«Σιγά τα δίφραγκα». Σε αυτή την απαξιωτική φράση συνοψίζεται η πρώτη γραμμή άμυνας της κυβέρνησης απέναντι στην εκρηκτική κλιμάκωση του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, στο οποίο εμπλέκεται πλέον ένα μεγάλο πλήθος βουλευτών της ΝΔ και υπουργών της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Με το νέο του διάγγελμα, ο ίδιος δεν έκανε κανέναν σοφότερο και επιχείρησε να εμφανίσει μια θεσμικότητα που, ωστόσο, δεν διαθέτει ούτε αυτός ούτε η κυβέρνησή του. Λες και δεν έχει συνειδητοποιήσει την σοβαρότητα της κατάστασης.
Η δεύτερη γραμμή άμυνας είναι ότι αυτή η κυβέρνηση έπραξε τα δέοντα για να χτυπηθεί η «διαχρονική παθογένεια» στον Οργανισμό. Και μόλις κοπάσουν τα γέλια από αυτή τη δήλωση, αναφέρουν πόσο μείωσαν, -έπειτα από μόνο επτά ολόκληρα χρόνια προσπάθειας των «αρίστων»- τον χρόνο απονομής των συντάξεων. Τα κυβερνητικά στελέχη εμφανίζονται στα κανάλια δίνοντας όλο και περισσότερο την εικόνα μιας απεγνωσμένης μάχης πολιτικής επιβίωσης, όχι τόσο προσωπικής όσο κομματικής.
Ας αφήσουμε στην άκρη τις δημοσκοπήσεις με τα «30άρια», που κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει πώς προκύπτουν, την ώρα που καταγράφονται υψηλά ποσοστά απογοήτευσης από την κυβερνητική πολιτική και απόρριψης των μέτρων της. Ίσως φταίει η διάχυτη αίσθηση ότι απουσιάζει μια πειστική εναλλακτική πρόταση. Κι εδώ οι προοδευτικές δυνάμεις οφείλουν να μετρήσουν τις ευθύνες τους και να επανεξετάσουν την τακτική τους.
Το ερώτημα, ωστόσο, είναι αν υπάρχει κάποιο όριο πολιτικής ανοχής στην ελληνική κοινωνία. Αν υπάρχει, η κυβέρνηση φαίνεται να το έχει πλησιάσει επικίνδυνα. Τίποτα δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο στις επόμενες εκλογές, που σημαντικά συμπολιτευόμενα ΜΜΕ, όπως η «Καθημερινή», σχεδόν εκλιπαρούν τον κ. Μητσοτάκη να προκηρύξει το συντομότερο.
Το ζητούν κόμματα της αντιπολίτευσης όπως ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και το ΠΑΣΟΚ, προφανώς το εξετάζει και ο πρωθυπουργός, αλλά σε κάθε περίπτωση, όταν αυτές προκηρυχθούν, δεν θα δούμε κάποια «καθώς πρέπει» πολιτική αντιπαράθεση. Δεν θα δούμε την κυβέρνηση να προτάσσει απλώς τους θετικούς οικονομικούς δείκτες των οίκων αξιολόγησης, οι οποίοι παραπέμπουν στην ευημερία των καρτέλ. Δεν θα μιλήσει μόνο για τη μείωση της ανεργίας - με μισθούς πείνας, εξοντωτικά ωράρια και 13ωρα- ή για την ψηφιακή πρόοδο και άλλα «θαυμαστά» επιτεύγματα, που στην πράξη δεν απαντούν στην αγωνία πολλών πολιτών για το πώς θα «βγει» η επόμενη εβδομάδα.
Θα τα κάνει κι αυτά. Όμως εδώ δεν μιλάμε απλώς για μια εκλογική αναμέτρηση με στόχο την πρωτιά ή την αυτοδυναμία. Μιλάμε για μια μάχη με πολύ βαρύτερα διακυβεύματα: για την αποφυγή ποινικών ευθυνών, σύμφωνα τουλάχιστον με τις πρώτες ενδείξεις από τις διαρροές των νέων δικογραφιών για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, και για την αποτροπή ενδεχόμενου πολιτικού διασυρμού του ίδιου του πρωθυπουργού, αν όχι τίποτα περισσότερο.
Όπως και στο παρελθόν, θα επιστρατευτούν επικοινωνιολόγοι από τις ΗΠΑ, θα δαπανηθούν εκατομμύρια ευρώ για δέσμευση διαφημιστικού χώρου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θα ακουστούν «τέρατα», όπως ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ έφερε τα μνημόνια και χρεοκόπησε τη χώρα». Φαιδρά, αλλά αναμενόμενα να συμβούν, και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό.
Από την άλλη πλευρά βρίσκονται οι πολίτες. Αν βάλει κανείς στη σειρά τη διαρκή ακρίβεια -που αποτελεί και το κυρίαρχο πρόβλημα-, την ευρύτερη οικονομική πίεση, την καταιγίδα των σκανδάλων, την κυβερνητική αλαζονεία, τον αυταρχισμό απέναντι στη νεολαία και το γενικευμένο αδιέξοδο που γίνεται όλο και πιο αισθητό, καταλήγει σε ένα ακραίο φαινόμενο απαξίωσης του πολιτικού συστήματος και βαθιάς δυσπιστίας απέναντι στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, των θεσμών και της ίδιας της δημοκρατίας. Οι προκλήσεις είναι μεγάλες.
Μια άλλη κυβέρνηση, σε μια άλλη χώρα, θα είχε ήδη καταρρεύσει. Όμως για την ανατροπή μιας κυβέρνησης, ακόμη και όταν είναι βυθισμένη στα σκάνδαλα και στην πολιτική ανυποληψία, δεν αρκεί η απαίτηση της αντιπολίτευσης. Προϋποθέτει ενεργή λαϊκή βούληση.
Θα βγει η κοινωνική πλειοψηφία στους δρόμους για όσα συμβαίνουν σε βάρος της; Θα στηρίξει μια ουσιαστική σύγκλιση των διάσπαρτων δυνάμεων και προσωπικοτήτων του αριστερού και προοδευτικού χώρου; Θα εκφράσει καθαρά τη βούλησή της για μια ενωτική προσπάθεια, με συγκεκριμένες δεσμεύσεις και ειλικρινείς απαντήσεις τόσο για τα άμεσα όσο και για τα μακροπρόθεσμα;
Οι μέρες είναι κρίσιμες και απαιτούν από όλους να αναδείξουν τον καλύτερο εαυτό τους. Κάθε τι λιγότερο θα είναι πίσω από τις ανάγκες της κοινωνίας και τις περιστάσεις.