακόμα και κατά τη διάρκεια της δίκης απειλές εναντίον τους.
Ε. ΖΩΤΟΥ