Στο βιβλίο του «Η τέχνη του ντιλ», ο Ντόναλντ Τραμπ περιγράφει με αφοπλιστική ειλικρίνεια μία βασική αρχή της μεθόδου του: οι εντυπώσεις έχουν μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την πραγματικότητα. Σε ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο από την καριέρα του στο real estate αφηγείται με καμάρι πώς έδινε εντολή σε συνεργεία να μετακινούν μηχανήματα μπρος-πίσω σε ένα εργοτάξιο, ώστε οι επενδυτές να πιστέψουν ότι το έργο προχωρούσε. «Αν χρειαστεί», έλεγε, «βάζε τις μπουλντόζες να σκάβουν από τη μία πλευρά και να ρίχνουν το χώμα στην άλλη».
Στον κόσμο των ακινήτων, τέτοιες τακτικές μπορεί να λειτουργούν. Στις διεθνείς σχέσεις, όμως, οι εντυπώσεις συνήθως δεν αρκούν. Και πολύ γρήγορα δοκιμάζονται στην πράξη. Και αυτό αρχίζει πλέον να γίνεται ορατό. Η προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ στηρίζεται στην υπόθεση ότι η ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών -οικονομική και στρατιωτική- μπορεί πάντα να επιβάλλεται χωρίς ουσιαστικό κόστος· με απειλές, επιδείξεις δύναμης, ακόμα και με μπλόφες. Από τους δασμούς μέχρι τον πόλεμο με το Ιράν, η λογική παραμένει ίδια και απαράλλακτη. Ασφυκτική πίεση εναντίον του αντιπάλου μέχρι να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. Για ένα διάστημα, η στρατηγική απέδιδε. Όμως όσο εντείνεται, τόσο αποκαλύπτει και τα όριά της. Η αμερικανική επιθετικότητα δεν παράγει πλέον αυτομάτως μόνο συμμόρφωση, ενεργοποιεί και μηχανισμούς αντίδρασης, υπενθυμίζοντας ότι η οικονομία των ΗΠΑ δεν είναι τόσο ανεξάρτητη από τον υπόλοιπο κόσμο όσο θέλει να την παρουσιάζει ο Τραμπ.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ίσως σήμερα το Στενό του Ορμούζ. Το Ιράν ελέγχει μια θαλάσσια δίοδο από την οποία διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς ενέργειας. Το κλείσιμό της προκάλεσε άμεσες επιπτώσεις: διακοπή μεταφορών, άνοδο τιμών και ισχυρές πιέσεις που γίνονται τώρα αισθητές και στην αμερικανική οικονομία. Είναι ένα μοτίβο που είχαμε δει παλαιότερα να εμφανίζεται και στην περίπτωση της Κίνας, που αξιοποίησε τον έλεγχο των σπάνιων γαιών για να αντισταθεί στους δασμούς Τραμπ ασκώντας τις δικές της πιέσεις σε κρίσιμους τομείς της αμερικανικής βιομηχανίας. Το αποτέλεσμα είναι να είναι ο ίδιος ο Αμερικανός Πρόεδρος που γίνεται αποδέκτης πιέσεων και διαμαρτυριών για την πρόσφατη απόφασή του να αναβάλει την επίσκεψή του στην Κίνα.
ΝΑΤΟ, Μακρόν, Ορμούζ και ευρωπαϊκές αρνήσεις
Και η δυναμική δεν περιορίζεται μόνο στους αντιπάλους της Ουάσιγκτον, επεκτείνεται και στους συμμάχους της. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, που για χρόνια ευθυγραμμίζονταν -έστω με επιφυλάξεις- με τις επιλογές των Ηνωμένων Πολιτειών, δείχνουν πλέον όλο και λιγότερο πρόθυμες να ακολουθήσουν την ίδια πορεία. Η μετατόπιση αποτυπώθηκε με σαφήνεια στις τελευταίες δηλώσεις του Γάλλου Προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος ξεστόμισε αυτό που παρακολουθεί σήμερα ολόκληρος ο κόσμος. «Όταν είμαστε σοβαροί, δεν λέμε το αντίθετο από αυτό που λέγαμε την προηγούμενη ημέρα» σημείωσε, σχολιάζοντας τις ιλιγγιώδεις στροφές του Αμερικανού Προέδρου για τον πόλεμο στο Ιράν. Υπογράμμισε δε ότι πρόκειται για πραγματικό πόλεμο με πραγματικές ανθρώπινες και οικονομικές συνέπειες· όχι για πεδίο εντυπώσεων.
Παρά τις διαδοχικές απειλές, χλευαστικά σχόλια και τη συνεχή γκρίνια του Αμερικανού Προέδρου, οι ευρωπαϊκές χώρες αρνούνται τη χρήση βάσεων και εναέριου χώρου για τις αμερικανικές επιχειρήσεις ενώ απορρίπτουν και τη σύσταση Τραμπ να κινητοποιηθούν για να καταλάβουν οι ίδιες το Στενό του Ορμούζ. Ταυτόχρονα, η συζήτηση για την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία επανέρχεται δυναμικά. Η συνεχής αμφισβήτηση του ΝΑΤΟ από τον Τραμπ δεν εκλαμβάνεται πλέον μόνο ως τακτική πίεσης αλλά ως κάτι που τελικά διαβρώνει και την ίδια την εμπιστοσύνη πάνω στην οποία στηρίζεται η συμμαχία. Το αποτέλεσμα μέχρι στιγμής δεν είναι μια θεαματική ρήξη αλλά μια σταδιακή απομάκρυνση και επαναξιολόγηση των όρων ευθυγράμμισης με τις επιλογές -και τους εκβιασμούς- της Ουάσιγκτον.
Η ακραία επιθετικότητα της διακυβέρνησης Τραμπ αρχίζει έτσι να παράγει το αντίθετο αποτέλεσμα. Ενεργοποιεί αντιδράσεις, ενισχύει εναλλακτικά εργαλεία και τελικά ωθεί ακόμη και τους συμμάχους σε μεγαλύτερη αυτονομία. Ο κόσμος δεν αμφισβητεί ακόμη την ισχύ της μεγαλύτερης υπερδύναμης. Αρχίζει όμως να μαθαίνει πώς να την περιορίζει.
