Καθώς Ηνωμένες Πολιτείες και Ισραήλ συνεχίζουν να σφυροκοπούν το Ιράν, μια απόρρητη έκθεση του αμερικανικού Εθνικού Συμβουλίου Πληροφοριών (NIC) που φέρνει στο φως της δημοσιότητας η Washington Post λειτουργεί ως θλιβερή υπενθύμιση ενός μαθήματος που δεν φαίνεται να έχουν πάρει οι υπεύθυνοι χάραξης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ύστερα από δεκαετίες αποτυχημένων στρατιωτικών επεμβάσεων και αδιέξοδων πολέμων: Η καταστροφή των στρατιωτικών δυνατοτήτων ενός καθεστώτος δεν είναι το ίδιο με την αποσυναρμολόγηση του πολιτικού συστήματος που το στηρίζει.
Σύμφωνα με αξιωματούχους που έχουν γνώση της συγκεκριμένης έκθεσης και τους οποίους επικαλείται η Post, επεξεργαζόμενοι αναλύσεις από ολόκληρη την κοινότητα των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ, οι αναλυτές της NIC κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ακόμη και μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν θα ήταν απίθανο να ανατρέψει την εδραιωμένη δομή κληρικής και στρατιωτικής ιεραρχίας της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Το εύρημα αυτό θέτει υπό αμφισβήτηση τις ευρύτερες φιλοδοξίες του Ντόναλντ Τραμπ όσον αφορά στους στόχους του πολέμου από πολιτικής πλευράς και στις προθέσεις του να έχει λόγο στο ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα μετά την δολοφονία του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ κατά τις πρώτες μέρες του πολέμου.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει πλαισιώσει την στρατιωτική εκστρατεία της κατά της Τεχεράνης κυρίως με την επίτευξη στρατηγικών στόχων, δηλαδή υποβάθμιση των πυραυλικών δυνατοτήτων της, περιορισμό της ναυτικής ισχύος της, διακοπή της υποστήριξής της σε περιφερειακές ομάδες-πληρεξούσιους και αποτροπή της απόκτησης πυρηνικών όπλων. Ωστόσο, η ρητορική για την «αναγκαιότητα» του πολέμου έχει επεκταθεί τώρα πέρα από αυτούς τους στόχους, σε μια ευρύτερη προσπάθεια αναμόρφωσης της πολιτικής τάξης του Ιράν. Ωστόσο, οι Αμερικανοί αναλυτές πληροφοριών εμφανίζονται επιφυλακτικοί ως προς το αν αυτές οι φιλοδοξίες είναι ρεαλιστικές.
Ριζωμένο σύστημα
Η εκτίμησή τους βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ανθεκτικότητα των κυβερνητικών θεσμών της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Από την επανάσταση το 1979, το Ιράν έχει αναπτύξει ένα ικανό σύστημα διακυβέρνησης σχεδιασμένο να αντέχει σε εσωτερική αμφισβήτηση και εξωτερικές πιέσεις. Η εξουσία κατανέμεται μεταξύ θρησκευτικών φορέων, αιρετών θεσμών και ισχυρών δυνάμεων ασφαλείας, ιδίως του Σώματος των Φρουρών της Επανάστασης, του οποίου η επιρροή εκτείνεται από τον στρατό και τις υπηρεσίες πληροφοριών ως και μεγάλα τμήματα της οικονομίας.
Ακόμα και ο θάνατος του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, όπως αποδείχθηκε, δεν μπόρεσε να διαταράξει αυτή τη δομή. Η έκθεση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το Ιράν διαθέτει καθιερωμένες διαδικασίες για να διασφαλίζει τη συνέχεια της ηγεσίας του σε τέτοιες ακριβώς περιπτώσεις.
Σύμφωνα με το σύνταγμα της Ισλαμικής Δημοκρατίας, η επιλογή ενός νέου ανώτατου ηγέτη εμπίπτει στη Συνέλευση των Εμπειρογνωμόνων, ένα ισχυρό σώμα κληρικών που παίζει κεντρικό ρόλο στη διατήρηση της ιδεολογικής και θεσμικής σταθερότητας του καθεστώτος. Στη πράξη, ωστόσο, η διαδικασία επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από το στρατιωτικό κατεστημένο, ιδίως από ανώτερα στελέχη εντός των Φρουρών.
Αυτός ο συνδυασμός θρησκευτικής εξουσίας και στρατιωτικής ισχύος έχει ιστορικά προστατεύσει το καθεστώς από ξαφνική κατάρρευση.
Το ζήτημα της διαδοχής είχε γίνει αντικείμενο έντονων εικασιών με ορισμένους αναλυτές να θεωρούν ότι οι Φρουροί της Επανάστασης ευνοούν τον Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, τον γιο του εκλιπόντος ανώτατου ηγέτη, ως πιθανού διαδόχου. Άλλοι εντός της πολιτικής ελίτ φαίνονταν λιγότερο ενθουσιώδεις στην προοπτική μιας δυναστικής ηγεσίας. Μεταξύ εκείνων που φέρονταν να είχαν επιφυλάξεις είναι και ο Αλί Λαριτζανί, μια ισχυρή πολιτική προσωπικότητα που υπηρετεί επί του παρόντος ως γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας.
Πολύπλοκη δυναμική
Αυτές οι διαφωνίες αντικατοπτρίζουν την περίπλοκη δυναμική που αναπτύσσεται μεταξύ των φατριών εντός του κυβερνώντος κατεστημένου. Ωστόσο, οι αναλυτές σημειώνουν ότι η αντιπαλότητα αυτή δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε συστημική κατάρρευση. Το συχνότερο αποτέλεσμά τους είναι διαπραγματεύσιμοι συμβιβασμοί εντός της υπάρχουσας δομής εξουσίας.
Για τους υποστηρικτές της αλλαγής καθεστώτος, ο πιο αποφασιστικός παράγοντας θα ήταν η εμφάνιση μιας ενωμένης εγχώριας αντιπολίτευσης ικανής να εκμεταλλευτεί την πολιτική αστάθεια. Αλλά η αξιολόγηση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών διακρίνει αυτή τη στιγμή ελάχιστα στοιχεία που να ενισχύουν αυτή την προοπτική.
Οι αντιπολιτευόμενες οργανώσεις εντός της Ισλαμικής Δημοκρατίας παραμένουν κατακερματισμένες, διαιρεμένες μεταξύ ομάδων εξόριστων, μεταρρυθμιστικών παρατάξεων και εθνοτικών μειονοτήτων με διαφορετικές πολιτικές ατζέντες. Ενώ οι αντικυβερνητικές διαμαρτυρίες που έχουν ξεσπάσει κατά καιρούς τα τελευταία χρόνια δοκιμάζουν τα αντανακλαστικά του συστήματος, αυτό έχει επιδείξει προθυμία και ικανότητα να καταστείλει με τη βία κάθε αμφισβήτηση. Οι υπηρεσίες ασφαλείας του Ιράν έχουν επανειλημμένα δείξει ότι διατηρούν τόσο την αφοσίωση όσο και την οργανωτική ικανότητα που απαιτείται για τη διατήρηση του εσωτερικού ελέγχου.
Επιπλέον, η ξένη στρατιωτική πίεση μπορεί να προκαλέσει το αντίθετο από το επιδιωκόμενο πολιτικό αποτέλεσμα. Ιστορικά, οι εξωτερικές απειλές συχνά ενισχύουν το εθνικιστικό αίσθημα και συσπειρώνουν την λαϊκή υποστήριξη γύρω από την ηγεσία και τις δομές εξουσίας.
Αυτή η τάση έχει εκδηλωθεί σε πολυάριθμες συγκρούσεις, συμπεριλαμβανομένου του πολέμου στο Ιράκ, όπου για την ανατροπή του Σαντάμ χρειάστηκε τελικά μια πλήρη χερσαία εισβολή και μια παρατεταμένη κατοχή αλλά και του εμφυλίου πολέμου στη Λιβύη, όπου η πτώση του Καντάφι εξαρτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την εσωτερική εξέγερση που υποστηρίχθηκε από τις δυτικές αεροπορικές επιδρομές. Κανένα από τα δύο μοντέλα δεν φαίνεται ότι μπορεί να εφαρμοστεί εύκολα στο Ιράν.
Με πληθυσμό σχεδόν 90 εκατομμυρίων, έναν εξαιρετικά συγκεντρωτικό μηχανισμό ασφαλείας και δεκαετίες εμπειρίας στην αντιμετώπιση κυρώσεων και ξένων πιέσεων, η Ισλαμική Δημοκρατία αντιπροσωπεύει ένα πολύ πιο περίπλοκο πολιτικό σύστημα σε σχέση με το Ιράκ ή τη Λιβύη κατά τη στιγμή κατάρρευσης του προσωποπαγών καθεστώτων τους.
Στρατηγικό παράδοξο
Εν κατακλείδι, η απόρρητη αξιολόγηση της NIC καταδεικνύει ένα στρατηγικό παράδοξο που αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή η Ουάσιγκτον. Οι βομβαρδισμοί και τα πυραυλικά πλήγματα ενδέχεται να υποβαθμίσουν σημαντικά τις στρατιωτικές ικανότητες του Ιράν ιδίως την πυραυλική υποδομή του και τις ναυτικές δυνάμεις του. Ωστόσο, η αποδυνάμωση της στρατιωτικής ισχύος του δεν θα αποδυναμώσει απαραίτητα και την κυριαρχία του καθεστώτος στους μηχανισμούς κρατικής εξουσίας.
Για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής της Ουάσιγκτον, η έκθεση αυτή είναι ένα ακόμη προειδοποιητικό μήνυμα. Οι στρατιωτικές εκστρατείες μπορούν να επιτύχουν τακτικούς στόχους και να αναδιαμορφώσουν τις περιφερειακές ισορροπίες δυνάμεων. Αυτό που σπάνια μπορούν να επιτύχουν είναι να καθορίζουν ποιος κυβερνά μια άλλη χώρα.
Η εμπειρία του πρώτου τετάρτου του αιώνα έχει δείξει ότι η αλλαγή καθεστώτων είναι από τα πιο απρόβλεπτα και παρακινδυνευμένα στοιχήματα στη διεθνή αρένα. Στη περίπτωση του Ιράν, οι ίδιες οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ φαίνονται πεπεισμένες ότι η πολιτική αρχιτεκτονική της Ισλαμικής Δημοκρατίας που σχεδιάστηκε μετά την ισλαμική επανάσταση και ατσαλώθηκε μέσα από δεκαετίες αντιπαράθεσης, παραμένει πιο ανθεκτική από ό,τι θα μπορούσαν να ελπίζουν οι αντίπαλοί της.