Live τώρα    
Η νεοφιλελεύθερη επίθεση και η φοιτητική αντίσταση στην Αλβανία
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η νεοφιλελεύθερη επίθεση και η φοιτητική αντίσταση στην Αλβανία

Του Arlind Qori*

Το φθινόπωρο του 2013 βρήκε την Αλβανία με μια νέα κυβέρνηση, με επικεφαλής το λεγόμενο Σοσιαλιστικό Κόμμα. Πολύ σύντομα φάνηκε ότι αυτή δεν είχε καμία διαφορά με την προηγούμενη κυβέρνηση, αλλά και καμία σχέση με τις σοσιαλδημοκρατικές και προοδευτικές αρχές. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους, η κυβέρνηση όρισε μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων, η οποία επιφορτίστηκε με τη μεταρρύθμιση της αλβανικής ανώτατης εκπαίδευσης σύμφωνα με τις νεοφιλελεύθερες αρχές.

Αγανακτισμένοι με όλο αυτό που δρομολογούνταν για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, μια μικρή ομάδα ακτιβιστών συγκεντρώθηκε στη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου των Τιράνων. Ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που, δύο χρόνια πριν, είχαν εκφράσει την αντίθεσή τους σε μια παρόμοια μεταρρύθμιση, που προωθούσε η κυβέρνηση του Δημοκρατικού Κόμματος. Ύστερα από μια σειρά διαφωτιστικών διαβουλεύσεων, στις αίθουσες και τις αυλές των σχολών, το «Κίνημα για το Πανεπιστήμιο» διαμόρφωσε τη φυσιογνωμία του. Το Κίνημα για το Πανεπιστήμιο στηρίζει τη δράση του σε δύο πυλώνες: όσον αφορά το περιεχόμενο του σχεδιασμού, το κίνημα αγωνίζεται για ένα αυτόνομο από κρατικές και επιχειρηματικές παρεμβάσεις πανεπιστήμιο. Ένα πανεπιστήμιο όπου οι αδύναμοι οικονομικά φοιτητές θα λαμβάνουν υποτροφίες, για να καλύπτουν τις ανάγκες διαβίωσής τους. Όπου θα διαμορφώνεται η κριτική σκέψη και θα ενθαρρύνονται πιο χειραφετικές πρακτικές. Όπου φοιτητές και καθηγητές θα θεωρούνται ισότιμοι συν-διαμορφωτές του πανεπιστημίου. Ένα πανεπιστήμιο στο οποίο δεν θα υπάρχει καμία μορφή ρατσισμού, σεξισμού ή οποιασδήποτε άλλης διάκρισης. Όσον αφορά την οργανωτική λειτουργία του κινήματος, αυτή βασίζεται στις αρχές της άμεσης δημοκρατίας.

Όμως, η μεταρρύθμιση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση βασίστηκε κι αυτή στους δικούς της πυλώνες. Πρώτα απ’ όλα, μετέτρεπε τα δημόσια πανεπιστήμια σε οικονομικά ανασφαλείς θεσμούς. Πράγματι, το κράτος δεν παραιτούνταν από τη μερική χρηματοδότηση των δημόσιων πανεπιστημίων. Ωστόσο, προκειμένου να επιβιώσουν, τα τελευταία έπρεπε να βασίζονται όλο και περισσότερο στα δίδακτρα των φοιτητών και στα κεφάλαια που απορροφώνταν από ιδιωτικούς φορείς. Προτείνονταν, λοιπόν, όχι μόνo κοινά ερευνητικά προγράμματα με ιδιωτικές επιχειρήσεις, αλλά και η διαφήμιση διαφόρων εμπορικών σημάτων εντός του πανεπιστημίου. Αυτό θα μετέτρεπε το Πανεπιστήμιο από χώρο διαμόρφωσης κριτικής σκέψης σε διαφημιστικό έλος. Θα το μετέτρεπε, δηλαδή, σε κάτι το οποίο δεν θα είχε καμία σχέση με την αλήθεια και το δημόσιο συμφέρον.

Ο δεύτερος πυλώνας της νεοφιλελεύθερης μεταρρύθμισης ήταν η ισότιμη οικονομική μεταχείριση δημόσιων και ιδιωτικών πανεπιστημίων από το κράτος. Με την προσδοκία τα ιδιωτικά πανεπιστήμια να ανταγωνίζονται με τα δημόσια για τις ίδιες επιχορηγήσεις. Κάτι τέτοιο, βέβαια, θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην ένδεια των δημόσιων πανεπιστημίων και στη μεγαλύτερη αποξένωσή τους από την αποστολή τους. Και ενώ η κυβέρνηση υποστηρίζει πως είχε λάβει το μοντέλο από τις μεταρρυθμίσεις των Νέων Εργατικών του Τόνι Μπλερ, η αλήθεια είναι ότι το μοντέλο μιμούνταν το χείριστο δυνατό: το ανοιχτά νεοφιλελεύθερο μοντέλο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης στη Χιλή, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Αουγκούστο Πινοσέτ.

Τρίτον, η κυβέρνηση στόχευε στο να υπονομεύσει και τη λιγοστή αυτονομία και δημοκρατία που παρέμεναν ζωντανές στο δημόσιο πανεπιστήμιο. Αφ’ ενός, στόχευε στο να αναλάβει εξ ολοκλήρου τον έλεγχο της διοίκησης των πανεπιστημίων, εφόσον τα διοικητικά συμβούλια θα ελέγχονταν από τους διορισμένους της κυβέρνησης. Και αφετέρου, το ποσοστό στο οποίο μετρούσε η ψήφος των φοιτητών, στην εκλογή των διοικητικών αρχών του πανεπιστημίου, μειώθηκε στο ήμισυ, από 20% σε 10%. Κάτι τέτοιο αποτελούσε έναν επιπλέον παράγοντα για τη μετατροπή του φοιτητή σε κοινό πελάτη, που δεν έχει καμία δυνατότητα λήψης αποφάσεων εντός του πανεπιστημίου.

Η νεοφιλελεύθερη μεταρρύθμιση, η οποία έγινε νόμος το Σεπτέμβριο του 2015, βρήκε απέναντί της ένα μεγάλο κομμάτι της πανεπιστημιακής κοινότητας: φοιτητές, καθηγητές, πανεπιστημιακά φόρουμ, αλλά και πολλές προσωπικότητες του δημόσιου βίου. Οι μόνοι που στάθηκαν στο πλευρό της κυβέρνησης ήταν οι ιδιοκτήτες των κερδοφόρων ιδιωτικών πανεπιστημίων και ένας μικρός αριθμός υπαλλήλων των τελευταίων. Ήταν ηλίου φαεινότερον ποια ήταν τα συμφέροντα που εξυπηρετούσε αυτός ο νόμος.

H μεγαλύτερη και η πιο καλά οργανωμένη δύναμη, που βρέθηκε απέναντι από την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, κατά τη διάρκεια των ετών 2014-2015, ήταν οι φοιτητές και οι καθηγητές του Κινήματος για το Πανεπιστήμιο. Μόνο κατά τη διάρκεια του 2015 διοργανώθηκαν 7-8 διαμαρτυρίες, στις οποίες συμμετείχαν χιλιάδες φοιτητές και καθηγητές. Ωστόσο, η κυβέρνηση παρέμεινε αμετακίνητη στα σχέδιά της.

Το Νοέμβριο του 2015, ο πρωθυπουργός Έντι Ράμα προσκλήθηκε σε ένα αμφιθέατρο της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών, από μια ένωση επιχειρηματιών. Η εν λόγω ένωση -όντας εντός του πνεύματος εμπορευματοποίησης του νόμου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση- νοίκιασε μια πανεπιστημιακή αίθουσα (διακόπτοντας το μάθημα). Οι ακτιβιστές του Κινήματος για το Πανεπιστήμιο καλωσόρισαν τον Ράμα στην αυλή της σχολής πετώντας του αυγά, για να δείξουν ότι δεν ήταν ευπρόσδεκτος. Τότε οι σωματοφύλακες και οι αστυνομικοί που τον συνόδευαν αντέδρασαν βίαια, χτυπώντας φοιτητές και φοιτήτριες εντός του πανεπιστημίου, παραβιάζοντας καταφανώς το νόμο.

Η μεγάλη φλόγα, όμως, της φοιτητικής αντίστασης άναψε αυθόρμητα τις πρώτες ημέρες του Δεκεμβρίου. Εξοργισμένοι, από μια κυβερνητική απόφαση, που επέβαλε ποινές-πρόστιμα για τις επαναληπτικές εξετάσεις, δεκάδες χιλιάδες φοιτητές κατέκλυσαν το χώρο μπροστά από το Υπουργείο Παιδείας. Για δυόμισι εβδομάδες τράνταξαν συθέμελα όχι μόνο την κυβέρνηση, αλλά και ολόκληρο το αλβανικό πολιτικό σύστημα. Τα αιτήματά τους αναπτύχθηκαν και ριζοσπαστικοποιήθηκαν τάχιστα. Ήταν η δημόσια δωρεάν εκπαίδευση, η πανεπιστημιακή δημοκρατία, οι επενδύσεις σε πανεπιστημιακές υποδομές, η τιμωρία της διαφθοράς των πανεπιστημιακών καθηγητών κλπ. Σε όλα αυτά (τα αιτήματα) η κυβέρνηση αναγκάστηκε να απαντήσει. Και απάντησε πολύ αργά και με πολύ λίγα. Λόγου χάριν, συμφώνησε να μειώσει τα δίδακτρα των προπτυχιακών σπουδών, αλλά όχι των μεταπτυχιακών. Ενώ, αρνήθηκε να αυξήσει σοβαρά τον προϋπολογισμό της εκπαίδευσης, να αυξήσει το ποσοστό της ψήφου των φοιτητών (στην εκλογή των διοικητικών αρχών), να ακυρώσει το νόμο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση κ.ο.κ. Λόγοι οι οποίοι αρκούν για τη συνέχιση και τη ριζοσπαστικοποίηση των κινητοποιήσεων -όπως και συμβαίνει αυτές τις μέρες- όπου οι φοιτητές έχουν περάσει από τις κινητοποιήσεις στην πλατεία στην κατάληψη των σχολών.

Για να έχουμε μια συνολική θεώρηση του φαινομένου, όμως, πρέπει να πούμε ότι η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν είναι μια μεμονωμένη περίπτωση, αλλά συστατικό στοιχείο ενός συνόλου νεοφιλελεύθερων μέτρων, που έχουν ληφθεί από τη «σοσιαλιστική» κυβέρνηση. Εκτός ίσως από τη φορολογική μεταρρύθμιση, οποιαδήποτε άλλη μεταρρύθμιση είχε ως στόχο το να πλουτίσει περισσότερο η οικονομική ολιγαρχία και να χτυπηθούν οι εργαζόμενοι, οι φτωχοί και η μεσαία τάξη.

Η επίθεση ξεκίνησε με την κατάργηση του σιωπηρού κοινωνικού συμβολαίου που είχε επικρατήσει στην Αλβανία από το 1992. Όλες οι κυβερνήσεις είχαν εργαστεί για τη δημιουργία και την ενίσχυση του μεγάλου κεφαλαίου, αλλά παράλληλα είχαν αφήσει και ένα μικρό χώρο για να ανασάνουν όλοι οι υπόλοιποι. Έτσι, αν και το μεγάλο κεφάλαίο έπαιρνε τη μερίδα του λέοντος από την ιδιωτικοποίηση των επιχειρήσεων και των περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου, γίνονταν ανεκτές και άτυπες μορφές απόκτησης ενός μικρού μέρους του δημοσίου πλούτου και χώρου από τους φτωχότερους. Με την άφιξη του Σοσιαλιστικού Κόμματος στην εξουσία, η κάνουλα για τους φτωχότερους τελικά έκλεισε.

Με τη μεταρρύθμιση στον ενεργειακό τομέα, η κυβέρνηση προχώρησε σε μια σκληρή εκστρατεία κατά της μη πληρωμής της ηλεκτρικής ενέργειας. Μέχρι τότε, υπήρχε ανοχή, ώστε χιλιάδες φτωχές οικογένειες να πληρώνουν -παράτυπα-λιγότερο από το ρεύμα που καταναλώνουν. Με τη νέα επίθεση, η οποία συνοδεύτηκε με την αύξηση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος, η πρόσβαση στο αγαθό της ηλεκτρικής ενέργειας κόπηκε σε όλους αυτούς τους ανθρώπους και, στις περιπτώσεις που γίνονταν παράνομες συνδέσεις, ο νόμος οδηγούσε στη φυλακή. Πολλοί φτωχοί οικογενειάρχες έχουν αυτοκτονήσει στη φυλακή εξαιτίας της αδυναμίας παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στην οικογένειά τους. Κάτι που συμβαίνει αυτή τη στιγμή και με την κατανάλωση και την τιμή του πόσιμου νερού. Επιπλέον, η ανάγκη στήριξης του μεγάλου κεφαλαίου οδήγησε σε πιεστικά μέτρα εναντίον των μικρών επιχειρήσεων. Η δημοσιονομική αυστηρότητα σε αυτά αυξήθηκε και ορισμένες επιχειρήσεις οδηγήθηκαν στο λουκέτο.

Τη μεγαλύτερη πίεση, όμως, την έχουν δεχτεί οι πλανόδιοι και το λούμπεν προλεταριάτο των μεγάλων πόλεων. Η δημοτική αστυνομία των Τιράνων - μια πόλη που διοικείται επίσης από το Σοσιαλιστικό Κόμμα - έχει πραγματοποιήσει μια βίαιη εκστρατεία εκκαθάρισης των δρόμων. Οι επιθέσεις γίνονται κυρίως σε μικροπωλητές, από χωριά κοντά στα Τίρανα, που έρχονται στην πόλη, για να πουλήσουν προϊόντα από τους λαχανόκηπούς τους. Τα προϊόντα τους κατάσχονται. Το ίδιο συμβαίνει και με τους μικροπωλητές καλαμποκιών ή προϊόντων όπως τσιγάρα, τσίχλες κοκ. Η δημοτική αρχή έχει επιπροσθέτως προχωρήσει σε μια σειρά επιθέσεων εναντίον των ζητιάνων, για αυτούς προβλέπεται η επιβολή προστίμου και, σε περίπτωση άρνησης πληρωμής, και η φυλάκιση.

Οι πολιτικές της δημοτικής αρχής δεν σταματούν εδώ. Σκοτώνουν τους δημόσιους χώρους της πόλης δίνοντας εκατοντάδες οικοδομικές άδειες για μεγάλες πολυκατοικίες, εμπορικά κέντρα κοκ. Ο εξευγενισμός (gentrification) και η εμπορευματοποίηση του δημοσίου χώρου, προχωρούν με γοργά βήματα. Το συσσωρευμένο από την οικονομία του εγκλήματος κεφάλαιο -πιο συγκεκριμένα από τη μαζική παραγωγή και εμπορία ναρκωτικών- απαιτεί εκροή. Έτσι, στα Τίρανα και στις άλλες μεγάλες πόλεις βρισκόμαστε στην παράδοξη κατάσταση κατά την οποία, αν και υπάρχουν χιλιάδες απούλητα διαμερίσματα ως αποτέλεσμα της έλλειψης καταναλωτικής ζήτησης, ωστόσο αυτά συνεχίζουν να κατασκευάζονται με ιλιγγιώδη ρυθμό.

Όμως, η λαιμαργία του μεγάλου κεφαλαίου και των εταίρων του στην κυβέρνηση δεν σταματά εκεί. Τα τελευταία χρόνια, η κυβέρνηση καταβάλλει προσπάθειες για παραχωρήσεις και συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Αεροδρόμια, μεγάλοι δρόμοι, σχολεία, νοσοκομειακές υπηρεσίες κλπ, χτίζονται ή δίνονται με παραχώρηση, πράγμα που εξασφαλίζει μεγάλα και ασφαλή κέρδη στο κεφάλαιο. Σήμερα στην Αλβανία το μεγάλο κεφάλαιο δεν επιζητά -όπως κηρύττει το νεοφιλελεύθερο δόγμα- το κράτος-παρατηρητή, αλλά έχει ανάγκη από ένα κράτος που χρηματοδοτεί το ίδιο συνεχώς. Το μεγάλο κεφάλαιο, αντιμετωπίζοντας δυσκολίες, λόγω της φτώχειας των καταναλωτών, χρησιμοποιεί την πολιτεία, όπως κάποτε έκαναν οι φεουδάρχες άρχοντες: για την άσκηση κρατικής βίας με σκοπό τη συσσώρευση πλούτου.

Λαμβάνοντας κανείς υπ’ όψιν το πλαίσιο εφαρμογής των πολιτικών, οι οποίες έχουν εγκαθιδρύσει μια εταιρική σχέση μεταξύ της οικονομικής ολιγαρχίας και της υψηλής πολιτικής γραφειοκρατίας, μπορεί να κατανοήσει γιατί οι πρόσφατες μαζικές φοιτητικές κινητοποιήσεις έχουν προκαλέσει έναν πρωτοφανή ενθουσιασμό στην κοινωνία. Αν και τα αιτήματα των φοιτητών, μέχρι στιγμής, αφορούν το πανεπιστημιακό πλαίσιο, το γεγονός ότι αντιτίθενται, μεταξύ άλλων, στη φιλόδοξη συμφωνία μεταξύ κυβέρνησης και ιδιωτών ιδιοκτητών πανεπιστημίων -αλλά και το ότι οργανώνονται ανεξάρτητα από τα πολιτικά κόμματα- έχει ζωντανέψει την ελπίδα σε μια κοινωνία όπου μέχρι σήμερα φαινόταν να κοιμάται. Πολλοί ονειρεύονται ενα ευρύτερο πολιτικό κίνημα που θα φέρει συστημικές αλλαγές. Φαίνεται ότι όλα είναι δυνατά, ακόμα και εκείνα που μόλις πριν από ένα μήνα φάνταζαν ουτοπία.

* Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Τιράνων

Μετάφραση: Αλεξάνδρα Μάτα

Το προτότυπο κείμενο:

Αgresioni neoliberal dhe rezistenca studentore në Shqipëri

/Arlind Qori/ pedagog në Departamentin e Shkencave Politike në Universitetin e Tiranës

Vjeshta e vitit 2013 e gjeti Shqipërinë me një qeveri të re, të udhëhequr nga e ashtuquajtura Parti Socialiste. Shumë shpejt u vërtetua se ajo nuk kishte asgjë të re krahasuar me pararendësen dhe kurrfarë lidhjeje me parimet social-demokrate dhe progresiste. Që në nëntor të atij viti, qeveria emëroi një komision “ekspertësh” të cilët ngarkoheshin ta reformonin arsimin e lartë shqiptar sipas parimeve neoliberale.

Të shqetësuar nga ajo që po gatuhej në arsimin e lartë, një grup i vogël aktivistësh u mblodhën në Fakultetin e Shkencave Sociale të Universitetit të Tiranës. Bëhej fjalë për të njëjtët njerëz që dy vjet më parë kishin kundërshtuar një reformë të ngjashme të nisur nga qeveria e Partisë Demokratike. Pas një sërë tryezash sqaruese dhe diskutuese në salla dhe oborre fakultetesh, Lëvizja Për Universitetin mori fizionominë e saj. Lëvizja Për Universitetin e mbështet aktivitetin e saj në dy shtylla: Nga pikëpamja programore, ajo lufton për një universitet autonom nga ndërhyrjet e shtetit dhe të biznesit, ku arsimimi të sigurohet falas dhe studentët në nevojë të përfitojnë bursa jetese, ku lëvrohet mendimi kritik dhe nxiten praktikat më emancipuese, ku studentët dhe pedagogët  konsiderohen bashkëthemeltarë të barabartë të universitetit dhe ku përjashtohen të gjitha format e racizmit, seksizmit e çfarëdo diskriminimi tjetër. Nga ana organizative, Lëvizja funksionon bazuar në parimet e demokracisë së drejtpërdrejtë. 

Reforma në arsimin e lartë bazohej në disa shtylla. Pikësëpari, ajo i shndërronte universitetet publike në institucione të pasigurta financiarisht. Vërtet shteti nuk hiqte dorë nga financimi i pjesshëm i universiteteve publike, por këto të fundit, për të mbijetuar, duhej të bazoheshin gjithnjë e më shumë në tarifat e studentëve dhe fondet e thithura nga subjekte private. Sugjeroheshin jo vetëm projekte të përbashkëta kërkimore me sipërmarrjet private, por edhe reklamimi i markave të bizneseve të ndryshme brenda universitetit. Çka do ta shndërronte universitetin nga një hapësirë dijeje kritike në moçal komercial pa kurrfarë lidhjeje me të vërtetën dhe interesin publik. 

Shtylla e dytë e reformës neoliberale ishte trajtimi i barabartë financiar i universiteteve publike dhe private nga ana e shtetit. Pritej që universitetet private të konkurronin me ato publike për të njëjtat fonde, çka do të sillte pashmangshmërisht varfërimin e universiteteve publike dhe thellimin e tjetërsimit të misionit të tyre. Ndonëse qeveria pretendonte se modelin e kishte marrë nga reformat e laburistëve të rinj të Tony Blair-it, e vërteta është se ajo po imitonte më të keqen e mundshme: modelin haptazi neoliberal të reformës arsimore në Kili gjatë diktaturës së Augusto Pinochet-it. 

Së treti, qeveria synonte të zhbënte edhe atë pak autonomi dhe demokraci që gjallonte brenda jetës universitare publike. Në njërën anë, ajo mori në kontroll gjithë pjesën administrative të universiteteve. Bordet e Administrimit do të kontrolloheshin nga të emëruarit e qeverisë. Në anën tjetër, pesha e votës studentore në zgjedhjen e autoriteteve drejtuese universitare u përgjysmua nga 20% në 10%, çka përbënte një shtysë më shumë në shndërrimin e studentit në klient të rëndomtë brenda universitetit – pa fuqi vendimmarrëse. 

Reforma neoliberale – e cila u shndërrua në ligj në shtator të vitit 2015 – u kundërshtua masivisht nga studentët, pedagogët, forumet universitare dhe sa e sa figura me reputacion publik. Të vetmit që luftonin në krah të qeverisë ishin pronarët e universiteteve private fitimprurëse dhe një dorë nëpunësish universitarë të këtyre të fundit. Dukej sheshit se në interes të kujt ishte ky ligj.

Gjatë viteve 2014-2015, studentët dhe pedagogët e Lëvizjes Për Universitetin ishin forca më e madhe dhe e mirartikuluar në kundërshtimin e kësaj reforme arsimore. Vetëm gjatë vitit 2015 u organizuan 7-8 protesta, ku morën pjesë mijëra studentë dhe pedagogë. Po qeveria mbeti e patundur në vullnetin e saj.

Në nëntor të vitit 2015, kryeministri Edi Rama u ftua nga një shoqatë biznesmenësh në një auditor të Fakultetit të Shkencave Sociale. Brenda frymës komercializuese të ligjit të arsimit të lartë, shoqata në fjalë kishte marrë me qira një auditor universitar (duke prishur mësimin). Aktivistët e Lëvizjes Për Universitetin e pritën Ramën në oborrin e fakultetit dhe e goditën me vezë për t’i treguar se nuk ishte i mirëpritur. Badigardët dhe policët që e shoqëronin reaguan dhunshëm duke rrahur disa studente dhe studentë brenda mjediseve universitare, në shkelje flagrante të ligjit. 

Sidoqoftë, flaka e madhe e rezistencës studentore nisi vetiu në ditët e para të dhjetorit. Të revoltuar nga një vendim qeverie që i gjobiste për provimet e mbartura, dhjetëra mijëra studentë vërshuan përpara Ministrisë së Arsimit. Për dy javë e gjysmë ata tronditën jo vetëm qeverinë, por gjithë sistemin politik shqiptar. Kërkesat e tyre evoluuan dhe u radikalizuan shpejt. Kërkohej arsim publik falas, demokraci universitare, investime në infrastrukturën universitare, ndëshkim i korrupsionit të pedagogëve etj. Këtyre kërkesave qeveria u detyrua t’u përgjigjej shumë vonë dhe shumë pak. Për shembull, ajo pranoi të ulte vetëm tarifat e studimeve bachelor, por jo ato të masterit. Nga ana tjetër, refuzoi të rriste seriozisht buxhetin e arsimit, të rriste peshën e votës studentore, të anulonte ligjin e arsimit të lartë etj. Arsye të mjaftueshme këto për vazhdimin dhe radikalizmin e protestës – siç po ndodh këto ditë kur studentët kanë lënë protestat në shesh dhe kanë zaptuar fakultetet. 

Për ta parë më gjerësisht fenomenin, reforma në arsim nuk përbën një rast të izoluar, por është komponent i një tërësie masash neoliberale që ka ndërmarrë qeveria “socialiste”. Ndonëse e nisi qeverisjen me ndërrimin e taksës së sheshtë 10% me një taksë minimalisht progresive (deri në 15% për kapitalin e madh dhe deri në 23% ai mbi punën dhe të ardhurat personale), çdo reformë tjetër ka pasur për synim pasurimin e oligarkisë ekonomike dhe goditjen e punëtorëve, të varfërve dhe shtresës së mesme. 

Lufta filloi me zhbërjen e një kontrate sociale të heshtur që kishte mbizotëruar në Shqipëri që prej 1992. Çdo qeveri kishte punuar për të krijuar dhe fuqizuar kapitalin e madh, por njëkohësisht kishte lënë pak hapësirë frymëmarrjeje për të gjithë të tjerët. Kështu, nëse kapitali i madh merrte pjesën e luanit nga privatizimi i ndërmarrjeve dhe pasurive publike, toleroheshin edhe trajta informale të përvetësimit të një pjese të vogël të pasurive dhe hapësirës publike nga më të varfrit. Me ardhjen e PS në pushtet, rubineti për më të varfrit u mbyll përfundimisht. 

Me reformën në sektorin energjetik, qeveria ndërmori një fushatë të egër kundër mospagimit të energjisë elektrike. Deri atëherë, mijëra familje të varfra ishin toleruar – jashtë kuadrit ligjor – që të paguanin më pak energji nga sa konsumonin. Me sulmin e ri, që u shoqërua edhe me rritjen e çmimit të energjisë elektrike, të gjithë këtyre iu ndërpre energjia elektrike dhe, në rast lidhjesh të paligjshme, përndjekja penale përfundonte në burg. Disa kryefamiljarë të varfër kanë vrarë veten në burg nga pamundësia për t’i siguruar familjes energjinë elektrike. E njëjta gjë po ndodh edhe me konsumin dhe çmimin e ujit të pijshëm. Nga ana tjetër, nevoja për të mbështetur kapitalin e madh çoi në masa represive ndaj bizneseve të vogla. Rreptësia fiskale mbi to u shtua dhe një pjesë prej tyre janë detyruar të mbyllen. 

Represioni më i madh ka ndodhur kundër shitësve ambulantë dhe lumpenproletariatit të qyteteve të mëdha. Policia Bashkiake e Tiranës – qytet që administrohet gjithashtu nga Partia Socialiste – ka ndërmarrë një fushatë të egër spastrimi të rrugëve. Të sulmuar janë sidomos shitësit nga fshatrat afër Tiranës që vijnë në qytet për të shitur produktet e bahçeve të tyre. Atyre u sekuestrohen produktet, njëlloj si shitësve të misrave apo të mallrave të lehta si cigaret, çamçakëzët etj. Nga ana tjetër, bashkia ka ndërmarrë një fushatë goditjesh ndaj lypësve, të cilët parashikon t’i gjobisë dhe, në rast refuzimi për të paguar, edhe t’i burgosë. 

Politikat bashkiake nuk ndalojnë këtu. Ato po i vënë kazmën mjediseve publike të qytetit duke dhënë qindra leje ndërtimi për pallate të mëdha, qendra tregtare etj. Xhentrifikimi dhe komercializimi i hapësirës publike po ecën me hapa të ethshëm. Kapitalet e akumuluara nga ekonomia kriminale – sidomos prodhimi dhe trafikimi në masë i lëndëve narkotike – kërkojnë grykëderdhje. Kështu që në Tiranë dhe qytete të tjera të mëdha gjendemi në situatën paradoksale ku, ndonëse ka mijëra apartamente të pashitura si rezultat i varfërisë së kërkesës konsumatore, prapëseprapë ndërtohet me një ritëm marramendës. 

Po grykësia e kapitalit të madh dhe partnerëve të tij në qeveri nuk ndalet këtu. Vitet e fundit qeveria po u mëshon fort praktikave të koncesioneve dhe partneritetit publik-privat. Aeroporte, rrugë të mëdha, shkolla, shërbime spitalore etj. po ndërtohen ose jepen me koncesion duke i garantuar kësisoj kapitalit fitime të mëdha dhe të sigurta. Sot në Shqipëri kapitali i madh nuk kërkon – siç predikon dogma neoliberale – shtetin roje nate, por ka nevojë për një shtet që e financon vazhdimisht. I vënë në vështirësi nga varfëria e konsumatorëve, kapitali i madh po e përdor shtetin si lordët feudalë dikur: si dhunë shtetërore për akumulim pasurie. 

Në këtë kontekst politikash që kanë kurorëzuar një partneritet midis oligarkisë ekonomike dhe burokracisë së lartë politike, mund të kuptohet se pse protestat masive studentore të kohëve të fundit kanë ngjallur një entuziazëm të paparë në shoqëri. Ndonëse kërkesat studentore deri më tash janë brenda kuadrit universitar, fakti që ata po i kundërvihen, ndër të tjera, paktit djallëzor midis qeverisë dhe pronarëve të universiteteve private dhe se po organizohen në mënyrë të pavarur nga partitë politike ka ngjallur shpresën në një shoqëri që deri më sot dukej sikur flinte. Shumëkush po thur ëndrrat e një lëvizjeje të gjerë politike që do të sillte ndryshime sistemore. Duket sikur gjithçka është e mundur, edhe çka vetëm një muaj e pak më parë konsiderohej utopi. 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0