Δύο «διαφορετικές» σημερινές ειδήσεις έρχονται να επιβεβαιώσουν, αναπάντεχα μεν, περίτρανα δε, το πόσο σχετικές, μεταβλητές, αλληλεξαρτώμενες και τελικά αόριστες και υπό αίρεση είναι οι κατά καιρούς αφηγήσεις για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Λαμβάνοντας υπόψη το ότι οι νοητικές αυτές «κατασκευές» εκπορεύονται κατά κανόνα από τα ισχυρά ευρω-κέντρα, γίνεται αντιληπτός ο ρόλος που παίζουν στη διαμόρφωση της ατζέντας και τον «εγκλωβισμό» της κοινής γνώμης σ’ αυτήν.
Η πρώτη είδηση δεν είναι άλλη από τη συρρίκνωση της γερμανικής οικονομίας κατά 0,1% το δεύτερο τρίμηνο του χρόνου, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία καθώς οι δασμοί του Τραμπ αρχίζουν να «δαγκώνουν» και περιορίζουν τη ζήτηση για γερμανικά προϊόντα στην αμερικανική αγορά. Ήταν βέβαια μια αναμενόμενη εξέλιξη αλλά δεν παύει να δίνει τον τόνο στο νέο τοπίο που διαμορφώνεται στη παγκόσμια οικονομία καθώς τα τείχη του προστατευτισμού αρχίζουν πάλι να υψώνονται στο κόσμο.
Κακοί οιωνοί
Κι όμως, παρά τους κακούς οιωνούς που κυκλώνουν την οικονομία της χώρας, με τις προοπτικές να μην επιτρέπουν τη παραμικρή αισιοδοξία, η κυβέρνηση του Βερολίνου είναι σήμερα αποφασισμένη να βάλει βαθιά το χέρι στη τσέπη για να επανεξοπλίσει το γερμανικό στρατό- η δεύτερη είδηση- σφυρίζοντας αδιάφορα για όλα εκείνα- «δημοσιονομική πειθαρχία», «φρένο χρέους»- που πριν μερικά χρόνια υπαγόρευε επιτακτικά στους «απείθαρχους» της ευρωζώνης…
Όπως αποκαλύπτει το Reuters, η Γερμανία προετοιμάζεται για την… αγορά του αιώνα: Ένα πακέτο παραγγελιών στρατιωτικού εξοπλισμού πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ, συμπεριλαμβανομένων 20 αεροσκαφών Eurofighter, έως και 3.000 τεθωρακισμένων οχημάτων Boxer και έως και 3.500 οχημάτων μάχης πεζικού Patria με στόχο να ενισχύσει περαιτέρω τις ένοπλες δυνάμεις της.
Οι προμήθειες εντάσσονται στο σχέδιο του συντηρητικού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτζ να δημιουργήσει, όπως έχει υποσχεθεί, τον ισχυρότερο συμβατικό στρατό στην Ευρώπη. Η αφήγηση του Βερολίνου για την αναγκαιότητα των τεράστιων στρατιωτικών δαπανών που ετοιμάζεται να κάνει στηρίζεται σε δύο βασικά επιχειρήματα: Τον περιορισμό της εξάρτησης της γερμανικής, και ευρύτερα της ευρωπαϊκής άμυνας, από τον ολοένα και πιο απρόβλεπτο σύμμαχο στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, και την ανάληψη «μεγαλύτερης ευθύνης» για την ευρωπαϊκή ασφάλεια μπροστά στην αναδυόμενη «ρωσική απειλή»…
Η μεγάλη εικόνα
Για πολλούς αναλυτές αυτό είναι το «εύπεπτο» μέρος του «δείπνου» που σερβίρεται στη κοινή γνώμη. Στη μεγάλη εικόνα των ευρύτερων σχεδιασμών των ευρωπαϊκών ελίτ κυριαρχεί η φιλοδοξία για πολιτική και στρατιωτική «αυτονόμηση» της Ευρώπης με απώτερο στόχο η ΕΕ να ενισχύσει το γεωπολιτικό αποτύπωμά της στο σημερινό πολυπολικό και ανταγωνιστικό κόσμο καθώς αυτός αφήνει πίσω του τις μεταπολεμικές διευθετήσεις και τη μεταψυχροπολεμική «ακινησία» και εισέρχεται σε αχαρτογράφητες θάλασσες. Η πρωτοβουλία κρίνεται ως ζήτημα «ζωής και θανάτου» για το ευρωπαϊκό εγχείρημα που αγωνιά όχι μόνο για τη δική του διάσωση αλλά και για την επιβίωση του σε έναν ωκεανό νέων οικονομικών, τεχνολογικών και δημογραφικών προκλήσεων.
Έτσι, ακόμη και για τους «διαφωνούντες» ή τους πολέμιους των επιλογών αυτών που γίνονται στη κορυφή της πυραμίδας, το κυνικό ερώτημα παραμένει: Το δρομολογημένο σχέδιο στρατιωτικού επανεξοπλισμού θα μπορούσε να βοηθήσει την ΕΕ να ενισχύσει τη γεωπολιτική ισχύ της στο σημερινό κατακερματισμένο και πολυπολικό κόσμο;
Προφανώς δεν υπάρχουν ακόμη ξεκάθαρες απαντήσεις.
«Στρατηγική αυτονομία»
Η στρατηγική αυτονομία που επιδιώκει η Ευρώπη προσφέρει σίγουρα ένα πλεονέκτημα.
Μια πιο ικανή στρατιωτικά ΕΕ θα μειώσει την εξάρτηση της από τις ΗΠΑ και τους περιορισμούς που αυτή συνεπάγεται ειδικά καθώς η εστίαση της Ουάσιγκτον στρέφεται προς την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού. Ένα αναβαθμισμένο, συλλογικό στρατιωτικό δυναμικό θα ενισχύσει την αυτοπεποίθηση των Βρυξελλών και θα προσδώσει στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα μεγαλύτερη επιρροή στα διεθνή παζάρια για εμπόριο, ενέργεια, κλίμα, υποστηρίζοντας τη διπλωματία με αξιόπιστη-και κυρίως υπαρκτή πλέον- στρατιωτική ισχύ.
Μια στρατιωτικά αξιόπιστη ΕΕ θα μπορούσε-θεωρητικά τουλάχιστον- να αποτελεί εναλλακτικό παράγοντα διπλωματικών παρεμβάσεων και σταθεροποιητικών πρωτοβουλιών σε περιοχές του κόσμου όπου η αμερικανική ισχύς απέτυχε οικτρά στη μεταψυχροπολεμική περίοδο (π.χ. Αφγανιστάν) ή για τις οποίες δεν τρέφει κανένα ενδιαφέρον (π.χ Σαχέλ).
Θα μπορούσε επίσης, θεωρητικά, να αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα σε περαιτέρω επιθετικές βλέψεις στη γηραιά ήπειρο υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι θα αναθεωρηθούν εκ βάθρων οι επιλογές που οδήγησαν στη σημερινή εύφλεκτη κατάσταση πραγμάτων. Η επιμονή στη ΝΑΤΟϊκή επέκταση δεν θα είναι χωρίς κινδύνους όση στρατιωτική συσσώρευση και αν πετύχει η Ευρώπη. Ακόμη χειρότερα, αυτή η συσσώρευση, η καχυποψία και η απουσία οποιαδήποτε διαδικασίας ελέγχου, είναι που μπορούν να κάνουν τα πράγματα πολύ πιο επικίνδυνα και απρόβλεπτα στο μέλλον.
Αμφιβολίες…
Δεν είναι μόνο ότι το εγχείρημα είναι πολύ φιλόδοξο. Έχει εκ φύσεως στοιχεία «πολυδιεργασίας» και αντιμετωπίζει τις ανάλογες προκλήσεις.
Η σημαντικότερη όλων η ενότητα στη στόχευση και την υλοποίηση και η πολιτική βούληση για να υπάρξει αυτή η ενότητα. Δεν είναι η πρώτη φορά που η ΕΕ είναι διχασμένη. Όμως σ’ ότι έχει να κάνει με την κοινή άμυνα και τη πολιτική στρατιωτικής «αυτονόμησης», ο διχασμός είναι όχι μόνο βαθύς αλλά και, εν μέρει, αγεφύρωτος. Γαλλία και Γερμανία θέλουν «αυτονόμηση» αλλά πως θα πείσουν γι' αυτό τις κυβερνήσεις των μελών της Ανατολικής Ευρώπης που παραμένουν προσκολλημένες στη ιδέα της υπέρτερης (;) «προστασίας» των ΗΠΑ μέσω του ΝΑΤΟ;
Η «στρατηγική αυτονομία» την οποία ευαγγελίζονται οι ευρωπαϊκές ελίτ παραμένει ακόμη νεφελώδης όσον αφορά στους εφικτούς στόχους της προκαλώντας αν μη τι άλλο… «στρατηγική σύγχυση». Ποιος πραγματικά είναι ο στόχος; Να γίνει η ΕΕ μια παγκόσμια στρατιωτική δύναμη όπως ΗΠΑ, η Ρωσία, η Κίνα, ή η Ινδία; Θα ήθελε να αξιοποιήσει την ισχύ της για να προωθήσει απλά την οικονομική και διπλωματική ατζέντα της ως ο εναλλακτικός πόλος της διεθνούς φιλελεύθερης τάξης; Ή να προβάλλει τα αιτήματά της ως απαιτήσεις απέναντι στους άλλους παγκόσμιους «παίκτες». Κι αν τελικά κατορθώσει να γίνει μια ακόμη παγκόσμια υπερδύναμη, ποιος θα είναι ο ρόλος του ΝΑΤΟ; Πως μπορούν να συμβιβαστούν αυτά τα δύο;
Είναι ξεκάθαρο ακόμη και στους επαΐοντες των σχεδιασμών αυτών πως χωρίς μια ενιαία, «μεγάλη στρατηγική», ο επανεξοπλισμός της Ευρώπης κινδυνεύει να γίνει μια πολύ δαπανηρή «επένδυση» με πολύ μικρή -στρατηγική- «απόδοση».