Ως ενορχηστρωτής, παραγωγός αλλά ακόμα και στέλεχος εταιρειών – την εποχή που υπήρχε ακόμα εγχώρια «δισκογραφική βιομηχανία» - ο Γιώργος Ανδρέου διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό, αν όχι και καθόρισε, αυτό που λέγεται «έντεχνο» (λόγιο, προτιμώ προσωπικά) ελληνικό τραγούδι. Ενα ιδίωμα όμως που εν πολλοίς είχε ξεκινήσει με το «Μικρή Πατρίδα», τον εμβληματικό δίσκο του σε στίχους Παρασκευά Καρασούλου του '96 ο οποίος ήταν και ο πρώτος της εταιρείας του δεύτερου Μικρή Άρκτος, γεγονός που αρκετοί τείνουν να ξεχνούν. Ο Γιώργος Ανδρέου ανήκει στο σπάνιο εκείνο είδος μουσικών που έχουν απόλυτη συναίσθηση του τι συμβαίνει γύρω τους, στην κοινωνία τους αλλά και γενικότερα στον κόσμο μα και των ταχύτατων εξελίξεων του καιρού μας, τεχνολογικών και όχι μόνο. Μπορεί να έχουν περάσει αρκετά χρόνια από το τελευταίο αληθινά προσωπικό του album (το «Μυστήριο Τραίνο» σε ερμηνεία Χρήστου Θηβαίου) και να μεσολάβησαν πολλά, ανάμεσα τους και η έκδοση του πρώτου βιβλίου του «Δαίμονας Ξένος», αλλά λίγο πριν από τα τέλη της περυσινής χρονιάς υπενθύμισε με τον καλύτερο τρόπο την συμβολή του στη σύγχρονο ελληνικό μουσικό γίγνεσθαι και σαν δημιουργός. Επιστρέφοντας στην Μικρή Άρκτο του φίλου του Παρασκευά Καρασούλου κυκλοφόρησε - υπογράφοντας και τους στίχους εκτός από την μουσική - το «Ζωή Μου Μην Αργείς» με ερμηνεύτρια την Ρίτα Αντωνοπούλου και συμμετοχές των Χρήστου Θηβαίου, Πάνου Κατσιμίχα, Μίλτου Πασχαλίδη και Ελένης Τσαλιγοπούλου. Έναν δίσκο δηλαδή που, όπως ακριβώς και το «Μικρή Πατρίδα» δέκα οκτώ ολόκληρα χρόνια πριν, έχει μεν συνείδηση του παρελθόντος από το οποίο προέρχεται και πλήρη επίγνωση του παρόντος αλλά κοιτάζει με καθάρια ματιά μόνο προς το μέλλον.
Πέρα φυσικά από τις πάρα πολλές άλλες μουσικές σου δραστηριότητες υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος λόγος που έκανες τόσα χρόνια να κυκλοφορήσεις έναν καθαρά δικό σου δίσκο;
Γράφω τραγούδια όταν αισθάνομαι ότι έχω να πω κάτι βαθύτερο και αυθεντικό, όχι επειδή «οφείλω» να εκδίδω ένα δίσκο κάθε τόσο. Αγαπώ πολύ το τραγούδι για να το «χρησιμοποιώ» αστόχαστα κι επιδερμικά και επειδή δεν τραγουδώ ο ίδιος αναζητώ τη «φωνή μου» όσο και τον «ήχο μου» και αυτό το ψάξιμο θέλει τον χρόνο του ώσπου να ωριμάσει μέσα μου.
Κατά μιαν έννοια ο δίσκος αυτός είναι η «συνέχεια» του «Μικρή Πατρίδα»;
«Συνέχεια» τόσο του «Μικρή Πατρίδα» όσο και του «Χελιδόνια Της Βροχής» σε στίχους Διονύση Καρατζά, δηλαδή δύο δίσκων με ενιαίο θεματικό άξονα, με κεντρικό concept (για να χρησιμοποιήσω και έναν διεθνή όρο!).
Αυτή τη φορά όμως υπογράφεις ο ίδιος και τους στίχους, πώς και γιατί πήρες αυτή την – καθόλου ασήμαντη θα έλεγα για έναν καθαυτό συνθέτη – απόφαση;
Η κοινωνία του τραγουδιού με αντιμετωπίζει κυρίως ως συνθέτη και μουσικό. Ωστόσο κάτι λιγότερο από τα μισά μου τραγούδια (ανάμεσα τους αρκετά πολύ γνωστά και αγαπημένα) είναι γραμμένα σε δικούς μου στίχους. Στο τραγούδι λειτουργώ άλλοτε σαν τραγουδοποιός και άλλοτε ως συνθέτης και πολύ σπάνια μόνον ως στιχουργός, ανάλογα με τη στόχευση μου και τη θεματική που με απασχολεί. Στην περίπτωση του «Ζωή Μου Μην Αργείς» ο τραγουδοποιός μέσα μου «νίκησε».
Σε ελκύει ιδιαίτερα το να γράφεις για γυναικείες φωνές; Αν ναι, γιατί συμβαίνει αυτό;
Ναι, οι γυναίκες που τραγουδούν με γοητεύουν και μου «ακούγονται» εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Είναι ίσως ο συνδυασμός μητέρας και ερωμένης που συμβολικά εμπεριέχουν, η συναρπαστική τους σωματικότητα, η αναγωγή τους στη μεγάλη Μητέρα - Θεά της Μεσογείου, ο σαμανικός τους πυρετός. Στο ελληνικό τραγούδι διαχρονικά νικούν κατά κράτος τους άνδρες/ερμηνευτές και αυτό δεν μου φαίνεται καθόλου τυχαίο.
Μιλώντας για γυναικείες φωνές για πολύ καιρό η δουλειά σου είχε σχεδόν ταυτιστεί με της Ελένης Τσαλιγοπούλου. Αυτός είναι ο λόγος που είναι η μόνη ερμηνεύτρια η οποία συμμετέχει στον δίσκο; Και πώς και γιατί επέλεξες τους τρεις τραγουδιστές που συμμετέχουν;
Ως παραγωγός και ενορχηστρωτής έχω συνεργαστεί πολύ και διεξοδικά με την Ελένη Τσαλιγοπούλου. Ως συνθέτης όμως, εκτός από την Ελένη, έχω γράψει για επίσης για την Ελένη Βιτάλη, την Τάνια Τσανακλίδου, την Αναστασία Μουτσάτσου και τώρα την Ρίτα Αντωνοπούλου. Στο τραγούδι «Δουλειά – Αγκαλιά» έχω την Ελένη (σοπράνο) δίπλα στη Ρίτα (άλτο) και τον Χρήστο και τον Μίλτο (δραματικούς τενόρους) και οι τέσσερις μαζί προσωποποιούν ιδανικά τις πάσχουσες περσόνες του τραγουδιού (μετανάστες, πολιτικοί πρόσφυγες, θύματα trafficking και ρατσισμού, παιδιά χωρίς δικαίωμα μόρφωσης).
Η ίδια η Ρίτα Αντωνοπούλου ήταν η πρώτη σου επιλογή, τα τραγούδια γράφτηκαν για την φωνή της; Ποιο είναι αυτό που κυρίως σου αρέσει στην ερμηνεία της και τι είναι αυτό που την κάνει να ξεχωρίζει;
Η Ρίτα ήταν η τελική όσο και αποφασιστική επιλογή μου. Έγραψα καινούργια τραγούδια και εξέλιξα τα παλαιότερα ακούγοντας την στο στούντιο, η τέχνη της μ' έσπρωχνε να γράψω «πάνω της». Η Ρίτα εμπεριέχει ατόφια την παράδοση του κοινωνικού και του «προσωπικού» τρόπου που άνθισαν μαζί και χωριστά στο ελληνικό τραγούδι, είναι πολιτική και ερωτική συγχρόνως χωρίς ρητορικές μανιέρες και μελό υπερβολές, δίχως ψευδοσυναισθηματισμούς και φτηνά εκφραστικά εφέ.
Υπήρξαν σημαντικές διαφορές στον τρόπο που προσέγγισες την ενορχήστρωση σε σχέση με παλαιότερες δουλειές σου;
Μια αύρα soundtrack. Η σιωπή. Η διάθεση να συνυπάρξουν στον ήχο ηλεκτρικά και ακουστικά (ως και συμφωνικά) στοιχεία. Συγχρόνως μια βαθύτερη σύνδεση με την ελληνική αρμονική και μελωδική παράδοση, χωρίς προφανή όσο και φθαρμένα «ethnic» κλισέ. Ο προβληματισμός για τον σημερινό «ελληνικό» ήχο στο παγκόσμιο ηχητικό τοπίο, πάντα στην επικράτεια του τραγουδιού.
Αισθάνθηκες ποτέ προσωπικά ότι σε αφήνει πίσω η ίδια η ζωή σου, όπως κατά μιαν έννοια λες στο ομότιτλο τραγούδι του δίσκου;
Η ζωή μου είναι ρευστή, αβέβαιη, απαιτητική, συναρπαστική όσο και τυποποιημένη. Η ζωή μου είμαι εγώ (σε όλες μου τις λαμπρές και τις ταπεινωτικές εκδοχές) και συγχρόνως όλοι όσοι μου «αναθέτουν» να γράφω τραγούδια, για εμένα μέσα απ' αυτούς, γι' αυτούς μέσα από εμένα, να γράφω «από» εμένα κι όχι «για» εμένα, να μιλώ, να σιωπώ και να υποφέρω για λογαριασμό τους.
Πιστεύεις ότι αυτό συνέβη, όχι μόνο σε εσένα αλλά και σε πολλούς άλλους, στη διάρκεια της πενταετίας της κρίσης;
Η κρίση πλήγωσε τις ζωές μας, δεν κατόρθωσε ωστόσο να εμποδίσει την ανάγκη μας να εκφραστούμε, να δημιουργήσουμε, να αντιδράσουμε στη μαυρίλα, στην αδικία, στο κατάφωρο ψέμα του απαράδεκτου μονεταριστικού καπιταλιστικού μοντέλου. Παραμένουμε άνθρωποι, πάσχοντες βέβαια όμως ζωντανοί, ευαίσθητοι και αποφασισμένοι για το καλύτερο, το βαθύτερο.
Θεωρείς ότι η κρίση, πέραν από οικονομική, ήταν και πολιτισμική και πνευματική; Ήταν και είναι μόνο σε προσωπικό επίπεδο ή και σε θεσμικό, ακόμα ίσως και συλλογικό;
Η κρίση φώτισε όλα τα αρνητικά και αρρωστημένα συστατικά της «δημοκρατίας της Μεταπολίτευσης», τον λαϊκισμό του «επαγγελματικού» πολιτικού καθεστωτικού προσωπικού, την ανεπάρκεια του, τις αναιμικές δομές κοινωνικών και πολιτισμικών «κατακτήσεων» του ελληνικού κράτους, την ασυδοσία και τον καιροσκοπισμό των ιδιωτικών media, την οπισθοδρομική νοοτροπία ενός μεγάλου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας. Συγχρόνως ανέδειξε δημιουργικές όσο και άφθαρτες δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας και απελευθέρωσε την αριστερά από τον ρόλο του ευαίσθητου κομπάρσου δίνοντας της επιτέλους ρόλο πρωταγωνιστή.
Τελικά η ελληνική κοινωνία είναι στην πλειοψηφία της παθογενής από πάσης πλευράς ή όχι;
Η ελληνική κοινωνία είναι τόσο παθογενής όσο εκείνοι που την κυβέρνησαν. Ο λαός λέει σοφά ότι «το ψάρι βρωμάει απ' το κεφάλι»...Υπάρχει επιτακτική ανάγκη για μεγάλη κοινωνική και πολιτική μεταρρύθμιση, χωρίς σεισμικές μεταβολές στο δημόσιο πεδίο η χώρα είναι καταδικασμένη σε ολοκληρωτική παρακμή. Και η εθνική «αφήγηση» μας ως Ευρωπαίων όμως χρειάζεται προσδιορισμό και ξεκαθάρισμα, Ευρώπη σίγουρα αλλά και Ελλάδα με στόχο, όραμα, φρεσκάδα και αξιοπρέπεια.
Αισιόδοξος τελικά για το μέλλον, γενικότερα αλλά και πιο συγκεκριμένα του χώρου σου, της ελληνικής μουσικής; Δημιουργικά αλλά και σε επίπεδο παραγωγής καθώς η δισκογραφία σχεδόν δεν υφίσταται πλέον...
Αισιόδοξος καθώς ενδιαφέρουσα τέχνη δημιουργείται σε κάθε εποχή...Επειδή η ελληνική μουσική είναι «πολύ σκληρή για να πεθάνει». Επειδή η δισκογραφία μπορεί να ψυχορραγεί οι δημιουργοί όμως είναι μια χαρά στην υγεία τους, οι νεότεροι μα και οι παλιότεροι. Επειδή η ζωντανή μουσική ζει και βασιλεύει, με λιγότερα οικονομικά στηρίγματα αλλά πολύ περισσότερη αποφασιστικότητα. Πιστεύω ότι η «γιορτή» θα επιστρέψει!
Τι προσδοκάς από αυτό τον δίσκο και τι σκέφτεσαι για να τον υποστηρίξεις;
Δεν προσδοκώ κάτι προφανές. Ελπίζω και πιστεύω στη «συνωμοσία» διαρκείας με τους ακροατές μου, έχω εμπιστοσύνη στην κρίση τους και στη σχέση ζωής που έχουμε αμοιβαία αναπτύξει. Με την Ρίτα έχουμε ξεκινήσει συναυλίες παντού στην Ελλάδα. θα παίξουμε σε κάθε μικρό ή μεγάλο χώρο που επιθυμεί να μας φιλοξενήσει. Παράλληλα χρησιμοποιούμε όλα τα «όπλα» της ψηφιακής εποχής, κοινωνικά δίκτυα, πλατφόρμες πληροφόρησης και ακρόασης, «αναλογικό» και ηλεκτρονικό ραδιόφωνο και Τύπο.
Και ποια είναι τα σχέδια σου, άμεσα και πιο μακροπρόθεσμα;
Η κυκλοφορία υλικού που έχω ήδη έτοιμο, ορχηστρικής μουσικής και τραγουδιών με θεματικό άξονα. Αναφέρω ενδεικτικά τα «Το Τέλος Της Παιδικής Ηλικίας» (ορχηστρικό) – «Καρόλου Ντηλ Και Τσιμισκή» (με θεατρικά κείμενα και στίχους του Θοδωρή Γκόνη) – «Η Λάμπα Της Συνείδησης Και Το Σεντόνι Της Μνήμης», έργο για την Ορχήστρα Νυκτών Εγχόρδων Θανάσης Τσιπινάκη του δήμου Πατρέων με θέμα το αρχέτυπο του Καραγκιόζη και στίχους των Θ. Γκόνη, Φοίβου Δεληβοριά, Μάνου Ελευθερίου, Νίκου Ζούδιαρη, Οδυσσέα Ιωάννου, Χρήστου Θηβαίου, Π. Καρασούλου, Νίκου Μωραϊτη και Κώστα Φασουλά. Η έκδοση των θεατρικών μου μουσικών. Μια σουίτα πάνω σε ένα ποίημα του Σαχτούρη. Ένα μουσικό δράμα με δομή όπερας.
Δεν είναι τόσο η ποσότητα όσο η ποικιλία όσων ετοιμάζει για το μέλλον ο Γιώργος Ανδρέου που δείχνει ότι είναι από εκείνους που επιμένουν να ορίζουν οι ίδιοι τους» κανόνες του παιχνιδιού», κάτι το οποίο για την εποχή μας όχι μόνο δεν είναι ευκαταφρόνητο αλλά και ιδιαίτερα εκτιμητέο…
ΘΑΝΟΣ ΜΑΝΤΖΑΝΑΣ