Η υποθετική σκέψη μπορεί να είναι απλοϊκή, και κάπως ρηχή, αλλά τα γεγονότα και η πραγματικότητα την ενισχύουν:
Για μια σύγκρουση που διαδραματίζεται γύρω από τα μεγάλα αποθέματα ορυκτών υδρογονανθράκων του πλανήτη είναι δύσκολο να μην σκεφτεί κάποιος πως ο πόλεμος που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ στο Ιράν είναι ένας ακόμη πόλεμος για το πετρέλαιο...
Το Ιράν διαθέτει μεγάλα αποθέματα - είναι η τρίτη χώρα του ΟΠΕΚ σε δυναμικότητα πετρελαϊκής παραγωγής μετά την Σαουδική Αραβία και το Ιράκ- και τεράστια αποθέματα φυσικού αερίου, τα δεύτερα μεγαλύτερα στον πλανήτη μετά από εκείνα της Ρωσίας!
Υπό καθεστώς ασφυκτικών κυρώσεων επί δεκαετίες, που ισοδυναμούν με αποκλεισμό του από τις αγορές, ειδικά της Δύσης, το ιρανικό απόθεμα αποτελεί ουσιαστικά λιμνάζον περιουσιακό στοιχείο για την παγκόσμια πετρελαϊκή βιομηχανία. Η Δύση δεν μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτούς του πόρους και αναγκαστικά το μεγαλύτερο μέρος τους διοχετεύεται σε χώρες που δεν αναγνωρίζουν τις κυρώσεις- και είναι ανταγωνιστικές των ΗΠΑ, όπως η Κίνα- ή απορροφώνται στην εσωτερική αγορά. Ενδεικτικά, ποσοστό πάνω από το 90% της ιρανικής παραγωγής φυσικού αερίου το 2025 διοχετεύτηκε στην εσωτερική κατανάλωση.
Ο κόσμος όμως εξακολουθεί να έχει ανάγκη το πετρέλαιο και το αέριο, ειδικά οι χωλαίνουσες οικονομίες της Ευρώπης αλλά και οι ακμάζουσες της Ασίας.
Το 75% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε μέρη που χρειάζεται να εισάγουν ορυκτά καύσιμα για να καλυφθούν οι ενεργειακές ανάγκες τους. Μοιραία ο ανταγωνισμός για πρόσβαση σε αυτούς τους πόρους αλλά και η σπανιότητα τους, εύκολα μπορούν να πυροδοτήσουν συγκρούσεις.
Σύμφωνα με το Renewable Energy Institute, το 25-50% των διακρατικών πολέμων μεταξύ 1973 και 2007 οφείλονταν στο πετρέλαιο. Το επιχείρημα ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μπορούν να μειώσουν τις τριβές για πρόσβαση σε ορυκτούς υδρογονάνθρακες και κατ’ επέκταση την απειλή των πολέμων, δεν είναι καινούργιο. Προτάθηκε για πρώτη φορά το 1976.
Ωστόσο, ο τελευταίος πόλεμος στη Μέση Ανατολή το επανέφερε στο προσκήνιο. Ειδικά, το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ που εκτόξευσε τις τιμές επηρεάζοντας την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια. Με τη σειρά της, η χαλάρωση των κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο από τις ΗΠΑ για να εξισορροπηθεί η κατάσταση θεωρείται από ορισμένους αναλυτές και υπεύθυνους χάραξης πολιτικής ότι θα παρατείνει τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Σήμερα, καθώς ο κόσμος οδεύει, ανισομερώς αλλά αναμφισβήτητα, προς τη ενεργειακή μετάβαση, αναδύεται ένα νέο ερώτημα: Αν το πετρέλαιο χάσει τον κεντρικό ρόλο του στην παγκόσμια οικονομία θα εξασθενίσουν μαζί του οι συγκρούσεις και οι ξένες επεμβάσεις που επί δεκαετίες ταλανίζουν τη Μέση Ανατολή εμποδίζοντας τη σταθεροποίηση της;
Η απάντηση μπορεί να δίνει ταυτόχρονα ελπίδα αλλά και να προκαλεί απογοήτευση. Για τους ειδικούς, ένας κόσμος που θα έχει αφήσει πίσω του το πετρέλαιο θα μπορούσε πράγματι να περιορίσει ορισμένες από τις αιτίες που έχουν μετατρέψει τη Μέση Ανατολή σε πεδίο συγκρούσεων και επεμβάσεων. Αλλά από μόνο του αυτό, δεν θα φέρει ειρήνη. Αντίθετα, είναι πιθανό να μεταμορφώσει τη φύση των συγκρούσεων, μετατοπίζοντάς την από το σύνολο των γνώριμων σήμερα αντιπαραθέσεων, σ' ένα άλλο.
Το πετρέλαιο ως «ενισχυτής»
Για να κατανοήσουμε τι μπορεί να αλλάξει, είναι απαραίτητο προηγουμένως να διευκρινίσουμε τι πραγματικά έχει «κάνει» το πετρέλαιο στην περιοχή, δηλαδή με ποιο τρόπο και σε ποια επίπεδα έχει επηρεάσει τα γεγονότα ή έχει επιδράσει σε αυτά, λένε οι αναλυτές.
Σε αντίθεση με τη δημοφιλή πεποίθηση ότι «όλα γίνονται για το πετρέλαιο», σπάνια η επιδίωξη για έλεγχο των πετρελαϊκών αποθεμάτων υπήρξε η μοναδική ή έστω η κύρια αιτία των επαναλαμβανόμενων πολέμων στη Μέση Ανατολή.
Οι τοπικές αντιπαλότητες που έχουν τις ρίζες τους σε ιδεολογικές και ταυτοτικές διενέξεις, εθνοτικές αντιπαραθέσεις, εδαφικές διαμάχες αλλά και όσες πηγάζουν από προσπάθειες επιβίωσης καθεστώτων, προηγούνταν κατά πολύ της σύγχρονης εξάρτησης από το πετρέλαιο ενώ συνεχίζουν να καθορίζουν πολιτικές και τακτικές κινήσεις στην περιφερειακή σκακιέρα. Ωστόσο, αυτό που πραγματικά έχει «κάνει» το πετρέλαιο στη Μέση Ανατολή είναι ότι λειτουργεί ως «ενισχυτής» αυτών των αντιπαραθέσεων.
Η ύπαρξή του και η εντεινόμενη «καθολική» ζήτησή του από αναπτυγμένες, αναπτυσσόμενες και λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες, έχει αυξήσει τα στρατηγικά διακυβεύματα εξασφαλίζοντας με απόλυτη βεβαιότητα ότι οι τοπικές διαμάχες μετατρέπονται γρήγορα σε παγκόσμια ζητήματα. Αν μη τι άλλο έχει προσελκύσει εξωγενείς δυνάμεις που επιθυμούν να εξασφαλίσουν οδούς εφοδιασμού και να διατηρήσουν την επιρροή τους. Και έχει παράσχει στις τοπικές κυβερνήσεις τεράστια έσοδα. Κεφάλαια που μπορούν να σταθεροποιήσουν- ή να διασώσουν- καθεστώτα, να χρηματοδοτήσουν στρατούς και στρατιωτικούς εξοπλισμούς και κατά καιρούς να τροφοδοτήσουν συγκρούσεις δι' αντιπροσώπων.
Υπό αυτή την έννοια, το πετρέλαιο έχει λειτουργήσει λιγότερο ως «καύσιμο» και περισσότερο ως επιταχυντής. Με άλλα λόγια, αν απαλειφθεί από την εξίσωση οι υποκείμενες εντάσεις δεν θα εξαφανιστούν. Ίσως όμως η κλίμακα και η ένταση των συνεπειών τους να αλλάξουν, να περιοριστούν.
Η ελπίδα της «αποκέντρωσης»
Οι ανανεώσιμες πηγές προσφέρουν ένα θεμελιωδώς διαφορετικό μοντέλο πρόσβασης σε ενεργειακούς πόρους. Σε αντίθεση με το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο που είναι γεωγραφικά συγκεντρωμένα και εξορύσσονται σε συγκεκριμένες περιοχές, οι ηλιακοί και αιολικοί πόροι είναι ευρέως κατανεμημένοι. Σχεδόν κάθε χώρα έχει πρόσβαση σε κάποια μορφή ανανεώσιμου δυναμικού, έστω κι αν αυτή είναι άνιση.
Αφήνοντας πίσω το πετρέλαιο και το αέριο, αυτή η μετατόπιση θα μπορούσε να μειώσει τη στρατηγική σημασία του γεωπολιτικού ελέγχου συγκεκριμένων περιοχών του πλανήτη. Η λογική που κάποτε καθιστούσε τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων και τα στενά θαλάσσια περάσματα από τα οποία μεταφέρονται, κρίσιμα παγκοσμίως μπορεί να αποδυναμωθεί σε έναν κόσμο όπου η ενέργεια θα παράγεται τοπικά και θα διανέμεται μέσω ολοένα και πιο διασυνδεδεμένων δικτύων.
Ένας τέτοιος μετασχηματισμός θα μπορούσε επίσης να περιορίσει την ικανότητα των κυβερνήσεων να χρησιμοποιούν την ενέργεια ως γεωπολιτικό όπλο. Σ' ένα σύστημα ορυκτών καυσίμων, αυτοί που παράγουν- οι εξαγωγείς- μπορούν να ασκούν οικονομική και κατ’ επέκταση πολιτική πίεση περιορίζοντας τεχνητά την προσφορά, ενώ εκείνοι που καταναλώνουν- οι εισαγωγείς- γίνονται ευάλωτοι από τις τιμολογιακές διαταραχές, ή ακόμη χειρότερα από τις ελλείψεις που είναι πέραν των δυνάμεών τους να ελέγξουν. Ένα πιο αποκεντρωμένο σύστημα υπό το οποίο οι χώρες θα παράγουν μεγαλύτερο μερίδιο της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνουν προφανώς θα μείωνε αυτές τις ασυμμετρίες και την ευαλωτότητα.
Αν η ενέργεια συνδεθεί με τη γεωπολιτική με πιο χαλαρούς δεσμούς, ή ακόμη καλύτερα αν αποσυνδεθεί πλήρως από αυτήν και συνδεθεί περισσότερο με τις υποδομές και την τεχνολογία, τα κίνητρα για εδαφικές διεκδικήσεις, άσκηση επιρροής, πολιτικές παρεμβάσεις ή απαιτήσεις αλλαγής καθεστώτων- τουλάχιστον με σκοπό την εξασφάλιση ορυκτών υδρογονανθράκων- πιθανό να ατονίσουν.
Μία από τις μετασχηματικές γεωπολιτικές συνέπειες της ενεργειακής μετάβασης θα μπορούσε να είναι η σταδιακή «αποχώρηση» της Μέσης Ανατολής από το κέντρο της παγκόσμιας αρένας.
Για μεγάλο μέρος του 20ού και των αρχών του 21ου αιώνα, η σημασία της περιοχής έχει συνδεθεί στενά με το ρόλο της ως κύριου προμηθευτή πετρελαίου της παγκόσμιας οικονομίας. Καθώς η ζήτηση θα σταθεροποιηθεί και τελικά θα αρχίσει να μειώνεται, ο κεντρικός αυτός ρόλος μπορεί να χάσει τη σημασία του. Οι εξωγενείς επιδραστικές δυνάμεις μπορεί να έχουν πια λιγότερους λόγους για να αναμειχθούν άμεσα με πολιτικο-διπλωματική μόχλευση ή με στρατιωτική δράση. Οι παγκόσμιες αγορές ενέργειας μπορεί να γίνουν λιγότερο ευαίσθητες στις διαταραχές που θα σημειώνονται στη περιοχή. Και ο βρόχος ανατροφοδότησης της παγκόσμιας οικονομικής αστάθειας από τις τοπικές διενέξεις και συγκρούσεις θα μπορούσε να κοπεί.
Ωστόσο, προσοχή! Η μεσανατολική γεωγραφία και η δυναμική της στις γεωπολιτικές τεκτονικές πλάκες δεν θα «χαθούν» μαζί με το πετρέλαιο! Η Μέση Ανατολή είναι πάντα ένα σταυροδρόμι μεταξύ δύο ηπείρων, ένας άξονας για εμπορικές οδούς και μια περιοχή «σμιλεμένη» από βαθιές ιστορικές αντιπαλότητες. Ακόμα και σε έναν κόσμο χωρίς… καθόλου πετρέλαιο, η στρατηγική θέση της διασφαλίζει τη συνέχεια της σημασίας της. Η διαφορά έγκειται στο ότι αυτή η σημασία θα είναι περισσότερο περιφερειακή παρά παγκόσμια. Θα επηρεάζει πολύ λιγότερο τις διακυμάνσεις της παγκόσμιας οικονομίας και περισσότερο την εξισορρόπηση δυνάμεων στο ευρύτερο ευρασιατικό και αφρικανικό γεωπολιτικό τοπίο.
Το ρίσκο της μετάβασης
Αν η ενεργειακή μετάβαση προσφέρει πράγματι ψήγματα ελπίδας για το μέλλον, ενέχει επίσης κινδύνους σε βραχυπρόθεσμο ως μεσοπρόθεσμο ορίζοντα ιδίως για τις χώρες εκείνες των οποίων η πολιτική σταθερότητα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα έσοδα από τους ορυκτούς υδρογονάνθρακες.
Για δεκαετίες, πολλές κυβερνήσεις στη περιοχή λειτουργούσαν με βάση ένα μοντέλο υπό το οποίο τα έσοδα από το πετρέλαιο επιδοτούσαν την εθνική οικονομία, στήριζαν την απασχόληση και χρηματοδοτούσαν τον κρατικό μηχανισμό υποστηρίζοντας ουσιαστικά ένα «κοινωνικό συμβόλαιο» μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Μια απότομη ή κακώς διαχειριζόμενη μείωση των εσόδων θα μπορούσε να θέσει σε σοβαρή δοκιμασία αυτό το μοντέλο.
Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κάποιος τις συνέπειες: Δημοσιονομική κρίση, περιορισμός των κρατικών παροχών, αύξηση της ανεργίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, κοινωνική αναταραχή. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, η εσωτερική αστάθεια ίσως θα είχε τις ίδιες επιπτώσεις που έχει σήμερα ο ανταγωνισμός και η ξένη ανάμειξη για τους πετρελαϊκούς πόρους.
Η ιστορία έχει δείξει πως οι αιφνίδιες απώλειες στρατηγικής ή οικονομικής σημασίας μεμονωμένων ή συνασπισμών χωρών δεν παράγουν αυτόματα ειρήνη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, δημιουργούν κενά, «χώρους» στους οποίους οι τοπικοί παράγοντες ανταγωνίζονται εντονότερα για πόρους και εξουσία. Η ενεργειακή μετάβαση θα μπορούσε να παράγει παρόμοια δυναμική στη Μέση Ανατολή. Οι χώρες της που θα διαφοροποιήσουν με επιτυχία τις οικονομίες τους μπορεί να αναδειχθούν πιο σταθερές και ανθεκτικές. Όσες δεν το κάνουν, μπορεί να αντιμετωπίσουν εντάσεις με πιθανές δευτερογενείς επιπτώσεις πέρα από τα σύνορα τους.
Ίσως η πιο σημαντική μεταβολή δεν είναι αν οι συγκρούσεις σταματήσουν, είναι ο τρόπος που μπορεί να γίνει αυτό. Ένα σύστημα που βασίζεται στα ορυκτά καύσιμα διαχρονικά έχει ενθαρρύνει την άμεση ή δι' αντιπροσώπων στρατιωτική εμπλοκή για την εξασφάλιση πόρων και διαδρομών διακίνησης. Ένα σύστημα ανανεώσιμων πηγών, αντίθετα, είναι πιο πιθανό να δημιουργήσει ανταγωνισμό στον οικονομικό και τεχνολογικό τομέα.
Εν κατακλείδι, η ιδέα ότι η εγκατάλειψη των ορυκτών καυσίμων θα μπορούσε να τερματίσει τους πολέμους στη Μέση Ανατολή είναι, στην καλύτερη περίπτωση της, μια υπεραπλούστευση, εκτιμούν οι αναλυτές. Η πρόσβαση στους πετρελαϊκούς πόρους δεν ήταν ποτέ η μόνη κινητήρια δύναμη των συγκρούσεων στο μεσανατολικό χώρο και η «απαλοιφή» της από την τοπική εξίσωση δεν θα «μηδενίσει» τις βαθιές πολιτικές, κοινωνικές, ιδεολογικές και θρησκευτικές δυνάμεις που ορίζουν τη τύχη των εθνών της περιοχής.
Ωστόσο, η αγνόηση του αντίκτυπου της ενεργειακής μετάβασης θα ήταν εξίσου λανθασμένη.
Μειώνοντας την «αξία» του πετρελαίου στο παγκόσμιο χρηματιστήριο της ενέργειας, η στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές έχει τη δυνατότητα να μειώσει το διακύβευμα των συγκρούσεων, να περιορίσει τις εξωτερικές παρεμβάσεις και να κατευνάσει τον «ερεθισμό» που εδώ και δεκαετίες συνδέει τη μοίρα της Μέσης Ανατολής με την αστάθεια των ενεργειακών αγορών.