Live τώρα    
Η σχεδιαζόμενη νομοθετική παρέμβαση στην Ανώτατη Εκπαίδευση: / Μια απόπειρα δοκιμασμένης καινοτομίας
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η σχεδιαζόμενη νομοθετική παρέμβαση στην Ανώτατη Εκπαίδευση: / Μια απόπειρα δοκιμασμένης καινοτομίας

Σία Αναγνωστοπούλου*

Τα ΑΕΙ της χώρας αντιμετώπισαν την τελευταία τετραετία σημαντικές δομικές δυσλειτουργίες. Οι δυσλειτουργίες αυτές οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό στις απαιτήσεις της δημοσιονομικής προσαρμογής και τους σημαντικά μειωμένους προϋπολογισμούς των Ιδρυμάτων, μια συνθήκη που ισχύει μέχρι και σήμερα. Ταυτόχρονα όμως η συνθήκη αυτή χρησιμοποιήθηκε και ως ευκαιρία ώστε να εισαχθεί ένα μοντέλο διοίκησης ξένο προς τις βασικές αρχές με τις οποίες η ακαδημαϊκή κοινότητα έχει εδώ και δεκαετίες συνομολογήσει ότι οργανώνει και αναπτύσσει τις εκπαιδευτικές και επιστημονικές της δραστηριότητες. Η υπερτριακονταετής εφαρμογή του ν. 1268/82 μπορεί πράγματι στην πορεία εφαρμογής της να ανέδειξε παθογένειες και στρεβλώσεις. Η ισοπεδωτική όμως αντίληψη που εισήγαγε ο νόμος Διαμαντοπούλου δεν κατόρθωσε να θεραπεύσει ή έστω να ανιχνεύσει τις αστοχίες του προηγούμενου συστήματος. Αντίθετα επεχείρησε με βίαιο τρόπο να ξεριζώσει όποια διαδικασία ή λειτουργία αναφερόταν στη δημοκρατική αρχή, τις βασικές αρχές αντιπροσώπευσης, την ίδια τη θεσμική διάσταση της ακαδημαϊκής ελευθερίας και τη συνταγματικά προστατευόμενη αρχή της πλήρους αυτοδιοίκησης.

Ένα τέτοιο «εμφύτευμα» όπως ήταν αναμενόμενο άρχισε σταδιακά να αποβάλλεται από το σώμα της ανώτατης εκπαίδευσης και να αποκαλύπτει σε ορισμένες περιπτώσεις έως και παραλυτικά φαινόμενα, με αποτέλεσμα να ανακύπτει σήμερα επείγουσα η με νομοθετική ρύθμιση αποκατάσταση των βασικών ακαδημαϊκών λειτουργιών.

Μια τέτοια νομοθετική παρέμβαση έχει ως στόχο να αντιμετωπίσει τα άμεσα προβλήματα των ανώτατων ιδρυμάτων. Να λειτουργήσει δηλαδή επικουρικά ως προς τον εθνικό διάλογο που βρίσκεται σε εξέλιξη, έτσι ώστε τα ιδρύματα να είναι άμεσα σε θέση να υποδεχθούν και να εφαρμόσουν τις πολιτικές και στρατηγικές που θα χαράξουν τα πορίσματα του.

Σε αυτήν την κατεύθυνση, βασική προτεραιότητα της νομοθετικής παρέμβασης είναι η αποκατάσταση του Τμήματος ως βασικής ακαδημαϊκής και διοικητικής μονάδας, το πρόγραμμα σπουδών του οποίου οδηγεί σε ενιαίο πτυχίο. Η επιχειρούμενη με τον ν. 4009/2011 διάρρηξη αυτής της αυτοτελούς οργάνωσης σε Τμήμα και η υποκατάστασή του από κατακερματισμένα προγράμματα σπουδών ανέτρεψε κάθε ακαδημαϊκή εγγύηση για τον τρόπο οργάνωσης και διάρθρωσης σπουδών. Προκειμένου να ξαναγίνει το Τμήμα βασικό κύτταρο της διοικητικής και ακαδημαϊκής δομής προϋπόθεση είναι και η σύγχρονη πρόβλεψη ουσιαστικής επαναλειτουργίας της Γενικής Συνέλευσης, με γενικό τεκμήριο αρμοδιότητας.

Έχει εκτενώς συζητηθεί στους ακαδημαϊκούς κόλπους αλλά και τη δημόσια σφαίρα ο ρόλος των Συμβουλίων Ιδρύματος και πιο συγκεκριμένα η κεντρική επιλογή του ν. 4009/2011 να αναθέσει τη διοίκηση των ιδρυμάτων σε μη αντιπροσωπευτικά όργανα, στα οποία μετέχουν και πρόσωπα μη προερχόμενα από την οικεία κοινότητα και μη επιτελούμενα ακαδημαϊκό έργο. Η επιλογή αυτή έχει κατηγορηθεί μεταξύ άλλων και ως αντισυνταγματική, αφού εισάγει στοιχεία ετεροδιοίκησης και αφίσταται από την εκπορευόμενη από το άρθρο 16 του Συντάγματος υποχρέωση, στο πλαίσιο της διοικητικής αυτοτέλειας, τα όργανα διοίκησης των ΑΕΙ να αναδεικνύονται από την ακαδημαϊκή κοινότητα, να προέρχονται από αυτήν και να την εκπροσωπούν με στοιχειωδώς αντιπροσωπευτικό τρόπο. Παράλληλα, η αδρανοποίηση του Πρυτανικού Συμβουλίου καθώς και η απουσία νομιμοποίησης των -μη εκλεγμένων αλλά διορισμένων- Αναπληρωτών Πρυτάνεων επισώρευσε προβλήματα στη διοικητική λειτουργία των ιδρυμάτων. Η προτεινόμενη ρύθμιση για διατήρηση γνωμοδοτικών αρμοδιοτήτων στο Συμβούλιο Ιδρύματος με ταυτόχρονη επανισχυροποίηση της Συγκλήτου και επαναφορά του Πρυτανικού Συμβουλίου (υπό ελαφρώς διευρυμένη σύνθεση), θωρακίζει το σύνολο των οργάνων διοίκησης των ΑΕΙ ώστε να διαδραματίσει το καθένα το ρόλο για τον οποίο προορίζεται στο πλαίσιο ενός δημόσιου, συμμετοχικού και αυτοδιοικούμενου πανεπιστημίου. Υπό το ίδιο πνεύμα, η εμπλοκή του συνόλου των κατηγοριών της ακαδημαϊκής κοινότητας στην ανάδειξη των ανωτέρω συλλογικών και μονοπρόσωπων οργάνων αλλά και η συμμετοχή στη σύνθεσή τους έρχεται να αντιμετωπίσει το εγνωσμένο έλλειμα αντιπροσώπευσης και να αποκαταστήσει το πραγματικό υποκείμενο της αυτοδιοίκησης, που δεν είναι άλλο από το σύνολο της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Άλλωστε, στο πλαίσιο ερμηνείας της έννοιας της πλήρους αυτοδιοικήσεως έχει πάγια κριθεί νομολογιακά ότι εμπίπτει «η εξουσία να αποφασίζουν επί των ιδίων υποθέσεων δι' ιδίων οργάνων εις την οποίαν περιλαμβάνεται προεχόντως η εξουσία της επιλογής δια των ιδίων αυτών οργάνων του διδακτικού- κύριου προσωπικού». Η σύνθεση των επιτροπών επιλογής καθηγητών που προδιέγραψε ο νόμος Διαμαντοπούλου σε καμία περίπτωση δεν εντάσσεται στο ανωτέρω πνεύμα. Ταυτόχρονα δεν καταφέρνει να εξασφαλίσει εγγυήσεις αμερόληπτης επιστημονικής κρίσης. Αντίθετα χορηγεί προνομιακά στα μέλη ΔΕΠ των υψηλότερων βαθμίδων την αρμοδιότητα να κρίνουν για την επιστημονική επάρκεια του διδακτικού προσωπικού έναντι μελών ΔΕΠ που βρίσκονται σε μεγαλύτερη συνάφεια γνωστικού αντικειμένου ή έχουν μεγαλύτερη επίγνωση της διδακτικής επάρκειας του προς εξέλιξη μέλους ΔΕΠ, λόγω προέλευσης από το οικείο Τμήμα. Η επαναφορά της αρμοδιότητας εκφοράς επιστημονικής κρίσης αφενός υπό τις εγγυήσεις του οικείου επιστημονικού κλάδου και αφετέρου από τους εκφραστές του ακαδημαϊκού συμφέροντος της οικείας πανεπιστημιακής κοινότητας συνιστά με βάση τα παραπάνω απλή συμμόρφωση προς τις συνταγματικές επιταγές.

Οι πτυχές αυτές, ορισμένες μόνο από ένα πλέγμα διατάξεων, υποδεικνύουν ότι μια νομοθετική παρέμβαση, στη δεδομένη συγκυρία, στο χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης θα κριθεί επιτυχής αν προδιαγράψει για το πανεπιστήμιο μια πορεία επιστροφής, χωρίς αυτό να σηματοδοτεί πισωγύρισμα. Το πανεπιστήμιο πρέπει να μπορέσει να επιστρέψει στις βασικές του αρχές, αυτές που οριοθετήθηκαν με το Σύνταγμα του 1975, αυτές που οραματίστηκαν οι εφαρμοστές της μεταρρυθμιστικής τομής του 1982, αυτές που ενέπνευσαν όσους υπηρέτησαν και συνεχίζουν να υπηρετούν με πενιχρά μέσα το ελληνικό πανεπιστήμιο για να συνεχίσει, αν και συχνά λοιδωρούμενο, να παράγει έργο σε υψηλό επίπεδο και να αποτελεί το χώρο όπου ανθούν οι επιστήμες, η έρευνα και η διδασκαλία, πάντα οργανωτικά ενσωματωμένες στο αυτοδιοικούμενο πανεπιστήμιο. Αν το πανεπιστήμιο επιστρέψει σε όλα αυτά, τότε, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται, θα είναι έτοιμο και θωρακισμένο να επιστρέψει και στο μέλλον του. [

*Αναπληρώτρια Υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0