Live τώρα    
Πόλεμος στη Μέση Ανατολή / Προθεσμίες που μετακινούνται, υπομονή που εξαντλείται
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Πόλεμος στη Μέση Ανατολή / Προθεσμίες που μετακινούνται, υπομονή που εξαντλείται

135654330.jpg

Ο άνθρωπος που εξελέγη Πρόεδρος με την υπόσχεση ότι θα έβαζε οριστικά τέλος στους «ατέρμονους πολέμους» της Αμερικής στη Μέση Ανατολή βρίσκεται τώρα αντιμέτωπος με τον κίνδυνο να ταυτιστεί με έναν από αυτούς. Και αυτό εξηγεί εν μέρει την αγωνία του να πείσει το πολιτικό του ακροατήριο ότι αυτή τη φορά η κατάσταση είναι διαφορετική και πως όλα εξελίσσονται σύμφωνα με τις αρχικές προθεσμίες.

Αυτός είναι και ο λόγος που το τελευταίο διάγγελμα του Ντόναλντ Τραμπ από τον Λευκό Οίκο είχε λιγότερο χαρακτήρα ενημέρωσης και περισσότερο χαρακτήρα καθησυχασμού. Ο Αμερικανός Πρόεδρος απέφυγε και πάλι να παρουσιάσει σαφές σχέδιο και βασικά ζήτησε εμπιστοσύνη και χρόνο. Αλλά κυρίως υπομονή. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να παραλληλίζει την σημερινή σύγκρουση με τον Πρώτο και Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το Βιετνάμ και την Κορέα για να πείσει για το προσωρινό της υπόθεσης. Η βασική γραμμή του διαγγέλματος ήταν κατά τα άλλα ξεκάθαρη. Ο πόλεμος προχωρά, αποδίδει και αποτελεί σημαντική «επένδυση για το μέλλον» των Αμερικανών. Έκανε λόγο για δραστική αποδυνάμωση» των ιρανικών δυνατοτήτων, για κατεστραμμένες υποδομές και για μια σύγκρουση που θα μπορούσε να ολοκληρωθεί μέσα σε δύο με τρεις εβδομάδες. Δεν ξέχασε, όμως, και τη γνωστή του τακτική να αφήνει κάθε ενδεχόμενο ανοιχτό. Από τη μία πλευρά, αναφέρθηκε για μία ακόμη φορά σε διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη, από την άλλη, υποσχέθηκε περισσότερους βομβαρδισμούς που θα «γυρίσουν το Ιράν στη Λίθινη Εποχή».

Ο πόλεμος στις αντλίες

Η ανάγκη για καθησυχασμό της κοινής γνώμης αποκαλύπτει, όμως, και το μέγεθος του προβλήματος. Γιατί μπορεί για τον Αμερικανό Πρόεδρο τα εκατομμύρια αντιπολεμικοί διαδηλωτές τού κινήματος No Kings, που πλημμύρισαν τους δρόμους των ΗΠΑ την προηγούμενη εβδομάδα, να είναι απλώς «ηλίθιοι» που δεν αντιλαμβάνονται το εθνικό συμφέρον της χώρας, αλλά η αντίθεση στον πόλεμο δεν παύει να αγγίζει και το δικό του πολιτικό ακροατήριο. Είναι φόβοι που ενισχύονται από την ίδια την εξέλιξη της σύγκρουσης. Παρά τις συνεχείς αεροπορικές επιδρομές των ΗΠΑ και του Ισραήλ, το Ιράν συνεχίζει να εκτοξεύει πυραύλους και να αντιστέκεται. Το ενδεχόμενο ευρύτερης ανάφλεξης παραμένει ανοιχτό, ενώ η απουσία σαφούς στρατηγικής εξόδου ενισχύει την αίσθηση ότι η σύγκρουση θα μπορούσε να παραταθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Το οικονομικό αποτύπωμα του πολέμου αρχίζει να γίνεται την ίδια ώρα αισθητό και να αγγίζει άμεσα την καθημερινότητα και των ίδιων των Αμερικανών. Οι αναταράξεις στην παγκόσμια αγορά ενέργειας μεταφράζονται σε αυξημένες τιμές καυσίμων, με την τιμή της βενζίνης να παγιώνεται πάνω από το ψυχολογικό όριο των 4 δολαρίων το γαλόνι. Σε μια χώρα όπου η μετακίνηση αποτελεί βασικό στοιχείο της καθημερινότητας, η άνοδος της τιμής της βενζίνης μετατρέπεται αυτόματα σε ανησυχία και δυσαρέσκεια με άμεσο πολιτικό αντίκτυπο. Αυτό αποτυπώνεται ήδη και στις μετρήσεις της κοινής γνώμης. Η στήριξη προς τον πόλεμο εμφανίζεται εύθραυστη, ενώ αυξάνεται το ποσοστό όσων ζητούν γρήγορο τερματισμό· ακόμη και χωρίς πλήρη επίτευξη των στόχων. Η ανησυχία δεν εκφράζεται μόνο ως αντίθεση στη σύγκρουση, αλλά ως πίεση για να μην εξελιχθεί σε μία ακόμη μακροχρόνια εμπλοκή με αυξανόμενο κόστος.

Η συγκυρία καθιστά αυτή την πίεση ακόμη πιο κρίσιμη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε εκλογική χρονιά, με τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου να πλησιάζουν. Σε τέτοιες συνθήκες, η οικονομική δυσαρέσκεια και η κόπωση από μια παρατεταμένη σύγκρουση μπορούν να μεταφραστούν άμεσα σε πολιτική φθορά. Η πίεση αρχίζει να αποκτά και θεσμική μορφή στο Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών. Παρά τη στήριξη της ρεπουμπλικανικής ηγεσίας, οι πρώτες ρωγμές είναι ήδη ορατές. Η απόπειρα περιορισμού των πολεμικών εξουσιών του Προέδρου μπορεί να μην πέρασε σε πρώτη φάση, αλλά αποκάλυψε πως η συσπείρωση στο εσωτερικό του κόμματος δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.

Ρωγμές και στη συνοχή του MAGA

Και οι ανησυχίες εμφανίζονται όλο και πιο καθαρά, ακόμα και μέσα στο ίδιο το τραμπικό στρατόπεδο. Μέχρι πρόσφατα, η Διάσκεψη Συντηρητικής Πολιτικής Δράσης (CPAC) λειτουργούσε ως χώρος απόλυτης επιβεβαίωσης της πολιτικής γραμμής του σημερινού Προέδρου. Στη φετινή διάσκεψη, όμως, η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική. Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, ο ίδιος ο Τραμπ απουσίαζε. Και αυτή η απουσία άφησε χώρο σε κάτι που σπάνια εμφανίζεται δημόσια στο στρατόπεδο του MAGA: στην αμφιβολία. Στη θέση της συνηθισμένης πολιτικής ομοφωνίας, το ακροατήριο βρέθηκε αντιμέτωπο με μια ανοιχτή συζήτηση για την κατεύθυνση του ίδιου του κινήματος.

Το ερώτημα επανερχόταν συνεχώς: Πώς ένας Πρόεδρος που αναδείχθηκε πολιτικά καταγγέλλοντας τους «ατελείωτους πολέμους» βρίσκεται τώρα να εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο χερσαίας εμπλοκής στο Ιράν; Οι απαντήσεις δεν ήταν ενιαίες. Ορισμένοι προειδοποιούσαν για τις συνέπειες μιας τέτοιας επιλογής, άλλοι επέμεναν ότι η σύγκρουση πρέπει να συνεχιστεί μέχρι τέλους. Είναι ένα ρήγμα που αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα τού «Πρώτα η Αμερική». Για ένα σημαντικό μέρος του ακροατηρίου, η εμπλοκή σε έναν νέο πόλεμο στη Μέση Ανατολή απομακρύνεται από την υπόσχεση που τους κινητοποίησε πολιτικά. Και όσο η σύγκρουση παρατείνεται, τόσο η αντίφαση γίνεται πιο δύσκολο να καλυφθεί.

O Βανς ως εγγυητής σταθερότητας

Σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία ο ρόλος του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς. Ο αντιπρόεδρος δεν εμφανίζεται σήμερα ως ο άνθρωπος της κλιμάκωσης, όπως ο ιδιαίτερα πολεμοχαρής και αιμοσταγής υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ. Είναι εκείνος που κρατά ανοιχτή τη γέφυρα με το πιο επιφυλακτικό, παραδοσιακό κομμάτι του τραμπισμού. Η παρουσία του δίπλα στον Τραμπ λειτουργεί ως πολιτική διαβεβαίωση ότι η σύγκρουση θα παραμείνει τελικά υπό έλεγχο και ορατή διέξοδο.

Ο Βανς αποφεύγει τους υψηλούς τόνους και δεν επενδύει στην επιθετική ρητορική. Αντίθετα, εκπέμπει ένα πιο συγκρατημένο μήνυμα, που επιτρέπει στο ακροατήριο να πιστεύει ότι όλα εξελίσσονται με βάση τους αρχικούς σχεδιασμούς. Τη στιγμή που οι στροφές του Τραμπ, που εναλλάσσει υποσχέσεις αποκλιμάκωσης με απειλές για νέα πλήγματα, προκαλούν ίλιγγο, ο αντιπρόεδρος αποτελεί την άγκυρα σταθερότητας αλλά και τον μηχανισμό απορρόφησης κραδασμών. Αυτή η κατανομή ρόλων, όμως, αποκαλύπτει και κάτι βαθύτερο: ότι η συνοχή του τραμπισμού δεν είναι πλέον δεδομένη, αλλά απαιτεί συνεχή διαχείριση. Το μήνυμα δεν εκπέμπεται πλέον ενιαία. Διαμορφώνεται, διορθώνεται και αναπροσαρμόζεται σε πραγματικό χρόνο, ανάλογα με τις αντιδράσεις της βάσης.

Πώς η αβεβαιότητα διαμορφώνει την ιρανική στάση

Η εικόνα αυτή δεν περνά απαρατήρητη και έξω από τις ΗΠΑ. Η ιρανική ηγεσία παρακολουθεί στενά τις εσωτερικές αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον και ενσωματώνει αυτή την αβεβαιότητα στη δική της στρατηγική. Οι δημόσιες τοποθετήσεις της Τεχεράνης δεν περιορίζονται πια μόνο στην καταγγελία των αμερικανικών επιθέσεων, αλλά επιχειρούν να αναδείξουν την αντίφαση στο εσωτερικό του ίδιου του τραμπικού αφηγήματος.

Ο πόλεμος ξεκίνησε με τον Ντόναλντ Τραμπ να απευθύνεται απευθείας στον ιρανικό λαό, καλώντας τον να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και να ανατρέψει το καθεστώς. Λίγες εβδομάδες αργότερα, η εικόνα μοιάζει να αντιστρέφεται: είναι πλέον το ιρανικό καθεστώς που απευθύνεται στην αμερικανική κοινή γνώμη επιχειρώντας να ενισχύσει τις αμφιβολίες για τη σκοπιμότητα και τη διάρκεια της σύγκρουσης. Στην ανοικτή επιστολή του προς τους Αμερικανούς πολίτες, ο Πρόεδρος της χώρας Μασούντ Πεζεσκιάν πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα. Δεν περιορίζεται σε μια γενική καταγγελία του πολέμου, αλλά θέτει ευθέως το ερώτημα για το ποιος εξυπηρετείται από αυτόν. Υποστηρίζει ότι η «ιρανική απειλή» δεν είναι παρά μια κατασκευή· χρήσιμη για τη διατήρηση στρατιωτικής υπεροχής, την ενίσχυση της βιομηχανίας όπλων και τον έλεγχο κρίσιμων αγορών. Και, κυρίως, αφήνει να εννοηθεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν συρθεί σε μια σύγκρουση που εξυπηρετεί πρωτίστως τα συμφέροντα του Ισραήλ.

Με αυτόν τον τρόπο, η σύγκρουση αποκτά και ένα δεύτερο επίπεδο: δεν διεξάγεται μόνο με πυραύλους και αεροπορικές επιδρομές, αλλά και με πολιτικά μηνύματα που διασχίζουν σύνορα και απευθύνονται απευθείας στις κοινωνίες. Η εσωτερική αμφιβολία μετατρέπεται σε εργαλείο πίεσης. Και όσο αυτή ενισχύεται, τόσο η δυνατότητα της Ουάσιγκτον να εμφανίζεται ως ενιαία και αποφασιστική δύναμη αποδυναμώνεται. Αν αυτή η αντίληψη παγιωθεί, το πρόβλημα για τον Ντόναλντ Τραμπ δεν θα είναι απλώς η διάρκεια του πολέμου. Θα είναι και η ίδια η βάση πάνω στην οποία τον ξεκίνησε. Γιατί ένας πόλεμος που δεν εμφανίζεται ως αμερικανική επιλογή, αλλά ως εξυπηρέτηση ξένων προτεραιοτήτων, δύσκολα μπορεί να διατηρήσει πολιτική στήριξη. Και αν φτάσουμε σε ένα τέτοιο σημείο, καμία επίκληση στην «υπομονή» δεν θα είναι πλέον αρκετή.

 

Η λογική του Απαρτχάιντ σε μια αγχόνη

Η απόφαση της ισραηλινής Κνεσέτ, που επιβάλλει με τη βούλα μια ρατσιστική δικαιοσύνη δύο ταχυτήτων, σπρώχνει τη λογική των φυλετικών διακρίσεων και του Απαρτχάιντ στα όριά της

Παλαιστίνιοι διαμαρτύρονται για τη ρατσιστική απόφαση

Το αφήγημα για τη «μοναδική δημοκρατία» της Μέσης Ανατολής ακούγεται όλο και λιγότερο πειστικό. Η κυβέρνηση Νετανιάχου στο Ισραήλ συνεχίζει να δοκιμάζει τα όρια της διεθνούς ανοχής, γνωρίζοντας μάλλον εκ των προτέρων πόσο δύσκολα αυτά μπορούν να παραβιαστούν. Οι βομβαρδισμοί στο Ιράν και η εισβολή στον Λίβανο συνοδεύονται τώρα από την ενίσχυση των μηχανισμών καταστολής κατά των Παλαιστινίων στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη.

Η τελευταία απόφαση της Κνεσέτ, που επιβάλλει με τη βούλα μια ρατσιστική δικαιοσύνη δύο ταχυτήτων, σπρώχνει τη λογική των φυλετικών διακρίσεων και του Απαρτχάιντ στα όριά της. Η θανατική ποινή καθιερώνεται για Παλαιστίνιους που καταδικάζονται από στρατιωτικά δικαστήρια για θανατηφόρες επιθέσεις, μέσα σε ένα ήδη εξαιρετικά άνισο δικαστικό σύστημα. Οι Ισραηλινοί έποικοι δεν βρίσκονται μπροστά στην ίδια προοπτική για αντίστοιχες πράξεις.

Όσοι από τους περίπου 9.500 Παλαιστινίους που κρατούνται σήμερα σε φυλακές του Ισραήλ καταδικάζονται στο εξής για θανατηφόρες επιθέσεις θα οδηγούνται στην κρεμάλα με διαδικασίες εξπρές. Δεν απαιτούνται πλέον αυξημένες πλειοψηφίες, δεν υπάρχει ουσιαστικός χώρος για άσκηση εφέσεων, δεν προβλέπεται η απονομή χάριτος. Οι καταδικασμένοι θα απομονώνονται πλήρως· ακόμα και η επαφή με τους δικηγόρους τους θα γίνεται με τηλεδιασκέψεις και θα οδηγούνται σε εκτέλεση μέσα σε διάστημα που δεν θα υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Πρόκειται για μια διαδικασία μονόδρομο.

Η επιλογή αυτή δεν προκύπτει εν κενώ. Εντάσσεται σε ένα σύστημα που λειτουργεί εδώ και δεκαετίες στη Δυτική Όχθη, όπου Παλαιστίνιοι και Ισραηλινοί έποικοι υπάγονται σε διαφορετικούς κανόνες, διαφορετικά δικαστήρια και, τελικά, διαφορετικές ποινές. Οι Παλαιστίνιοι δικάζονται από στρατιωτικά δικαστήρια, οι έποικοι από αστικά. Οι πρώτοι αντιμετωπίζουν ένα πλέγμα περιορισμών και αυξημένης καταστολής, οι δεύτεροι απολαμβάνουν πλήρεις εγγυήσεις. Η διάκριση δεν είναι απλώς νομική· είναι δομική. Κάτι αντίστοιχο είχε οικοδομηθεί και στη Νότια Αφρική του Απαρτχάιντ, όπου το δίκαιο δεν λειτουργούσε απλώς ως σύστημα κανόνων, αλλά ως εργαλείο επιβολής. Δεν παγίωνε απλώς ανισότητες· κατοχύρωνε την κυριαρχία της λευκής μειοψηφίας πάνω στη μαύρη πλειοψηφία, οργανώνοντας τον διαχωρισμό στην καθημερινότητα, στον χώρο, στη μετακίνηση, στην ίδια τη ζωή. Είναι η ίδια λογική που διαποτίζει σήμερα όχι μόνο την πολιτική της πιο ακροδεξιάς κυβέρνησης στην ιστορία του Ισραήλ, αλλά και τους ίδιους τους θεσμούς της χώρας. Η δικαιοσύνη των δύο ταχυτήτων αποκτά με το τελευταίο νομοσχέδιο την πιο σκληρή της έκφραση.

Η πολιτική στόχευση είναι δύσκολο να κρυφτεί. Ο Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ, βασικός εισηγητής της νομοθεσίας, έχει εδώ και χρόνια ταχθεί υπέρ της επιβολής της θανατικής ποινής σε Παλαιστίνιους. Η δημόσια παρουσία του -με τη χαρακτηριστική καρφίτσα σε σχήμα θηλιάς- μετατρέπει την εκτέλεση σε πολιτικό σύμβολο. Η ψήφιση του νόμου αποτέλεσε προσωπικό του θρίαμβο και ταυτόχρονα ένδειξη της κατεύθυνσης που παίρνει συνολικά η κυβέρνηση. Οι προειδοποιήσεις δεν λείπουν. Ο ύπατος αρμοστής των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, Φόλκερ Τουρκ, επισημαίνει ότι η εφαρμογή του μέτρου σε κατεχόμενα εδάφη θα ισοδυναμούσε με έγκλημα πολέμου. Η υποχρεωτική επιβολή της ποινής, η απουσία χάριτος και η ταχύτητα της εκτέλεσης διαμορφώνουν ένα πλαίσιο που απομακρύνεται από βασικές αρχές δικαιοσύνης.

Κι όμως, παρά τη σοβαρότητα αυτών των επισημάνσεων, οι διεθνές αντιδράσεις παραμένουν άτονες και περιορισμένες. Το μοτίβο είναι γνωστό. Στη Νότια Αφρική, το Απαρτχάιντ συνάντησε κυρώσεις, απομόνωση και πραγματικό κόστος μέχρι να καταρρεύσει. Στην περίπτωση του Ισραήλ, η καταγγελία συνυπάρχει με κανονικές σχέσεις συνεργασίας και στήριξης. Είναι ενδεικτικό άλλωστε ότι, παρά τη διεθνή κατακραυγή, η γενοκτονία στη Γάζα δεν οδήγησε ούτε καν σε στοιχειώδεις -έστω συμβολικές- κινήσεις απομόνωσης. Η επιλεκτικότητα δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας. Ίσως, λοιπόν, δεν πρόκειται για αντιφάσεις, αλλά για κάτι πιο σταθερό και πιο προβλέψιμο: ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο πολιτικής υποκρισίας.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0